Η ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΚΚΟΥΒΕΣ ΤΗΣ: ΓΙΑΤΙ ΣΚΑΒΕΤΑΙ ΔΙΑΡΚΩΣ;
Γιατί η Αθήνα θυμίζει ένα απέραντο εργοτάξιο; Τα μεγάλα έργα, οι ταυτόχρονες παρεμβάσεις, τα προβλήματα συντονισμού και οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα και την ασφάλεια των πολιτών.
Το τελευταίο διάστημα, η Αθήνα βρίσκεται σε μια περίοδο εκτεταμένων παρεμβάσεων σε υποδομές και δημόσιο χώρο, με εργοτάξια να εμφανίζονται διαδοχικά ή και ταυτόχρονα σε κεντρικούς άξονες και γειτονιές της πόλης. Από δρόμους και πεζοδρόμια έως δίκτυα κοινής ωφέλειας, η εικόνα μιας πόλης σε συνεχή κατασκευή είναι πλέον διάχυτη στην καθημερινότητα μας.
Στο ήδη επιβαρυμένο αστικό περιβάλλον προστίθενται τα μεγάλα έργα της Γραμμής 4 του Μετρό σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, η Κυψέλη και το Γουδή, καθώς και συνεχείς παρεμβάσεις από φορείς όπως η ΕΥΔΑΠ, ο ΔΕΔΔΗΕ, εταιρείες φυσικού αερίου και τηλεπικοινωνιών.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτά τα έργα είναι αναγκαία για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά τον βαθμό συντονισμού τους και την παράλληλη όχληση που προκαλείται σε πολλές περιοχές ταυτόχρονα.
Γιατί υπάρχει σήμερα τόσο μεγάλος όγκος έργων
Η αυξημένη εργοταξιακή δραστηριότητα αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως η υλοποίηση έργων με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα με αυστηρά χρονοδιαγράμματα, η κατασκευή μεγάλων υποδομών όπως η νέα γραμμή του Μετρό, αλλά και οι υποχρεωτικές αναβαθμίσεις δικτύων κοινής ωφέλειας (ρεύμα, φυσικό αέριο, οπτικές ίνες).
Παράλληλα, έργα συντήρησης και αποκατάστασης σε επίπεδο δήμων προστίθενται σε αυτό το ήδη φορτωμένο πρόγραμμα παρεμβάσεων.
Ποιοι «ανοίγουν» τα εργοτάξια στην πόλη
Σύμφωνα με τα στοιχεία των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων, αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη περίπου 50 έργα υπό δημοτική επίβλεψη.
Όπως αναφέρει στο Magazine ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών, Δημοτικής Περιουσίας & Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Παναγιώτης-Πάρης Χαρλαύτης, πρόκειται κυρίως για παρεμβάσεις συντήρησης και αναβάθμισης υποδομών, όπως ηλεκτροφωτισμός, αποκατάσταση οδοστρωμάτων και πεζοδρομίων, έργα ενεργειακής αναβάθμισης, αντιπλημμυρικά έργα, καθώς και παρεμβάσεις σε σχολικά και δημοτικά κτίρια.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλα έργα αστικής ανάπλασης, όπως η ανάπλαση και το γήπεδο του Βοτανικού, αλλά και έργα «έξυπνης πόλης».
Σε αυτά προστίθενται οι παρεμβάσεις από τρίτους φορείς. Σύμφωνα με τις αδειοδοτήσεις του Δήμου Αθηναίων, μόνο τον μήνα Μάιο οι επιμέρους επεμβάσεις από οργανισμούς κοινής ωφέλειας ξεπέρασαν τις 100 και αφορούσαν εργασίες από ΕΥΔΑΠ, ΔΕΔΔΗΕ, παρόχους τηλεπικοινωνιών και φυσικού αερίου.
