ΔΕΗ
AP PHOTOS / 24 MEDIA CREATIVE TEAM

FUCK MODERN FOOTBALL? Ο ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΓΟΥΙΛΣΟΝ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΦΕΤΙΝΟ ΜΟΥΝΤΙΑΛ ΩΣ “ΣΗΜΕΙΟ ΒΡΑΣΜΟΥ”

Μια συζήτηση με τον σημαντικότερο σύγχρονο ιστορικό του ποδοσφαίρου. Για την μπάλα ως παράθυρο στον κόσμο, για τα παλιά που δεν ήταν πάντα καλύτερα, για τους ποδοσφαιρόφιλους που δεν είναι ηλίθιοι.

Είναι 1982, ένα εξάχρονο αγόρι, σε μία πόλη του βρετανικού βορρά, ανοίγει την τηλεόραση και παρακολουθεί το πρώτο του αγώνα Μουντιάλ. Στην πρεμιέρα, η χώρα του σκοράρει μετά από μόλις 27 δευτερόλεπτα με τον αρχηγό της, Μπράιαν Ρόμπσον, που γίνεται αυτόματα ο πρώτος του αγαπημένος παίκτης – όλα πάνω του μοιάζουν τόσο κουλ, από την 80s χαίτη ως το πολύχρωμο περικάρπιό του. 

Γενικά, όλα του μοιάζουν εξωτικά. Ο θόρυβος από τις κερκίδες, διαφορετικός. Η ζέστη, διαφορετική. Ο πίνακας αποτελεσμάτων, στα ισπανικά. Ακόμα και οι τηλεοπτικές κάρτες στα ισπανικά, οι διαφημίσεις σε άλλες γλώσσες, οι εμφανίσεις των ομάδων πολύχρωμες. Το παράθυρο σε έναν υπέροχο «γενναίο, νέο κόσμο», έχει μόλις ανοίξει. «Μέχρι τότε, είχαμε μόνο τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, στιγμιότυπα από αγώνες πρωταθλήματος, μερικούς Άγγλους που έπαιζαν στο εξωτερικό – κι αυτό ήταν όλο βασικά. Καμία σχέση με σήμερα που μπορείς να παρακολουθείς ποδόσφαιρο 24 ώρες το 24ωρο»

Ο ήρωάς μας αποκτά εμμονή. Διαβάζει και ξαναδιαβάζει το άλμπουμ εκείνου του παγκοσμίου κυπέλλου. Αποστηθίζει παίκτες κι ενδεκάδες, μαθαίνει χώρες, πρωτεύουσες και σημαίες, το ποδόσφαιρο γίνεται το καλύτερο μάθημα γεωγραφίας όπως συνέβη σε τόσους και τόσους από μας. Για την ακρίβεια το Μουντιάλ της Ισπανίας, για εκείνο το μικρό αγόρι, έπαιξε το ρόλο που παίζει σήμερα το ίντερνετ. 

Για τον Τζόναθαν Γουίλσον το να γράφει για ποδόσφαιρο ήρθε ως φυσική εξέλιξη. Έγινε συνήθεια πολύ πριν γίνει καριέρα. Γέμισε σχολικά τετράδια με φανταστικές ομάδες κι επινοημένες συνθέσεις. Έγραψε ως έφηβος σε ποδοσφαιρικά φανζίν στη γενέτειρά του, το Σάντερλαντ. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης συνεργαζόταν ήδη με ποδοσφαιρικά περιοδικά και προσπαθούσε να απαντήσει στο δίλημμα αν το μέλλον ήταν εκεί ή στην Ακαδημία.

