Εμπόριο: Αναμονές τζίρου από εκπτώσεις και τουρισμό

Διαβάζεται σε 6'
Στιγμιότυπο από εμπορικό κατάστημα στην Αθήνα, Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024. Την Δευτέρα 8/7 ξεκίνησαν οι θερινές εκπτώσεις για τα καταστήματα και πρόκειται να ολοκληρωθούν στις 31 Αυγούστου
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΣΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI

Οι επόμενες εβδομάδες θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό αν οι θερινές εκπτώσεις και η δυναμική του τουρισμού θα καταφέρουν να δώσουν την απαιτούμενη ώθηση στους τζίρους.

«Μέρα που περνά δεν ξαναγυρίζει». Η φράση αυτή, που επαναλαμβάνει έμπειρος άνθρωπος της αγοράς, συμπυκνώνει όσο λίγες την πραγματικότητα που βιώνει σήμερα το ελληνικό λιανεμπόριο. Κάθε ημέρα με υποτονική κίνηση σημαίνει χαμένος τζίρος, ο οποίος δύσκολα αναπληρώνεται αργότερα.

Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων συνεχίζουν να αυξάνονται, οι υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τους προμηθευτές «τρέχουν» και τα περιθώρια αντοχής, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στενεύουν διαρκώς.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι θερινές εκπτώσεις που ξεκινούν τυπικά σε μία εβδομάδα και η κορύφωση της τουριστικής περιόδου αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη ευκαιρία του έτους για την αγορά. Συγκεκριμένα, οι έμποροι προσδοκούν ότι η αυξημένη επισκεψιμότητα στα εμπορικά κέντρα των πόλεων και στους τουριστικούς προορισμούς θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστική ενίσχυση των πωλήσεων, αντισταθμίζοντας μέρος των απωλειών που καταγράφηκαν τους προηγούμενους μήνες.

Η καταναλωτική ψυχολογία παραμένει βαρίδι

Ωστόσο, οι προσδοκίες συνοδεύονται από έντονο προβληματισμό, καθώς η ψυχολογία των καταναλωτών εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο ανασταλτικό παράγοντα για την αγορά.

Η έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Ιούνιο αποτυπώνει με σαφήνεια το κλίμα. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -52,8 μονάδες έναντι -52,2 τον Μάιο, διατηρώντας την Ελλάδα στη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια επίδοση σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (-17 μονάδες) και της Ευρωζώνης (-17,7 μονάδες), γεγονός που καταδεικνύει ότι οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη τις οικονομικές τους προοπτικές.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο τρίτα των νοικοκυριών εκτιμούν πως η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε το τελευταίο δωδεκάμηνο, ενώ αντίστοιχο ποσοστό προβλέπει νέα επιδείνωση και κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους τέσσερις καταναλωτές εμφανίζονται απαισιόδοξοι και για τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Την ίδια ώρα, περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι σκοπεύουν να περιορίσουν τις μεγάλες αγορές τους το επόμενο διάστημα, ενώ σχεδόν οκτώ στους δέκα αναμένουν συνέχιση των ανατιμήσεων. Η αβεβαιότητα παραμένει έντονη, καθώς περίπου το 66% των νοικοκυριών θεωρεί ότι είναι δύσκολο να προβλέψει τη μελλοντική οικονομική του κατάσταση.

Ο τζίρος αυξάνεται μόνο λόγω πληθωρισμού

Επίσης, τα στοιχεία της πρόσφατης ανάλυσης του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ επιβεβαιώνουν ότι η εικόνα της αγοράς απέχει αρκετά από μια πραγματική ανάκαμψη.

Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών στο λιανεμπόριο εκτός τροφίμων, καυσίμων και οχημάτων αυξήθηκε ονομαστικά κατά 2,2%, φθάνοντας τα 5,88 δισ. ευρώ. Ωστόσο, όταν αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού, προκύπτει πραγματική μείωση κατά 0,8%.

Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις εισπράττουν περισσότερα ευρώ επειδή οι τιμές είναι υψηλότερες και όχι επειδή πουλούν περισσότερα προϊόντα. Πρόκειται για μια εξέλιξη που προβληματίζει ιδιαίτερα τους εκπροσώπους της αγοράς, καθώς δείχνει ότι η καταναλωτική ζήτηση παραμένει ασθενής, παρά τη συγκράτηση της ανεργίας και τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών.

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η υποχώρηση των πραγματικών πωλήσεων δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό φαινόμενο αλλά τείνει να παγιωθεί, δημιουργώντας ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης για το εμπόριο.

Δύο διαφορετικές ταχύτητες στην αγορά

Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων.

Οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις κατέγραψαν αύξηση των πραγματικών πωλήσεων κατά 1,4%, την ώρα που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είδαν τον πραγματικό τους κύκλο εργασιών να μειώνεται κατά 1,5%.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπου η πραγματική μείωση των πωλήσεων έφθασε το 3,1%. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις παρουσίασαν σαφώς καλύτερη εικόνα, με αύξηση του πραγματικού τζίρου κατά 5,2%.

Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει τις διαφορετικές δυνατότητες προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και περισσότερα περιθώρια προσφορών, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν υπό την πίεση του αυξημένου λειτουργικού κόστους και της περιορισμένης ρευστότητας.

Οι κλάδοι που αντέχουν και όσοι πιέζονται

Οι επιδόσεις διαφοροποιούνται και μεταξύ των επιμέρους κλάδων του λιανεμπορίου.

Τη μεγαλύτερη άνοδο σε πραγματικούς όρους κατέγραψαν οι επιχειρήσεις με ρολόγια και κοσμήματα, οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, τα παιχνίδια, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός και τα σιδηρικά, εξέλιξη που συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την έναρξη της τουριστικής περιόδου αλλά και με συγκεκριμένες καταναλωτικές ανάγκες.

Στον αντίποδα, σημαντικές απώλειες εμφάνισαν οι επιχειρήσεις μεταχειρισμένων ειδών, τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, τα έπιπλα και τα είδη καλλωπισμού.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η επίμονη αδυναμία της ένδυσης και της υπόδησης, που αποτελούν διαχρονικά τον πυρήνα του παραδοσιακού εμπορίου. Παρά τις προσφορές και τις προωθητικές ενέργειες, οι πραγματικές πωλήσεις παρέμειναν μειωμένες, γεγονός που αποδίδεται στη συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος αλλά και στη γενικευμένη αβεβαιότητα που επηρεάζει την καταναλωτική συμπεριφορά.

Οι προσδοκίες από εκπτώσεις και τουρισμό

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι θερινές εκπτώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Οι επιχειρήσεις προσβλέπουν όχι μόνο στην προσέλκυση των Ελλήνων καταναλωτών αλλά και στην αυξημένη αγοραστική κίνηση που μπορεί να δημιουργήσει ο τουρισμός, έστω κι αν τα μέχρι τώρα δείγματα παραπέμπουν σε “σφίξιμο” και στους επισκέπτες, ειδικά στις μεγάλες πόλεις και στους δημοφιλείς προορισμούς.

Παραδοσιακά, πάντως, οι μήνες του καλοκαιριού αποτελούν το σημαντικότερο διάστημα για πολλές εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες επιχειρούν να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους και να βελτιώσουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα πριν από το τέλος της χρονιάς.

Ωστόσο, οι ίδιοι οι έμποροι επισημαίνουν ότι οι εκπτώσεις από μόνες τους δεν αρκούν όταν το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει περιορισμένο και οι καταναλωτές δίνουν προτεραιότητα στις ανελαστικές δαπάνες του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Το αίτημα για ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης

Χαρακτηριστικά σε ανακοίνωσή του, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε πρωτοβουλίες συγκράτησης των τιμών, αλλά απαιτεί συνολική στήριξη της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και του ελληνικού λιανεμπορίου.

Όπως επισημαίνει, οι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε κάθε γειτονιά απορροφούν σημαντικές αυξήσεις κόστους, προσφέροντας ανταγωνιστικές τιμές, ποιοτικά προϊόντα και προσωπική εξυπηρέτηση. Η πραγματική πρόκληση, σύμφωνα με τον Σύλλογο, είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, η αντιμετώπιση των αδικαιολόγητων ανατιμήσεων, η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για όλες τις μορφές λιανεμπορίου και η ουσιαστική στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα