Νίκος Καλογερόπουλος: Πώς βρέθηκε στο “Ρεμπέτικο”, ο νάρθηκας στη “Λούφα” και η γυμνή σκηνή του Κιμούλη

Διαβάζεται σε 9'
Νίκος Καλογερόπουλος: Πώς βρέθηκε στο “Ρεμπέτικο”, ο νάρθηκας στη “Λούφα” και η γυμνή σκηνή του Κιμούλη

Όταν ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος αφηγήθηκε τη ζωή του και μοιράστηκε ιστορίες από τις ταινίες του στον Κώστα Μανιάτη και το Oneman.

Ένα μεγάλο κενό αφήνει πίσω του ο γνωστός ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την Κυριακή (09/08) σε ηλικία 74 ετών, σκορπίζοντας θλίψη στον καλλιτεχνικό χώρο.

Ο γνωστός καλλιτέχνης, που, μεταξύ άλλων ήταν και σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ποιητής και τραγουδοποιός, συνέδεσε το όνομά του με ορισμένες από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου των δεκαετιών του ’80 και του ’90.

Ο ρόλος με τον οποίο ήταν πιθανότατα πιο ταυτισμένος στο ευρύ ελληνικό κοινό ο Νίκος Καλογερόπουλος, ήταν ο στρατιώτης Γιάννης Παπαδόπουλος στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη (1984).

Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Νίκος Καλογερόπουλος στον Κώστα Μανιάτη στο Oneman, το 2020, είχε αφηγηθεί όλη τη ζωή του και είχε μοιραστεί πολλές ιστορίες από τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δουλειές του.

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου – Watkinson

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη συνέντευξη

Τι είπε για το “Ρεμπέτικο” και το πώς πήρε τον ρόλο

Υπάρχει μια ωραία ιστορία για το πώς βρεθήκατε να παίξετε εκεί. Είχατε πει “όχι” στην αρχή γιατί σας είχαν προτείνει να παίξετε τον Φώντα, κι εσείς είπατε “ή τον Μπάμπη ή φεύγω”.

Ε, ρε κάτι μαλακίες που έχω κάνει μου έχουν βγει σε καλό (σ.σ. γελάει). Ε, δεν το λες έτσι το “όχι” ρε παιδί μου, ειδικά στο ‘Ρεμπέτικο’. Και ποιος είσαι εσύ; Λες όχι σε ένα έργο τεράστιο, σε έναν ρόλο πάρα πολύ ωραίο όπως του “Φώντα”;

Δεν το ‘πα για να πουλήσω μούρη όμως, είπα αυτό που επιθυμούσα, κατάλαβες; Του λέω του Φέρρη “να σου πω, εγώ γουστάρω τον Μπάμπη…”. “Άη στο διάολο, μου λέει, τον Μπάμπη θα τον κάνει ο Σπύρος ο Φωκάς ρε μαλάκα που ‘ναι και δυο μέτρα, εσύ είσαι ενάμιση” (σ.σ. γελάει). Του λέω “εγώ πάντως αυτόν γούσταρα”. Και καλά έκανε ο Κώστας και τον έδωσε αλλού. Αλλά αφού του είπα έτσι, δεν με έπαιρνε τώρα να γυρίσω και να πω “εντάξει, θα κάνω τον Φώντα”. Το έκαψα.

Το πήρατε και εγωιστικά δηλαδή.

Ε, ναι. Πέρασε που λες ο καιρός, και με έναν Αμερικάνο που ήταν να κάνει την παραγωγή, πλακωθήκανε, χάλασε και η δουλειά με τον Φωκά, και παίρνουνε τηλέφωνο τον Νίκο τον Ξανθόπουλο. Ο Ξανθόπουλος λέει στον Ζερβουλάκο, τον παραγωγό, “είμαι στην Αμερική κι έχω συμβόλαιο ενάμιση μήνα”. Τραγούδαγε εκεί.

Καιγόντουσαν όμως αυτοί έπρεπε να βρουν κάποιον…

Για καλή μου τύχη, λοιπόν, ο Ζερβουλάκος και ο Τάκης ο γιος του που έκανε τη φωτογραφία -άλλο ταλαντούχο πλάσμα κι αυτό- έχουνε πάει απάνω στα Πομακοχώρια και κάνουν ένα ντοκιμαντέρ. Ε, το βράδυ δεν είχαν και πού να πάνε, παιζόταν και μια ταινία του Βασίλη του Μπουντούρη, το ‘Είμαι’ (“Είμαι πόρνη”, δηλαδή). Σ’ αυτήν έπαιζα εγώ μαζί με τη Λενώση, έκανα τον νταβατζή. Και λέει “δεν πάμε να το δούμε;”.

Και από ό,τι μου είπε ο Τάκης, όταν τελείωσε η ταινία κοιτάζονται στα μάτια και λένε “σκέφτηκες αυτό που σκέφτηκα;. “Για πες το”, του λέει ο άλλος… “Μπάμπης!”. “ΝΑΙ ΡΕ, ΜΠΑΜΠΗΣ!”.

Και παίρνουν καπάκι τον Φέρρη από την Ξάνθη και του λένε “βρήκαμε τον Μπάμπη ρε”. Και βλέπει κι αυτός την ταινία και με παίρνει τηλέφωνο.

Εγώ τότε ήμουνα στη Γερμανία, έκανα τους ‘Γκασταρμπάιτερ’. Ο Φέρρης έχει πάρει τηλέφωνο στο σπίτι, έχει ξαναπάρει… Εγώ εν τω μεταξύ έχω αγοράσει έναν αυτόματο τηλεφωνητή, και λέω “για να το δοκιμάσω, πιάνει από τη Γερμανία;”. Μπαίνω σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο και ακούω τον Φέρρη να με έχει πάρεις τρεις τέσσερις φορές. Και την τελευταία φορά μου λέει “για τον Μπάμπη σε θέλω ρε”. Αυτός νόμιζε ότι τον εγράφω εγώ. Τον παίρνω καπάκι “ρε είμαι στη Γερμανία γι’ αυτό δεν σε πήρα”. “Πότε έρχεσαι”, μου κάνει. “Την Παρασκευή”. “Την Παρασκευή, μου λέει, ραντεβού. Ό, τι ώρα και να φτάσεις”.

Πράγματι πήγε Παρασκευή, πάω καπάκι τον βρίσκω. Καταλαβαίνεις τώρα…

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου – Watkinson

Ο νάρθηκας που φορούσε στη “Λούφα και Παραλλαγή”

Και στη Λούφα και Παραλλαγή όταν πρωτοπήγατε πάλι δεν ήσασταν καλά, φορούσατε νάρθηκα. Πώς έτυχε τώρα κι αυτό;

Θα σου πω (σ.σ. γελάει). Δεκαπέντε είκοσι μέρες πριν αρχίσουμε, ρίχνει χιόνι στην Αθήνα από εκεί που δεν το περιμένουμε. Τις σκηνές στα βουνά με το χιόνι ήταν κανονισμένο να πάμε πάνω στα σύνορα με Βουλγαρία να τις γυρίσουμε στο τέλος. Μού λέει τότε ο Περάκης “ρε φιλαράκι, δεν πάμε να το κάνουμε, να γλιτώσουμε το ταξίδι μετά”; Τι να πεις; Όχι; Πάμε, λοιπόν, πλακωθήκαμε όλη την ημέρα στα γυρίσματα, μάς έφυγε ο τάκος. Σε μια μέρα τα κάναμε όλα.

Η σκηνή πού είστε στο φυλάκιο μέσα; Που κυνηγάτε τον λαγό, όλα αυτά;

Όλα όλα. Και από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ κάτσαμε να τα τελειώσουμε. Ήταν και τσακάλια ο Πανουσόπουλος και ο Τσεμπερόπουλος, γιατί ξέρεις τι γινότανε; Ήτανε φιλαράκια αυτοί και κάνανε όλοι μαζί τις δουλειές. Και ο ένας βόηθαγε τον άλλον από καρδιάς, όχι από μεροκάματο, κατάλαβες; Γι’ αυτό βγαίνανε ωραίες αυτές οι ταινίες. Και οι ηθοποιοί μερακλωνόμασταν, γουστάραμε…

Κολλήσαμε, λοιπόν, με το φορτηγό και κατεβήκαμε να σπρώξουμε, να βάλουμε κλαριά κλπ… Και όλη μέρα εγώ λιώμα στην κούραση, κρύωσα ρε παιδί μου. Γυρίζω σπίτι, κοιμάμαι, πάω το πρωί να σηκωθώ, πού να σηκωθώ; Ήμουνα έτσι (σ.σ. δείχνει τον λαιμό του ακούνητο). “Πώπω λέω, ψύξη”.

Κάνουμε την πρώτη σκηνή στην ΥΕΝΕΔ, είναι η σκηνή που έρχεται και μου λέει ο άλλος “ρε εσύ δεν είσαι αυτός που ήμασταν μαζί στην πορεία, ο αριστερός;”. Εγώ πονάω φριχτά όμως. Φριχτά. Και λέω ”μάγκες, δεν μπορώ να κουνηθώ. Μέχρι να ετοιμάσετε το άλλο πλάνο, ελάτε να πάμε στο νοσοκομείο δίπλα να μού κάνουνε μία ένεση”. Πάμε, με το που με βλέπουνε έτσι οι γιατροί, φωνάζουνε “ΜΗΝ ΚΟΥΝΙΕΣΑΙ!”. Φέρανε ένα ειδικό φορείο με κάτι σακουλάκια με άμμο εδώ, να μη φύγει ο σβέρκος.

