ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ 25 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ Ο ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΙ ΠΟΥΛΕΝ;
25 μετά την κυκλοφορία του, το κλασικό φιλμ του Ζαν Πιερ Ζενέ βγαίνει ξανά στα θερινά. Πώς μοιάζει σήμερα η τότε υποδοχή της ταινίας;
Όπως κάθε τι βαθιά ριζωμένο μέσα μας, έτσι και το σινεμά στις περιπτώσεις των πιο εμβληματικών, ευρύτατα αγαπημένων ταινιών μπορεί να προκαλεί τις ίδιες αντιδράσεις με εκείνες μιας βιωματικής ανάμνησης.
Ακούς ας πούμε το ακορντέον του Γιαν Τιρσέν και δεν είσαι πια θεατής σε ένα καναπέ ή σε μια καρέκλα θερινού σινεμά – είσαι ένα άτομο πολλά χρόνια νεότερο, που βρίσκεται μέσα σε μια ονειρική εκδοχή της Μονμάρτης, ψάχνοντας με συγκινητική αφέλεια το καλό στον κόσμο γύρω σου, στις μικρές πράξεις και στις μικρές αλληλεπιδράσεις της καθημερινότητας.
Στην ταινία, που κυκλοφόρησε αρχικά το 2001 και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα από τα απόλυτα καθοριστικά σινεφίλ φαινόμενα του 21ου αιώνα, η νεαρή σερβιτόρα Αμελί (η Οντρέ Τοτού σε έναν από τους οπτικά διασημότερους ρόλους στην ιστορία του σινεμά) περιφέρεται στα στενά της Μονμάρτης θέλοντας απλώς να βοηθήσει τους ανθρώπους γύρω της να βρουν την ευτυχία. Χτίζει έναν κόσμο φαντασίας και μοιράζει τη μαγεία της δίχως εγωισμό ή συμφέρον – αλλά τι θα γίνει με το δικό της happy end;
Από το παιχνιδιάρικο (σκανταλιάρικο; παιδικό; πονηρό; μια αληθινή Μόνα Λίζα του σύγχρονου σινεμά!) βλέμμα της Οντρέ Τοτού, στα φίλτρα του Μπρούνο Ντελμπονέλ που συνθέτουν ένα Παρίσι σα να ξεπήδησε μέσα από ένα ξεθωριασμένο αλλά προσεγμένο και ατελείωτα ξεφυλλισμένο φωτογραφικό άλμπουμ – κι από εκεί στη μουσική του Γιαν Τιρσέν που συνδυάζει παριζιάνικη νοσταλγία, παιδικό ενθουσιασμό και μια αθεράπευτα ρομαντική ορμή, η Αμελί δημιούργησε μια αληθινή Στιγμή στο χρόνο.
Ένας πραγματικός πολιτιστικός σεισμός, το φιλμ του Ζενέ έγινε παγκόσμια επιτυχία, γεμίζοντας τα σινεμά για μήνες, δημιουργώντας νέα σημεία αναφοράς, φτάνοντας στο επίκεντρο της συζήτησης (και τις καθόλου παράλογες διαφωνίες σχετικά με το είδος του Παρισιού που επιλέγει να εκπροσωπεί η ταινία) και κερδίζοντας ένα τσουβάλι βραβεία (BAFTA, Σεζάρ) και 5 υποψηφιότητες Όσκαρ.
Είναι πάντα δύσκολο να προσπαθείς να περιγράψεις ένα φαινόμενο τόσα χρόνια μετά το ίδιο το γεγονός, αλλά πραγματικά… έχει υπάρξει έκτοτε κάτι αντίστοιχο; Μια ταινία που είχαν δει οι πάντες από 17 φορές, και εκτός από επίκεντρο συζήτησης άσκησε και τεράστια επιρροή: αμέτρητες ταινίες και σειρές των επόμενων δεκαετιών θα προσπαθούσαν απεγνωσμένα να πουλήσουν τον εαυτό τους στο κοινό ως Κάτι Που Έστω Και Ανεπαίσθητα Σου Θυμίζει Το Amelie. Ενώ ο Γιαν Τιρσέν λογικά θα μπορεί να κάνει sold out συναυλίες για όλη του τη ζωή χωρίς να χρειαστεί να βγάλει ούτε νότα άλλης μουσικής.
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΛΙ
«Πρόκειται για μια ταινία-παγίδα», έγραφε ο Τομά Σοτινέλ στη Le Monde σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θετικές κριτικές της εποχής, που ξεκινά περιγράφοντάς την ως «μαθηματική και συναισθηματική, μια ακαταμάχητη ιστορία αγάπης». Και μαθηματικά, και συναίσθημα! Καμία απορία γιατί αγάπησα αυτή την ταινία.
«Με δόλωμα παντού γύρω της και, στη μέση, έναν μηχανισμό διαβολικής ακρίβειας που απορροφά τα θύματά της, τα βυθίζει μέχρι να επιτύχει την απόλυτη παράδοση», γράφει ο γάλλος κριτικός σε ένα κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή εξαρχής παρατηρεί, αναλύει και τελικά εκτιμά το φιλμ με ειλικρινείς όρους: Όχι ως ένα ασαφώς και αορίστως “Γοητευτικό Παραμυθάκι” αλλά ως έναν εμφανή μηχανισμό χειρισμού του θεατή – αλλά διαολεμένα αποτελεσματικό.
«Ο Ζαν-Πιερ Ζενέ παρουσιάζει την περίπτωση της Αμελί όπως διατυπώνεται ένα μαθηματικό πρόβλημα», παρατηρεί ο Σοτινέλ. «Σε αυτόν τον σχολικό και νοσταλγικό λόγο (μυρωδιά μωβ μελανιού, αναφορά σε ένα παρελθόν ασπρόμαυρης τηλεόρασης, ξεχασμένους ήρωες του Γύρου της Γαλλίας και σπίτια από μυλόπετρα) ανταποκρίνεται μια αισθητική ταυτόχρονα παράξενη και παρηγορητική. Το φως περνάει από ζεστά φίλτρα, οι γωνίες λήψης είναι απροσδόκητες αλλά πάντα τρυφερές για τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, όλα όμορφα τοποθετημένα στο κάδρο».
«Όλες αυτές οι ακροβατικές κινήσεις εκτελούνται με μια ταχύτητα και μια χαρούμενη δεξιοτεχνία που είναι σχεδόν ακαταμάχητες. Πόσο μάλλον που οδηγούν στο δεύτερο υποχρεωτικό στάδιο που έχει τοποθετήσει ο Ζενέ στην πορεία της Αμελί: τον ποιητικό ρεαλισμό», σημειώνει ο αρθρογράφος. «Ο Καρνέ συναντά τον Περέκ, και εκατό δευτερεύοντες ρόλοι ανθίζουν. […] Αυτή η υπερβολή σε μέσα και ταλέντα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερβολική δόση αν, στο επίκεντρο της ταινίας, δεν υπήρχε ένα πραγματικό μυστήριο, ένας χώρος για τη φαντασία και το όνειρο».
Δηλαδή, επιχειρηματολογεί η Le Monde, δεν είναι πως το φιλμ αυτό δεν είναι εμφανές και πυκνό ως κατασκευή, σα να βλέπεις ένα περίπλοκο μηχανισμό να σε μεταχειρίζεται μπροστά στα μάτια σου, με τα γρανάζια του να γυρίζουν. Όχι, το κλειδί είναι πως μέσα στη Μηχανή, χτυπά μια αληθινή καρδιά.
«Η Αμέλι στοιχειώνει την ταινία, κυνηγώντας ένα άλλο φάντασμα, τον Νίνο Κινκαμποά, υπάλληλο σε ένα sex-shop, συλλέκτη φωτογραφιών που βρίσκει στους κάδους των φωτοαυτοματών. Είναι σε αυτή την ωδή στις μικρές καμπίνες με τις πορτοκαλί κουρτίνες που το ταλέντο του Ζαν-Πιερ Ζενέ ανθίζει καλύτερα. Κουτιά-φαντάσματα, σημεία συνάντησης, ο σκηνοθέτης κάνει αυτές τις καμπίνες φωτογραφιών την καρδιά της ταινίας του», εξηγεί ο Σοτινέλ.
«Μια ηχώ, γεμάτη αγάπη, σημαδεμένη από μια ανεπανόρθωτη απουσία». Δηλαδή, ένα νοσταλγικό παραμύθι-μηχανισμός ακριβείας; Αναμφίβολα. Αλλά τόσο γεμάτος από μελαγχολία, με μια καρδιά που τόσο πονά, και σαν όλο περιτριγυρισμένο από φαντάσματα μια Άλλης Ευτυχίας.
Τα τονίζουμε όλα αυτά επειδή έχει τεράστιο ενδιαφέρον να δούμε την άλλη πλευρά της υποδοχής, μιας και μεγάλη μερίδα της τότε κριτικής είχε κατηγορήσει το φιλμ για εργαλειοποίηση της νοσταλγίας, παρουσιάζοντας ένα νοσταλγικό Παρίσι-καρτποστάλ, κατάλευκο, βγαλμένο από ένα παρελθόν που δεν υπήρξε.
Έγραψε τότε στο Les Inrockuptibles ο Σερζ Καγκάνσκι πως «δεν έχω καμία εκτίμηση για το τεχνητό ύφος του Ζενέ, για αυτόν τον τρόπο που έχει να ελέγχει τις εικόνες του και να τακτοποιεί τα κάδρα του σαν ένας μανιακός της τάξης, ο οποίος γεμίζει το σαλόνι του με πλήθος από μπιμπελό και έπιπλα τοποθετημένα σχολαστικά στη θέση τους και στη συνέχεια σου ζητά να φορέσεις παντόφλες πριν μπεις. Το σινεμά του Ζενέ είναι αδυσώπητα σφιγμένο, 100% τεχνητό και κατασκευασμένο. Δεν αφήνει να περάσει ούτε μια χαραμάδα αέρα, ούτε μια πνοή ζωής, ούτε ένα ψήγμα πραγματικότητας».
Είναι ήδη ενδιαφέρον πως το ίδιο πράγμα παρατηρούν οι δύο αρθρογράφοι – ο ένας με θαυμασμό, ο άλλος με απέχθεια. Κάτι που επεκτείνεται ως σχίσμα και όταν φτάνουμε στη σχέση του φιλμ με το παρελθόν. Γράφει ο Καγκάνσκι, σε ένα άρθρο που παρεμπιπτόντως είχε δημιουργήσει τότε έναν κάποιο σάλο, με άρθρα-απαντήσεις και αντ-απαντήσεις επί σειρά εβδομάδων:
«Η τέχνη οφείλει να προχωρά μπροστά, να αντιμετωπίζει το παρόν, ίσως ακόμη και το μέλλον· όχι να κοιτάζει πεισματικά από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου προς τα πίσω. […] Δεν μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης κοιτάζει την εργατική τάξη. Είναι ένα βλέμμα συναισθηματικό, νοσταλγικό, βασισμένο σε μια γραφική και εξιδανικευμένη εικονογραφία, σε στερεότυπα που έρχονται από τη δεκαετία του ’30.»
«Είναι ένα βλέμμα που δεν αφιερώνει ούτε ένα δευτερόλεπτο στο να σκεφτεί ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνθήκες χειραφέτησης των λαϊκών στρωμάτων το 2000. Αντίθετα, τα εγκλωβίζει σε έναν παγιωμένο ρόλο. Με απλά λόγια, ο λαός υπάρχει για να γεμίζει τους δρόμους του παλιού Παρισιού και να δίνει ζωντάνια στα μπιστρό, και οφείλει να μοιάζει για πάντα με φωτογραφία του Ντουανό. Τίποτα δεν είναι πιο αλλοτριωτικό για τα λαϊκά στρώματα από τον τρόπο με τον οποίο τα αναπαριστά ο Ζενέ.»
Το πιο καυστικό κομμάτι του κειμένου φτάνει όταν ο Καγκάνσκι γράφει για αυτό που κρίνει ως φόβο της ταινίας απέναντι στο Άλλο: «Ο Ζαμέλ Ντεμπούζ παίζει βέβαια στην ταινία, αλλά ο χαρακτήρας του έχει απογυμνωθεί πλήρως από κάθε αραβική ταυτότητα και ονομάζεται… Λισιέν! Οι μόνοι μαύροι που εμφανίζονται στην Αμελί προβάλλονται μέσα από μια ασπρόμαυρη τηλεοπτική οθόνη, σαν να είναι αποδεκτοί ή συμπαθείς μόνο ως μακρινά και εξωτικά αντικείμενα».
«Η σχέση αυτής της ταινίας με οτιδήποτε δεν ανήκει στη «γαλλική καταγωγή» είναι, το λιγότερο, αμφισβητήσιμη», τονίζει. «Δεν μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα ότι ο Ζενέ είναι δεξιός ή συνειδητά αντιδραστικός. […] Αυτό που υποστηρίζω, με βάση όσα είδα στην οθόνη, είναι ότι η Αμελί είναι μια ταινία κλειστή και ερμητικά βιδωμένη, αισθητικά αντιδραστική, […] και ξεπερασμένη ως προς την εικόνα της Γαλλίας και των Γάλλων που μεταφέρει».
Είναι ένα συναρπαστικό δίπολο αναγνώσεων της ταινίας καθώς ξεκάθαρα κοιτάζουν την ίδια ταινία, βλέπουν τα ίδια πράγματα, αλλά φεύγουν νιώθοντας κάτι τελείως διαφορετικό απέναντί της.
ΕΝΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ
Η αλήθεια είναι πως ειδικά η παρατήρηση του Καγκάνσκι πάνω στο είδος της Γαλλίας που ο Ζενέ τοποθετεί μες στο κάδρο του παραμυθιού, ήταν τότε και παραμένει σήμερα εύστοχη. Και, ειλικρινά δύσκολο τότε και δύσκολο σήμερα να δικαιολογήσει κανείς την προσέγγιση του φιλμ.
Και τότε εμφανές ήταν, και τώρα παραμένει. Είναι ένα διαχρονικό ζήτημα με το έντονα λαϊκό γαλλικό σινεμά – και ας είμαστε ξεκάθαροί εδώ, το Αμελί του Ζαν-Πιερ Ζενέ είναι αμιγώς λαϊκό σινεμά, με ευρείς χαρακτήρες και μια πλοκή που σχηματίζεται από αλληλουχία γκαγκς που συχνά φλερτάρουν με το χοντροκομμένο. (Κάτι που, ξεκαθαρίζω για να είμαι σαφής: Το λέω καθαρά ως παρατήρηση και σε καμία περίπτωση ως κάτι εγγενώς αρνητικό.)
Όμως κάποιες φορές, τα πάντα απλώς λειτουργούν.
Το παραμύθι δουλεύει. Το συναίσθημα, απολύτως. Όσο η Αμελί βρίσκει την ευτυχία για τους άλλους γύρω της, τόσο δε μπορείς παρά να παρατηρείς πιο έντονα το δικό της κενό. Τα γκαγκς δίνουν στο φιλμ μια διαρκή ώθηση προς τα μπροστά, αλλά καλύπτουν και μια τεράστια μελαγχολία που το αγκαλιάζει. Ως θεατής είσαι διαρκώς απασχολημένος και ευτυχισμένος, αλλά όλο και πιο επίμονα στην άκρη του μυαλού σου έχεις μια… ας το πούμε “σκιά”. Ότι κάτι, απροσδιορίστως, δεν είναι στη θέση του.
Σα να είσαι κάπου και να περνάς φανταστικά, να διασκεδάζεις, να χορεύεις, αλλά διαρκώς να νιώθεις πως κάτι έχεις ξεχάσει, πως υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να σε μελαγχολεί αλλά δε μπορείς με τίποτα να το θυμηθείς. (Θα σου έρθει, μη φοβάσαι.)
Παράλληλα, η απόφαση του Ζενέ και του Ντελμπονέλ (στη διεύθυνση φωτογραφίας) να αποτυπώσουν την ιστορία σαν ένα σχετικά αχρονικό και απροσδιόριστα νοσταλγικό ρομαντικό παραμύθι, διασώζει πολύ την ταινία από την απειλή του χρόνου που περνά. Το Αμελί έχει, περιέργως, κάτι αγέραστο. Ο καρτποσταλισμός του φλερτάρει με το αρχετυπικό – είναι σχεδόν σα να σου αφηγείται κανείς ένα παραμύθι σαν αυτά τα κλασικά του ‘90s ντισνεϊκού animation, που δεν είναι παγιδευμένα από τον χρόνο ή από τις λεπτομέρειες. Καταλαβαίνεις τι παρακολουθείς, οπτικά και συναισθηματικά, κι αυτό αρκεί.
Η Αμελί υπήρξε προπομπός (ή έστω καθοριστικός παράγοντας) για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι του σινεμά της χαριτωμενιάς, του σινεμά των ηρώων του περιθωρίου, και ως τέτοιο αν μη τι άλλο παραμένει επίκαιρο. Η δε αφέλεια και αισιοδοξία που διατρέχει το κεντρικό αφήγημα, ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζεται δεμένη με κάποια χρονική στιγμή, με κάποιο γεγονός, με κάποια συγκεκριμένη αίσθηση, αντέχει ακόμα και κάτω από το σαφώς πιο κυνικό σημερινό βλέμμα.
Τα προβλήματα της ταινίας είναι καταγεγραμμένα, και το ίδιο κι οι τρόπο που μπορεί ακόμα και τα προτερήματά της, να εξαντλήσουν κάποιον θεατή με διαφορετικές αντοχές. Όμως την ίδια στιγμή, το φιλμ παραμένει εντυπωσιακό και αποτελεσματικό. Η παραμυθένια και η ρομαντική του διάσταση παραμένουν ελεύθερες και ολοζώντανες.
«Μηχανισμό διαβολικής ακρίβειας» χαρακτήριζε ο Σοτινέλ την ταινία του Ζενέ πίσω στην άνοιξη του 2001. Η μηχανή αυτή, λειτουργεί ακόμη.
Το Αμελί κυκλοφορεί σε επανέκδοση στα θερινά από το Cinobo.