Η πίεση στο οδικό δίκτυο από τις ταυτόχρονες παρεμβάσεις
Η ταυτόχρονη εκτέλεση έργων από διαφορετικούς φορείς αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες επιβάρυνσης του αστικού δικτύου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία αδειοδοτήσεων του Δήμου Αθηναίων, ο αυξημένος αριθμός από τις επιμέρους παρεμβάσεις από οργανισμούς κοινής ωφέλειας, δημιουργεί συχνά επικαλύψεις στο ίδιο οδικό δίκτυο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, δρόμοι ανοίγουν διαδοχικά από διαφορετικούς φορείς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ενιαίο προγραμματισμό αποκατάστασης, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να παρατείνεται.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών Παναγιώτης-Πάρης Χαρλαύτης: «η εμπλοκή πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και φορέων, συχνά παράγει περισσότερη γραφειοκρατία από όση θα έπρεπε και καθιστά τον συντονισμό πιο δύσκολο, καθώς μακραίνει η αλυσίδα των ανθρώπων που χρειάζεται να συνεννοηθούν μεταξύ τους για να προχωρήσει ένα έργο».
Το ζήτημα του συντονισμού
Ο συντονισμός των έργων πραγματοποιείται μέσω επιβλεπόντων μηχανικών του Δήμου και τακτικών ενημερώσεων από τους αναδόχους και τις υπηρεσίες. Παράλληλα αξιοποιούνται ψηφιακά εργαλεία και πραγματοποιούνται εβδομαδιαίες συναντήσεις με τους εμπλεκόμενους φορείς.
Ωστόσο, στην πράξη, η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων μεταξύ Δήμου, κρατικών φορέων και εταιρειών κοινής ωφέλειας οδηγεί συχνά σε ασυντόνιστες παρεμβάσεις. Παρά την ύπαρξη μηχανισμών αδειοδότησης, οι εργασίες δεν εκτελούνται πάντα με κοινό χρονοδιάγραμμα, με αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενες εκσκαφές στο ίδιο σημείο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, τίθενται ζητήματα χρηματοδότησης, εγκρίσεων από κεντρικούς φορείς και επικαλύψεων αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διοίκησης.
Ο κ. αντιδήμαρχος αναφέρει σχετικά: «μια σημαντική δυσκολία που αντιμετωπίζουμε, γενικά οι ΟΤΑ, ως προς την υλοποίηση διαφόρων έργων, είναι η υποχρηματοδότησή μας, καθώς δεν μας αποδίδονται οι απαιτούμενοι οικονομικοί πόροι, τους οποίους μάλιστα δικαιούμαστε. Άλλες φορές, δεν δίνονται ή καθυστερούν να δοθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων, ενώ έχουμε δει πολλές περιπτώσεις που η κυβέρνηση και οι αποκεντρωμένες διοικήσεις ακυρώνουν αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων. Για να είμαστε δίκαιοι, όμως, η μετάθεση ευθυνών μεταξύ κρατικών φορέων και οι δυσκολίες στη συνεργασία μεταξύ ΟΤΑ-κυβέρνησης ή των ΟΤΑ μεταξύ τους, είναι και ένα διαχρονικό φαινόμενο που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην πολυνομία και κακονομία που χαρακτηρίζει το ελληνικό κράτος. Δυστυχώς, δεν έχουν σημειωθεί ακόμα αρκετά και ουσιαστικά βήματα προόδου σε αυτόν τον τομέα».
Καθυστερήσεις, αποκαταστάσεις και πρόστιμα
Και δεν είναι μόνο το πρόβλημα των συνεχών έργων. Σε πολλές περιπτώσεις, έχουν γίνει αναφορές πως οι εργολάβοι αφήνουν τα σημεία των έργων σε κακή κατάσταση, με πρόχειρα “μπαλώματα” και λακκούβες.
Πολύ συχνά, οι εργασίες που πραγματοποιούνται για λογαριασμό κοινής ωφέλειας, μπορεί να καταλήξουν σε κακοτεχνίες ή ελλιπή αποκατάσταση, όπως επιβεβαιώνει και ο αρμόδιος αντιδήμαρχος, ο οποίος επισημαίνει ότι παρατηρούνται και καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των έργων.
Ο Δήμος Αθηναίων αναφέρει ότι έχει εντατικοποιήσει τους ελέγχους και την επιβολή προστίμων. Ήδη έχουν επιβληθεί είκοσι πρόστιμα σε περιπτώσεις ανοιχτών σκαμμάτων που δεν αποκαταστάθηκαν εγκαίρως.
Επιπτώσεις στην καθημερινότητα και στην οδική ασφάλεια
Οι συνεχείς παρεμβάσεις έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των κατοίκων, με κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, καθυστερήσεις, ηχορύπανση και περιορισμό της προσβασιμότητας σε δρόμους και πεζοδρόμια.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Διεπιστημονική Ομάδα του Ινστιτούτου Οδικής Ασφάλειας (Ι.Ο.ΑΣ.) “Πάνος Μυλωνάς”, οι εργοταξιακές ζώνες δεν επηρεάζουν μόνο τη ροή της κυκλοφορίας, αλλά μεταβάλλουν τη βασική λειτουργία του οδικού χώρου. Η μείωση του διαθέσιμου χώρου για πεζούς και η μετατόπιση διαβάσεων αυξάνει την έκθεση σε κίνδυνο, ιδιαίτερα για ευάλωτες ομάδες όπως παιδιά, ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία και χρήστες μικροκινητικότητας.
«Όταν πεζοδρόμια και διαβάσεις περιορίζονται, διακόπτονται ή μετατοπίζονται λόγω των έργων, οι πολίτες συχνά αναγκάζονται να κινηθούν στο οδόστρωμα ή σε άμεση γειτνίαση με τη μηχανοκίνητη κυκλοφορία. Αυτό δημιουργεί συνθήκες αυξημένης έκθεσης στον κίνδυνο», σημειώνει το Ινστιτούτο.
Παράλληλα, εργοταξιακός εξοπλισμός, περιορισμένη ορατότητα και ανεπαρκής φωτισμός ενισχύουν τον κίνδυνο ατυχημάτων σε διασταυρώσεις και σημεία διέλευσης.
Υπάρχει ολοκληρωμένος σχεδιασμός;
Τα τελευταία χρόνια υλοποιούνται πολυάριθμα έργα αναπλάσεων, οδικής ασφάλειας και βιώσιμης κινητικότητας στην Αθήνα. Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς του πολεοδομικού και συγκοινωνιακού σχεδιασμού, πολλές παρεμβάσεις εξακολουθούν να εμφανίζονται αποσπασματικές, χωρίς πάντα επαρκή λειτουργική σύνδεση μεταξύ τους.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το κατά πόσο υπάρχει πράγματι ένα ενιαίο, μακροπρόθεσμο σχέδιο για τον δημόσιο χώρο και τις υποδομές ή αν ο σημερινός σχεδιασμός διαμορφώνεται περισσότερο από επιμέρους ανάγκες και χρονικούς περιορισμούς έργων.
Από την πλευρά του Δήμου Αθηναίων, πάντως, απορρίπτεται η εικόνα απουσίας στρατηγικής. Όπως σημειώνει ο αρμόδιος αντιδήμαρχος, υπάρχει συγκροτημένο σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της πόλης, το οποίο καλείται να υλοποιηθεί μέσα σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, με υψηλή πυκνότητα δόμησης και διαχρονικές πολεοδομικές δυσκολίες.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η Αθήνα έχει διαμορφωθεί ιστορικά σε ένα πλαίσιο περιορισμένων υποδομών σε σχέση με τον σημερινό πληθυσμό και τις ανάγκες της, ενώ οι διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας –οικονομική, υγειονομική και ενεργειακή– έχουν επηρεάσει σημαντικά τον ρυθμό υλοποίησης και συντήρησης των έργων.
Ωστόσο, το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο ο υπάρχων σχεδιασμός μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο συντονισμού στην πράξη ή αν η εφαρμογή του καταλήγει να «σπάει» σε επιμέρους έργα, τα οποία εξελίσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς, διαφορετικούς φορείς και διαφορετικές προτεραιότητες.
Χωρίς έναν ενισχυμένο μηχανισμό πλήρους συγχρονισμού μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων, η εργοταξιακή εικόνα της Αθήνας αναμένεται να παραμείνει έντονη και τα επόμενα χρόνια, όσο τα έργα συνεχίζονται παράλληλα σε διαφορετικά επίπεδα και χρονοδιαγράμματα.