Είχα πάθει μετατόπιση δύο σπονδύλων.

Πιο σοβαρό δηλαδή από ψύξη.

Πιο σοβαρό; Ρε θα κοβόταν ο νωτιαίος μυελός, θα γινόμουνα φυτό. Και με κρατήσανε μέσα μια βδομάδα, πού να πάω; Και τα γυρίσματα σταματήσανε. Καλά ο Περάκης καταλαβαίνεις, πώς δεν έπαθε εγκεφαλικό. Δεν υπήρχε πλάνο που να μην είμαι στην ταινία.

Οι “Ιππείς της Πύλου”, ο Κιμούλης και το άλογο

Μπορεί να σας ακουστεί λίγο αφελές, αλλά πώς δέχτηκε σε μια σκηνή να είναι ολόγυμνος, τώρα που μπορεί κάποιος να πάρει ένα screenshot και να το κυκλοφορεί στο ίντερνετ, απομονώνοντας το από το νόημα που δίνει η ταινία;

Μαγκιά του, πρέπει να έχεις τέτοια τα αρχίδια για να το τολμήσεις. Θα σου πω πώς το δέχτηκε. Ο Κιμούλης μού έδινε τη Δευτέρα και τη μισή Τρίτη, για να ανέβει Αθήνα γιατί είχε παράσταση το βράδυ. Τη Δευτέρα κάναμε το μεγάλο γύρισμα και αφήσαμε κάτι περασματάκια για την Τρίτη. Και εξουθενωμένοι τώρα, μετά το γύρισμα, πήγαμε να φάμε. Κάτσαμε οι δυο μας σε ένα τραπεζάκι εκεί στη Γιάλοβα, και τα λέγαμε για το γύρισμα, και του λέω “εγώ άμα την έκανα τη σκηνή θα ξεβρακωνόμουνα. Δεν στο ζήτησα όμως”. Δεν το ζήτησα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση να μου πει “όχι”. “Φαντάσου αυτή τη σκηνή που θα είσαι γυμνός πόση δύναμη θα ‘χει να λες και αυτά τα λόγια, σαν εικόνα, συγκλονιστικό, και με τα άλογα γύρω γύρω…”. Όλη τη νύχτα το δούλεψε στο μυαλό του και την άλλη μέρα το πρωί, μού λέει ο Γιωργάρας -για αυτό τον αγαπάω πολύ- “το πάμε άλλη μία φορά;”. “ΜΑΛΑΚΑ ΤΟΥ ΛΕΩ ΤΟ ‘ΧΟΥΜΕ! Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι ευχαριστημένος άλλα πάμε άλλη μία φορά”. Μαζευόμαστε, παίρνουμε το άλογο, λέμε “μη μας μιλήσει κανείς, μόλις θα είμαστε έτοιμοι, θα σας κάνω εγώ νόημα και φύγαμε”.

Το κάνουμε πρόβα, το δένουμε έτσι, το δένουμε αλλιώς και αρχίζουμε τον μονόλογο του Προμηθέα. “Εσύ ήθελες να πας με τους ανθρώπους, έδωσες το φως…”.

Α, εν τω μεταξύ εκεί που πάει κοντά στο άλογο ο Γιώργης, τον εβάρεσε στο κεφάλι, ακούγεται το γκαπ. Έχεις φάει από άλογο κουτουλιά;

Όχι…

Εγώ έχω φάει και μου ‘χουν φύγει τα δόντια. Κοίτα άμα ήταν άλλος ηθοποιός θα φώναζε απ’ τον πόνο, να έρθει ο γιατρός, γιατί την έφαγε χοντρά. Το συνέχισε ο Γιωργάρας και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι το χτύπημα που φαίνεται στην ταινία είναι κανονικό.

Φάγατε κι εσείς μια τούμπα απ’ το άλογο, διάβασα ότι χτυπήσατε.

Τι τούμπα; Πήγα να χάσω τα @ρχίδι@ μου.

Σε ποια σκηνή;

Εκεί που είμαι με τη Δημοκρατία και λέω “φεύγω” και ακούγεται ο ‘Καραϊσκάκης’ κτλ, τάκα τάκα καλπασμό και η Δημοκρατία μπροστά στο άλογο, πάνε τα τέτοια μου κάτω απ’ τη σέλα, κάθεται η Δημοκρατία, πάνε. Αλλά ευτυχώς όλα καλά. Φαντάζεσαι να τα έχανα απ’ τη δημοκρατία; (σ.σ. γελάει δυνατά)

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα