Ο ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
H επανεκκίνηση του Αλέξη Τσίπρα μοιάζει να κατευθύνεται υποχρεωτικά προς το κέντρο. Είναι ακόμα καθοριστικός αυτός ο χώρος; Ή αποτελεί πια μέρος της πολιτικής μυθολογίας, μια «χώρα των θαυμάτων» που χάθηκε στην ομίχλη των διαδοχικών κρίσεων;
«Το ’κανα να φαίνεται εύκολο, μάλλον».
Αν ένας στίχος των ΛΕΞ συνεπάγεται πια την απόλυτη πολιτισμική νομιμοποίηση, από την ανανέωση του συμβολαίου του Γιώργου Μπαρτζώκα στον Ολυμπιακό μέχρι τους προσωπικούς «θριάμβους» που ποστάρουμε καθημερινά στα σόσιαλ, τότε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κι από τον Αλέξη Τσίπρα για να «πουλήσει» τη σταθεροποίηση της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων.
Αυτή είναι η μία πλευρά της ιστορίας: το rebranding του Τσίπρα κρίνεται ως τώρα επιτυχημένο. Δε χρειάστηκαν πολλά -προσεκτικές ως γενικόλογες αρχικές τοποθετήσεις, υπομονή ως προς το timing των ανακοινώσεων, ένα αμφιλεγόμενο όνομα που όμως πέτυχε τον σκοπό του δημιουργώντας buzz, μερικά αληθινά φρέσκα πρόσωπα όπως οι εκπρόσωποι Τύπου Θεώνη Κουφονικολάκου και Άννα Παπαδοπούλου– και το νέο κόμμα, έναν μόλις μήνα μετά την ιδρυτική διακήρυξή του στο Θησείο, σαφώς πιο άκοπα απ’ όσο εχθροί και φίλοι (και μάλλον και οι ίδιοι) περίμεναν, σκαρφάλωσε στη δεύτερη θέση. Κι αρχίζει σιγά σιγά να αρθρώνει λόγο διεκδίκησης της εξουσίας, ανακοινώνοντας π.χ. σκιώδη κυβέρνηση πριν λίγες μέρες.
Υπάρχει, όπως πάντα, και η άλλη ανάγνωση.
Η οποία μπορεί να δικαιώνει προς ώρας τον Τσίπρα, αλλά περισσότερο εστιάζει στους άλλους. Καταρχάς, στο βαλτωμένο ΠΑΣΟΚ που περίμενε σχεδόν τέσσερα χρόνια να δει τη βελόνα να ξεκολλάει και τώρα βλέπει κάποιον άλλον να τη βάζει στην τσέπη του. Γι’ αυτό και η Χαριλάου Τρικούπη, παλεύοντας με το κόμμα Καρυστιανού για την τρίτη θέση, αποπνέει την ατμόσφαιρα της αυγής λίγο πριν τη μονομαχία: τα γάντια έχουν σηκωθεί, τα ζωνάρια έχουν λυθεί, τα σπαθιά έχουν βγει, και, τέλος πάντων καταλάβατε, όλα προϊδεάζουν για το μεγάλο εσωτερικό ξεκαθάρισμα.
Κι έπειτα είναι η ίδια η κυβέρνηση. Ακόμα κι αν κάποιος παραδεχθεί ότι η ΕΛ.Α.Σ. έχει πετύχει αρκετά σε πολύ λίγο χρόνο, η διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία παραμένει μεγάλη και δύσκολα αναστρέψιμη. Υπόψιν, μιλάμε για μια Νέα Δημοκρατία που μόνο ελαφρά έχει ανακάμψει προς τον μεγάλο στόχο της αυτοδυναμίας (ή έστω του +30%), που «με όποιον αράζει έχει δικαστήρια» και καλείται διαρκώς να διαχειριστεί ζητήματα διαφθοράς (τα οποία πια γεμίζουν έκδοση μεγέθους τηλεφωνικού καταλόγου), που ανησυχεί για το επικείμενο νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά και την περαιτέρω αιμορραγία προς τα δεξιά, αλλά και που, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να διαθέτει το αναπαυτικό μαξιλάρι μιας δημοσκοπικής διαφοράς 10+ μονάδων από το δεύτερο κόμμα.
(Μια μικρή παρένθεση για τις δημοσκοπήσεις: ναι μεν έχουμε νέα δεδομένα, όντως υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να αποτυπωθεί η πολιτική φωτογραφία της στιγμής με τα νέα κόμματα, αλλά αυτό το φαρ ουέστ με σχεδόν κάθε μέρα και μια νέα δημοσκόπηση, ας μη δουλευόμαστε μεταξύ μας, δεν εξυπηρετεί την αποτύπωση του πολιτικού κλίματος αλλά ακριβώς τη μόχλευσή του).
Εδώ είναι και το πολιτικά ενδιαφέρον σε αυτό το Τσίπρας second coming: η στρατηγική με την οποία θα προσπαθήσει να κερδίσει ξανά.
Ο Αλέξης Τσίπρας ακούγεται, και μοιάζει, πεπεισμένος ότι αυτός ο δρόμος κατευθύνεται υποχρεωτικά προς το κέντρο με κάποιες απαραίτητες αριστερές παρακάμψεις. Ίσως γιατί κι ο ίδιος, κάποτε (δεύτερος) νεότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του ελληνικού κράτους, είναι πια αρκετά ρεαλιστής για να ξέρει ότι η ράντικαλ πολιτική περσόνα του έχει εξαντληθεί. Τα νέα χαρακτηριστικά που θέλει να επικοινωνήσει είναι εμπειρία, μετριοπάθεια, ο «επαγγελματισμός» που επεσήμανε στην πρόσφατη πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του ο Γεράσιμος Μοσχονάς, και, βέβαια, η έξωθεν καλή μαρτυρία του πρώτερου έντιμου πολιτικού βίου.
Προς τα εκεί συνηγορούν ο -χωρίς ιδιαίτερες αριστερές εξάρσεις- ισορροπημένος λόγος του, οι νέοι στενοί συνεργάτες του (ακόμα κι αν ή, καλύτερα, παρότι αποκαλούν το θέμα της Γάζας «σύνθετο»), τα αρκετά κεντρώα στελέχη του νέου φορέα. Αλλά και με έναν περίεργο, αντίστροφο τρόπο, το νέο προφίλ μάλλον το επιβεβαιώνει και η σπουδή των κυβερνητικών non papers να παρουσιάσουν τον Τσίπρα ως «αδιόρθωτο αριστερό» που «δεν έχει κάνει αυτοκριτική» και «δεν έμαθε τίποτα από το 2015» – αυτές είναι οι μαγικές λέξεις/φράσεις που φιλοδοξούν να επανασυσπειρώσουν το περίφημο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Είναι σαφές ότι στη ΝΔ βλέπουν τον Τσίπρα ως «μάννα εξ ουρανού» για να ξαναζωντανέψουν την σχέση με κάποια πυρηνικά κοινά τους, αρκεί φυσικά να παρουσιάζεται κολλημένος στο 2015 και να μετατοπίζεται εκεί η συζήτηση από το να γίνεται το ταμείο της επταετούς διακυβέρνησής τους.
Υπάρχει όμως αυτό το «κέντρο» ή πρόκειται για ευφημισμό που μπαίνει οπωσδήποτε μέσα σε εισαγωγικά;
Μήπως είναι απλά μια μυθολόγια την οποία αναπολούμε αντανακλαστικά νοσταλγώντας τα χρόνια της ευμάρειας; Μήπως είναι η κάποτε «χώρα των θαυμάτων», στην οποία έβρισκε καταφύγιο συναινώντας η μεσαία τάξη, που πλέον κατέληξε μη προσβάσιμη από την παρατεταμένη ομίχλη των διαδοχικών κρίσεων; Έτσι κι αλλιώς ο όρος «κέντρο» πια χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά καταχρηστικά αποσκοπώντας σε εναν, συχνά πονηρό, ετεροπροσδιορισμό σε σχέση με την ακροδεξιά που αντεπιτίθεται παντού.
Ας πούμε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι σίγουρα κεντρώος σε σχέση με τους Άδωνι –Βορίδη–Πλεύρη, οι οποίοι όμως, σε περίπτωση που μας διαφεύγει, είναι/έχουν υπάρξει πρωτοκλασάτοι υπουργοί σε καθοριστικά χαρτοφυλάκια των κυβερνήσεών του. Ο Μακρόν είναι σίγουρα κεντρώος σε σχέση με τη Λεπέν και τον Μπαρντελά, αλλά την τελευταία φορά που πήγε με αυτό το δίλημμα στις κάλπες, το πράγμα δεν πήγε και πολύ καλά. Κι από την άλλη πλευρά, ο Κιρ Στάρμερ έγινε ακόμη ένας Βρετανός πρωθυπουργός των Εργατικών που πέφτει κατηγορούμενος ότι πρόδωσε τη λαϊκή βάση του κόμματός του, μια προδοσία που δέκα χρόνια τώρα συζητάμε ότι αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επικράτηση του φαινομένου Τραμπ στις ΗΠΑ.
Ο Αλέξης Τσίπρας, κι επειδή προφανώς την έχει μετρήσει, θεωρεί αυτή τη διεύρυνση, προς το -έστω ασαφές- κέντρο, μονόδρομο. Αυτή ήταν άλλωστε και η τακτική που ακολούθησε την τετραετία 2019–2023. Με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Στις πρώτες εκλογές του 2023, μάλιστα, μόλις το 12,4% των κεντρώων τον ψήφισε. Εύλογο τότε το «Καλύτερα να χάνεις ως Aριστερά παρά να παριστάνεις κάτι σαν “κέντρο”».
Ο αντίλογος είναι ότι αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Ότι το 2023 δεν ήταν λανθασμένη η στρατηγική, αλλά η μέθοδος – πόσο μάλλον όταν βασίστηκε σε επιλογές και πρόσωπα τύπου Τζουμάκα και Αντώναρου. Ότι σήμερα ο Τσίπρας έχει επιστρέψει ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του προοδευτικού χώρου που ορίζει κυνικά την ατζέντα χωρίς συναισθηματικά βαρίδια κι όταν γυρίζει προς τα αριστερά βλέπει είτε πρόθυμους να τον ακολουθήσουν είτε δηλητήριο που μπαίνει-δεν μπαίνει στη Βουλή. Ότι ακριβώς αυτός ο «επαγγελματισμός» θα γλιτώσει το εκλογικό σώμα από ένα αχρείαστο δράμα υποσχέσεων ανατροπής, συστήνοντας την ΕΛ.Α.Σ. ως σοβαρό κόμμα εναλλαγής που περιμένει να πέσει ένα αρκετά σάπιο κυβερνητικό φρούτο.
Όπως όλα, όπως πάντα, θα φανεί στο χειροκρότημα.
Είναι πάντως τροφή για σκέψη ότι κατεξοχήν δομικά υλικά της Αριστεράς όπως η «ηθική ανασυγκρότηση», η «κοινωνική δικαιοσύνη» και η «προστασία του δημόσιου συμφέροντος» πρέπει να μπουν κάτω από την ομπρέλα ενός ρητορικού gimmick σαν τον «νέο πατριωτισμό» ώστε να προσελκύουν κι όχι να απομακρύνουν ψηφοφόρους και μίντια…