Από την Οξφόρδη στον Γκουαρδιόλα

Έχουν περάσει 44 χρόνια από εκείνο το πρώτο απόγευμα κι ο Γουίλσον βρίσκεται αυτές τις μέρες στα γήπεδα της αμερικανικής ηπείρου. Παρακολουθεί το έκτο του Μουντιάλ από κοντά ως μια από τις σημαντικότερες -αν όχι η πιο σημαντική- ποδοσφαιρική πένα του 21ου αιώνα. Σταθερός συνεργάτης του Guardian, podcaster και, κυρίως, πολυβραβευμένος συγγραφέας 13 βιβλίων που διερευνούν τι παίζεται πίσω από το παιχνίδι. Αντιμετωπίζοντας το ποδόσφαιρο ως κουλτούρα, μνήμη και ταυτότητα, ως έναν τρόπο να καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο. Δύο από αυτά τα βιβλία κυκλοφόρησαν τους τελευταίους μήνες από την MVPublications: η εκπληκτική εξονυχιστική έρευνά του για την ποδοσφαιρική ιστορία της Αργεντινής (Οι Άγγελοι με τα Βρώμικα Πρόσωπα) και μια ανθολογία απίθανων ιστοριών από σχεδόν 100 χρόνια Παγκοσμίου Κυπέλλου (Δύναμη & Δόξα).

Τον πετυχαίνω στο Λονδίνο λίγο πριν ετοιμάσει βαλίτσες για Αμερική. Ούτε ο ίδιος δεν το φανταζόταν πόσο θα δικαιωνόταν η απόφαση που πήρε οριστικά τον Απρίλιο του 2000 να παρατήσει το ακαδημαϊκό όνειρο και να μετακομίσει στο Λονδίνο, επιδιώκοντας μια καριέρα γύρω από το ποδόσφαιρο. Έγραψε ένα βιβλίο βασισμένο στα ταξίδια του στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, εγραψε άλλο ένα για την ομάδα της πόλης του, όμως το breakthrough ήρθε το 2008 με το Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα (εκδ. POLARIS), μια έξοχη ιστορία των ποδοσφαιρικών τακτικών και συστημάτων που έγινε παγκόσμιο best seller. «Άλλαξε τα πάντα, για μένα, σχεδόν σε μια νύχτα. Από ανερχόμενος συγγραφέας, έγινα καθιερωμένη φωνή. Έπιασα δουλειά στον Guardian, προέυψαν ευκαιρίες για περισσότερα βιβλία κι εμφανίσεις στα ΜΜΕ. Με δύο λόγια, άλλαξα επίπεδο».  

Τζόναθαν Γουίλσον

Κι από την άλλη, άρχισαν να τον αποκαλούν ειδικό στην τακτική, ενώ εκείνος ποτέ δεν είδε έτσι τον εαυτό του. Το ενδιαφέρον του, επιμένει, δεν ήταν ποτέ οι διατάξεις και τα διαγράμματα, «αυτό που με ενδιέφερε ήταν πάντα οι άνθρωποι και οι ιδέες». Αυτή η διάκριση έχει σημασία γιατί αντανακλά ένα ευρύτερο πεδίο έντασης στη σύγχρονη ποδοσφαιρική κουλτούρα. Οι fans, ο Γουίλσον συμφωνεί, σήμερα καταλαβαίνουν καλύτερα το σπορ σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Η τακτική ορολογία που κάποτε ανήκε σε προπονητικά σεμινάρια, σήμερα χρησιμοποιείται με άνεση από τους ποδοσφαιρόφιλους που μιλάνε για σημεία εστίασης στο πρέσινγκ, υπερφορτώσεις κι άμυνα μέσω κατοχής – “pressing triggers”, “overlaps” και “rest defense”, αν προτιμάτε. Όταν όμως προσποιείσαι τον «ειδικό», απολαμβάνεις με τον ίδιο τρόπο το παιχνίδι; «Ο κόσμος πρέπει να βλέπει ποδόσφαιρο όπως θέλει. Αν θέλει να αναλύει τις τακτικές σε βάθος, πολύ καλώς. Αν θέλει να φωνάζει στην τηλεόραση ή στο γήπεδο και να το απολαμβάνει συναισθηματικά, είναι επίσης μια χαρά. Με αυτό που έχω γίνει ελαφρώς δύσπιστος είναι τα αριθμητικά δεδομένα – είναι χρήσιμα, αλλά δεν είναι το παν». 

Του ζητάω να προβλέψει την επόμενη τακτική «μόδα». Απαντά, τονίζοντας πόσο σχετικά είναι όλα αυτά, πόσο «το context είναι αυτό που έχει την περισσότερη σημασία», φέρνοντας για παράδειγμα την πλήρη αντίθεση των δύο σεζόν του Σλοτ στη Λίβερπουλ. «Νομίζω πώς κλείνει ο κύκλος της εποχής Γκουαρδιόλα που δημιούργησε μια παγκόσμια συναίνεση – ποδόσφαιρο που βασίζεται στην κατοχή, στην πίεση ψηλά, παιχνίδι θέσης, δημιουργία υπεραριθμιών – στην οποία ήρθε κι ο Κλοπ και πρόσφερε μια πιο επιθετική παραλλαγή. Αυτή η συναίνεση διήρκεσε περίπου 15 χρόνια, πιθανώς περισσότερο από όσο κρατούσαν άλλα ρεύματα στο παρελθόν. Αλλά τώρα, νομίζω, ότι ακόμα και ο Γκουαρδιόλα έχει αλλάξει. Ο Αρτέτα π.χ. είναι διαφορετικός, νέοι προπονητές πειραματίζονται διαρκώς, άρα μπαίνουμε σε μια μ.Γκ. (μετά τον Γκουαρδιόλα) εποχή που κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι θα ακολουθήσει. Τα analytics που προανέφερα σίγουρα θα παίξουν ρόλο». Καταλήγει, γελώντας, «πάντως αν μου ζητούσατε να διαχειριστώ μια ομάδα, θα χρειαζόμουν σίγουρα κάποιον άλλο να κάνει την τακτική. Θα μπορούσα βέβαια να κάνω καλά τη συνέντευξη Τύπου, αλλά όχι τα υπόλοιπα». (Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γουίλσον είναι λάτρης του κρίκετ και, κατά δήλωσή του, καλύτερος σε αυτό το σπορ απ’ ότι στο ποδόσφαιρο.)

 

Ο Μπούκοβι στα σινεμά του Πειραιά και οι εννιά θαμμένες γάτες της Ράσινγκ

Στο Δύναμη & Δόξα, ο Γουίλσον κάνει μία διαφορετική ιστορική αναδρομή στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως «κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι», ως «μία παγκόσμια εμμονή», ως «ένα απόλυτο εργαλείο εξουσίας». Διαβάζουμε ιστορίες από την Ιταλία του Μουσολίνι, από τη διχοτομημένη Γερμανία, από το ποδόσφαιρο στην εποχή του ψυχρού πολέμου αλλά και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Διαβάζουμε ιστορίες για αλλαντοπώληδες, για γκάουτσος, για γουρούνια, σκυλιά και λιοντάρια που πάντα κάπως συνδέονται με το «όμορφο παιχνίδι». Ο Γουίλσον διαθέτει άφθονες, από τα αμέτρητα ταξίδια που έχει κάνει, καταγράφοντας τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου.  Η ποδοσφαιρική κουλτούρα που τον εξέπληξε περισσότερο στα χρόνια του ως ιστορικού της μπάλας είναι εκείνη της προπολεμικής Ουγγαρίας. «Ήταν τεράστια η επιρροή της στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Οι προπονητές της εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική κι αναμόρφωσαν το σύγχρονο παγκόσμιο ποδόσφαιρο παγκοσμίως. Είναι λάθος να μιλάμε μόνο για την εποχή του Πούσκας στα 1950s, πρέπει να γυρίσουμε και δεκαετίες νωρίτερα». 

Κι εδώ ανοίγει μια φανταστική παρένθεση, σκάβοντας ακόμα πιο βαθιά στο σεντούκι με τις ιστορίες από τη μακρά έρευνά του στο ποδόσφαιρο πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» που ήταν και το αντικείμενο του πρώτου του βιβλίου πίσω στο 2006. Μιλάει για τον Μάρτον Μπούκοβι, τον θρυλικό ούγγρο προπονητή του Oλυμπιακού στα 60s (1965-1967), που ήταν και λάτρης του σινεμά. Στους δεκάδες κινηματογράφους του Πειραιά, άλλωστε, ήταν που σκότωνε τον χρόνο του μεταξύ των υποχρεώσεων σε προπονήσεις κι αγώνες, συχνά βλέποντας περισσότερες από μία ταινίες την ημέρα. Με μία προϋπόθεση όμως: στο ταμείο ρωτούσε τους υπαλλήλους που πια τον γνώριζαν προσπωικά αν στην αίθουσα βρισκόταν ήδη η σύζυγός του κι αν εκείνοι απαντούσαν καταφατικά ο Μπούκοβι συνέχιζε στον επόμενο κινηματογράφο. 

O Μπράιαν Ρόμπσον σκοράρει εναντίον της Γαλλίας στην πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 και γίνεται αυτόματα το πρώτο ποδοσφαιρικό είδωλο του Τζόναθαν Γουίλσον. AP photo
Για τους Αργεντίνους το ποδόσφαιρο ήταν πάντα λίγο πιο σημαντικό απο «ζήτημα ζωής και θανάτου» AP Photo/Pavel Golovkin

Κλείνει η παρένθεση και πάμε Αργεντινή. Οι Άγγελοι με τα Βρώμικα Πρόσωπα είναι η απόλυτη ιστορία της σχέσης μιας χώρας με ένα σπορ που το βλέπει σαν ολόκληρη φιλοσοφία ζωής κι όχι απλά ως παιχνίδι. Ο Γουίλσον ξεκινά από τις απαρχές, στα τέλη του 19ου αιώνα, και μέσα από δεκάδες συνεντεύξεις, μαρτυρίες, ντοκουμέντα και πολλά ταξίδια στη χώρα της Λατινικής Αμερικής φτάνει ως τις μέρες μας, συναντώντας στην πορεία τον Μαραντόνα και τον Μέσι, πολέμους και χούντες, εθνικούς θριάμβους και τραγωδίες. «Το ποδόσφαιρο της Νότιας Αμερικής είναι γεμάτο μύθους. Συγγραφείς όπως ο ουρουγουανός Εδουάρδο Γκαλεάνο είναι λαμπροί, αλλά συχνά δίνουν προτεραιότητα στην αφήγηση έναντι της πραγματικότητας. Πολλές διάσημες ιστορίες τους δεν αντέχουν σε εξονυχιστικό έλεγχο, όπως εκείνη με τον τερματοφύλακα που αυτοκτόνησε στη μέση του γηπέδου ή του στράικερ που ήταν μεθυσμένος, του έριξαν έναν κουβά κρύο νερό στο κεφάλι και βγήκε και σκόραρε 2 γκολ για λογαριασμό της Ρίβερ Πλέιτ.

Αλλά θα σου πω μια ιστορία που την επαλήθευσα κι εξακολουθώ να την βρίσκω εκπληκτική: το 1967, όταν η Ράσινγκ Κλουμπ κέρδισε το Διηπειρωτικό Κύπελλο, οι αντίπαλοί οπαδοί της Ιντεπεντιέντε έθαψαν εννέα μαύρες γάτες κάτω από το γήπεδό της για να την καταραστούν. Και είτε το πιστεύετε είτε όχι, πέρασαν δεκαετίες χωρίς η Ράσινγκ να κερδίσει κάποιον τίτλο, 34 ολόκληρα χρόνια. Αυτή η ξηρασία τελείωσε μόνο κατά τη διάρκεια ανάπλασης του σταδίου, όταν κι ανακαλύφθηκε και ο τελευταίος γατίσιος σκελετός στα κατεδαφισμένα συντρίμμια. Ακούγεται αδύνατο, αλλά, πιστέψτε με, συνέβη. Την επόμενη χρονιά, πήραν το πρωτάθλημα».

Αλήθεια, εκείνος ένας βαθύς μελετητής του αργεντίνικου ποδόσφαιρου πώς νιώθει σήμερα για το θρυλικό ματς του 1986 με το «χέρι του θεού» και «το γκολ του αιώνα», αμφότερα από τον Ντιέγο Μαραντόνα; «Τότε, ως δέκα χρονών παιδί, ήμουν ασφαλώς ενοχλημένος. Σήμερα, το έχω ξεπεράσει. Το βλέπω απλά σαν κάτι που συνέβη. Και, ξέρεις, στο ποδόσφαιρο συμβαίνουν πολλά πράγματα, καλά και κακά», απαντά με την αποστασιοποίηση της τυπικής βρετανικής ανωτερότητας. 

Η «χαρά του παιχνιδιού» στο κενό μεταξύ νοσταλγίας και sportswashing

Υπάρχει ένα σύνθημα, γραμμένο σε τοίχους και hashtag εδώ και χρόνια στα σόσιαλ, που διαρκώς επιστρέφει ειδικά κάθε φορά που έχουμε Παγκόσμιο Κύπελλο. “Fuck Modern Football”. Κι όσοι δεν θέλουν να είναι τόσο σκληροί, χρησιμοποιούν αντ’ αυτού την έκφραση «το ποδόσφαιρο έχει χάσει την ψυχή του». Το ίδιο λένε και τα δύο. Ότι κάτι θυσιάσαμε επιλέγοντας στο δρόμο της εμπορευματοποιησης, της τηλεοπτικής διεύρυνσης, των πολιτικά αμφιλεγόμενων διοργανωτών και των cooling breaks ενώ βρέχει. O Τζόναθαν Γουίλσον πιστεύει ότι έχουμε πάντα την τάση να ρομαντικοποιούμε το παρελθόν και να το εξιδανικεύουμε. «Νομίζω ότι δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι παλιά όλα ήταν καλύτερα. Το αγγλικό ποδόσφαιρο στη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν συχνά επικίνδυνο και χαοτικό. Θυμάμαι να είμαι σε αγώνες όπου η βία ήταν κάτι το φυσιολογικό. Ως οπαδούς της Σάντερλαντ να μας στήνουν ενέδρες οι οπαδοί της Ντέρμπι ή να μας πετάνε πέτρες οι οπαδοί της Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Κοιτάζοντας πίσω, από τη μία σκέφτομαι ότι ήταν ανεύθυνοι οι γονείς μου που με άφηναν να πηγαίνω μόνος μου στο γήπεδο και ότι είναι συγκλονιστικό ότι δεν συνέβησαν ακόμα περισσότερες και πιο σοβαρές τραγωδίες. Έχω βρεθεί σε ματς που εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί σε Χίλσμπορο, όσο κι αν ξέρουμε πια πως οδηγηθήκαμε σε εκείνη την τραγωδία. Άρα το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αναμφισβήτητα πιο ασφαλές, συνεπώς είναι και καλύτερο.

Δεν θα πω όμως ότι δεν έχει χαθεί και κάτι: είναι η αίσθηση της κοινότητας που υπονομεύεται από το ότι όλα κυριαρχούνται πια από τα χρήματα. Είμαι ευτυχής που η ομάδα μου, η Σάντερλαντ, δεν έχει ακόμα αλλοιωθεί και δεν ορίζει τις τύχες της κάποιο αραβικό εμιράτο. Όμως στο επίπεδο του ανταγωνισμού, ναι, το σπορ έχει αλλάξει. Και στα εθνικά πρωταθλήματα και στις διεθνείς διοργανώσεις. Πάνε οι εποχές που μια ομάδα από τη Σερβία ή τη Ρουμανία ή ακόμα την Ελλάδα, μπορούσε να κάνει την έκπληξη π.χ. στο Τσάμπιονς Λιγκ».

Κανείς. Απολύτως κανείς. - ο Τζιάνι Ινφαντίνο δίνει το Βραβείο Ειρήνης της FIFA, για να του απαλύνει τον πόνο που δεν πήρε το αντίστοιχο Νόμπελ Mandel Ngan/AP

Κι έπειτα είναι και το sportswashing

Το 23ο Μουντιάλ σε ΗΠΑ, Μεξικό και Καναδά που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων, δεν είναι λιγότερο αμφιλεγόμενο από τις προηγούμενες διοργανώσεις π.χ. το 2018 στη Ρωσία του αυταρχικού Πούτιν και το 2022 στο Κατάρ των βαναυσων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των τουλάχιστον 6500 νεκρών εργατών στα εργοτάξια των γηπέδων, σύμφωνα με εκείνη την συγκλονιστική έρευνα του Guardian. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει το παιχνίδι, αλλά μήπως όλα αυτά γίνονται στις πλάτες μας, στις πλάτες των αληθινών fans; 

«Την καταλαβαίνω αυτή την προσέγγιση, βασίζεται σε facts. Μην ξεχνάμε όμως ότι έτσι ήταν και παλιότερα. Έχουμε την χούντα του Βιντέλα το 1978, οι περισσότεροι αγνοούν ότι και το 1970 στο Μεξικό υπήρχε δικτατορία. Μη γυρίσουμε στο 1934 ή στο 1950 όπου επίσης το πολιτικό πλαίσιο ήταν προβληματικό. 

Θέλω όμως να σταθώ στο Κατάρ γιατί ήμουν εκεί και ήταν ιδιαίτερα έντονο το συναίσθημα της απογοήτευσης. Το βίωνες παντού -στο αεροδρόμιο, στους δρόμους, στο μετρό, στα στάδια- πώς να αγνοήσεις ποιος τα έχτισε και με τι κόστος; Παράλληλα, παίχτηκε απίστευτο ποδόσφαιρο. Και δεν πρέπει να ντρεπόμαστε που το απολαύσαμε. 

Τα δύο πράγματα, λοιπόν, συνυπάρχουν: η ομορφιά του ποδοσφαίρου και η πολιτική δύναμη που το περιβάλλει. Γι’ αυτό το βιβλίο μου ονομάζεται “Δύναμη & Δόξα”. Όλοι έχουν προβλήματα στη ζωή τους. Το ποδόσφαιρο είναι μια απόδραση, για πολλούς μάλιστα η πιο προσιτή. Είναι απολύτως λογικό να λένε: “Θέλω απλώς να παρακολουθήσω το ματς”. Κι αυτό είναι απολύτως ΟΚ. Κανείς δεν πρέπει να νιώθει ένοχος επειδή απλά βλέπει μπάλα.

Ο Κ.Σ. Λιούις είπε κάποτε ότι “διαβάζουμε λογοτεχνία για να ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι”. Το ποδόσφαιρο το κάνει αυτό καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Μπορείτε να πάτε οπουδήποτε στον κόσμο και να αναφέρετε την κουτουλιά του Ζιντάν το 2006 και οι άνθρωποι συνδέονται αμέσως. Το ποδόσφαιρο είναι πάνω απ’ όλα μία κοινή πολιτισμική γλώσσα». 

Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι φέτος π.χ πρέπει να ανεχθούμε τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Τζιάνι Ινφαντίνο; «Ναι. Εξακολουθώ να εύχομαι να μην συνέβαιναν αυτοί οι θεατρινισμοί. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πόσο ακόμα θα χρειαζόταν να αηδιάσει το κοινό για να να συμβεί η αλλαγή. Το φετινό τουρνουά μοιάζει πιο κοντά από ποτέ σε αυτό το σημείο βρασμού: φουσκωμένο, υπερβολικά εμπορικό, καθοδηγούμενο αποκλειστικά από τα χρήματα. Βρίσκω φρικτή την ιδέα της επέκτασης σε 48 ομάδες, την οποία δικαιολόγησαν υποστηρίζοντας ότι δήθεν βελτιώνει την εκπροσώπηση. Βέβαια, αν ήταν αυτός ήταν ο στόχος, θα μπορούσαν να αλλάξει η μορφή των προκριματικών. Αυτή η επέκταση αφορά ψήφους και χρήματα. Το αποτέλεσμα είναι διογκωμένες τιμές εισιτηρίων, περισσότερα παιχνίδια και λιγότερη αθλητική ακεραιότητα. Πλέον χρειαζόμαστε 72 αγώνες μόνο και μόνο για να αποκλειστούν οι πιο αδύναμες ομάδες. Οι ποδοσφαιρόφιλοι δεν είμαστε ηλίθιοι – μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει. Το πραγματικό ζήτημα είναι φυσικά ότι ο Τζιάνι Ινφαντίνο δεν φαίνεται να κατανοεί την ποδοσφαιρική κουλτούρα. Καταλαβαίνει τη δύναμη και τα χρήματα, αλλά όχι τι εκτιμούν οι οπαδοί».

Is it coming home?

Για να δούμε... AP Photo/Julio Cortez

Δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε διαφορετικά. Θα έρθει σπίτι;

Ο Τζόναθαν Γουίλσον δεν είναι πολύ αισιόδοξος. Πιστεύει στην ανοδική πορεία των τελευταίων χρόνων, πιστεύει στη δεξαμενή ταλέντων που είναι καλύτερη από ποτέ, πιστεύει και στον γερμανό προπονητή Τόμας Τούχελ. Ωστόσο, φοβάται ότι οι παίκτες της εθνικής Αγγλίας θα είναι εξαντλημένοι, αφού η Πρέμιερ Λιγκ είναι εξαιρετικά απαιτητική. Θα έδινε ως φαβορί την Ισπανία, αλλά οι τραυματισμοί  παικτών όπως ο Νίκο Γουίλιαμς και ο Φεράν Τόρες μειώνουν την επιθετική της απειλή. Οπότε κλίνει μάλλον προς τη Γαλλία, ακόμα κι αν ο Ντιντιέ Ντεσάμπ είναι συντηρητικός και το ποδόσφαιρό τους δεν είναι συναρπαστικό, γιατί είναι αμυντικά ισχυροί κι έχουν παίκτες όπως ο Μπαπέ και ο Μάικλ Ολίσε  που μπορούν να αποφασίσουν παιχνίδια. Ως teams to watch προτείνει την πολύ ενδιαφέρουσα Ιαπωνία και είναι ενθουσιασμένος με το επιθετικό παιχνίδι της Νορβηγίας.

Αντί επιλόγου, τον ρωτάω αν θα μπορούσε να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο και να παρακολουθήσει μόνο έναν αγώνα ποιος θα ήταν αυτός; «Μάλλον ο τελικός του 1950 στο Μαρακανά – το περίφημο “Μαρακανάζο”, όταν η Ουρουγουάη κέρδισε τη Βραζιλία με 2–1. Η απόλυτη σιωπή όταν σκόραρε η Ουρουγουάη είναι κάτι που θα ήθελα πολύ να έχω δει».

 

 

 

Info:

Τα βιβλία του Τζόναθαν Γουίλσον, Δύναμη & Δόξα και Οι Άγγελοι με τα Βρώμικα Πρόσωπα, κυκλοφορούν από τις MVPublications

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα