Η αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να κατανοήσει την Αλβανία

Διαβάζεται σε 15'
Ένας διαδηλωτής κρατάει φουσκωτό φλαμίνγκο κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης στα Τίρανα
Ένας διαδηλωτής κρατάει φουσκωτό φλαμίνγκο κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης στα Τίρανα AP Photo/Hameraldi Agolli

Αν ακούγαμε τους Έλληνες πολιτικούς θα νομίζαμε ακόμα πως οι εξελίξεις στην Αλβανία είναι ζήτημα ελληνοαλβανικών σχέσεων και μειονοτικών δικαιωμάτων.

Από τα τέλη του Μάη έχουν ξεσπάσει στην Αλβανία μαζικές κινητοποιήσεις οι οποίες σχετίζονται με – και εντείνουν – την κρίση νομιμοποίησης του αλβανικού πολιτικού συστήματος, με την δυσαρέσκεια των αλβανών και των αλβανίδων με την διαχείριση και την (υπερ)εκμετάλλευση φυσικών πόρων και γης στο πλαίσιο ενός αδιαφανούς μετασοσιαλιστικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος, με την αγανάκτηση για το κυρίαρχο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας που οδηγεί σε μια αυξανόμενα άνιση κατανομή εισοδήματος και πλούτου κοκ.

Οι κινητοποιήσεις αυτές αν ειδωθούν μακροχρονικά, είναι μόλις ένα επεισόδιο στην μακρά διαμάχη ανάμεσα στην αλβανική κοινωνία και το μεγάλο κεφάλαιο – αλβανικό και ξένο – για το ποιος έχει δικαίωμα στην πρόσβαση, την χρήση, την εκμετάλλευση και τον έλεγχο των φυσικών πόρων και της γης. Το αλβανικό κράτος, με τη σειρά του παίζει έναν καθοριστικό ρόλο καθώς μέσω των αδειοδοτήσεων, των στρατηγικών επενδύσεων και των κατασταλτικών μηχανισμών του λειτουργεί ως βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ πολιτικής εξουσίας, οικονομικών συμφερόντων και τοπικών κοινωνιών.

Αυτό που διακρίνει τις πρόσφατες κινητοποιήσεις είναι, πρώτον η πρωτοφανής μαζικότητα τους, δεύτερον η απουσία αναγνωρισμένης ηγεσίας ή συγκεκριμένου προγράμματος, και τρίτον το γεγονός πως είναι εξίσου συγκρουσιακό τόσο με την κυβέρνηση όσο και με την μείζονα αντιπολίτευση. Πρόκειται για ένα πολυσυλλεκτικό κίνημα που περιλαμβάνει περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικές κοινότητες, την νεολαία, μέλη της διασποράς, αριστερές, φιλελεύθερες, εθνικιστικές, και συντηρητικές πολιτικές οργανώσεις, την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, και θρησκευτικούς φορείς.

Με άλλα λόγια, παρόλο που έχει επικρατήσει να λέγεται πως η «επανάσταση των φλαμίνγκο» είναι ένα κίνημα διαμαρτυρίας απέναντι σε δύο συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια του γαμπρού του Donald Trump, Jared Kushner στο Zvërnec και στο Sazan, οι κινητοποιήσεις υπερβαίνουν κατά πολύ την αντίδραση απέναντι σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο.

Η αλβανική κοινωνία βρίσκεται σε ένα από αυτά τα σημεία στην εκδίπλωση της ιστορίας, για τα οποία οι ιστορικοί του μέλλοντος ενδεχομένως να χύσουν πολύ μελάνι. Σε ένα από αυτά τα σημεία κατά τα οποία το μέλλον παύει να αποτελεί απλή προέκταση του παρόντος και μετατρέπεται ξανά σε πεδίο πραγματικών πολιτικών δυνατοτήτων. Οι εξεγερμένοι Αλβανοί και οι εξεγερμένες Αλβανίδες τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας, φαίνονται διατεθειμένοι και διατεθειμένες να δημιουργήσουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Του κοινωνικού συμβολαίου της «Νέας Αλβανίας» όπως χαρακτηριστικά φωνάζουν.

Το αν θα τα καταφέρουν παραμένει, ασφαλώς, ανοιχτό. Η πολυσυλλεκτική σύνθεση του κινήματος και η συνειδητή απουσία αναγνωρισμένης ηγεσίας αποτελούν ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη δύναμη και τη μεγαλύτερη αδυναμία του. Από τη μία πλευρά, δυσκολεύουν την κυβέρνηση να απομονώσει ή να ενσωματώσει το κίνημα μέσω της στοχοποίησης συγκεκριμένων προσώπων. Από την άλλη, καθιστούν πολύ πιο δύσκολη τη διαμόρφωση μιας κοινής στρατηγικής και, κυρίως, τη μετάβαση από την κοινωνική διαμαρτυρία σε μια νέα μορφή πολιτικής εκπροσώπησης. Η ιστορία είναι γεμάτη από κινήματα που συγκλόνισαν τις κοινωνίες τους χωρίς ποτέ να αποκτήσουν πολιτική έκφραση, αλλά και από κινήματα που ακριβώς μέσα από τέτοιες στιγμές γέννησαν νέες πολιτικές δυνάμεις.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το μεγάλο διακύβευμα της «επανάστασης των φλαμίνγκο». Οι κινητοποιήσεις έχουν ήδη αναδείξει με πρωτοφανή καθαρότητα το κενό πολιτικής εκπροσώπησης που φαίνεται να υπάρχει στην αλβανική κοινωνία. Το αν θα μπορέσουν να το καλύψουν οι ίδιες ή αν θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση νέων πολιτικών υποκειμένων και μιας αξιόπιστης κυβερνητικής εναλλακτικής παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν δεν οδηγήσουν άμεσα στη γέννηση ενός νέου πολιτικού φορέα, είναι πιθανό να μεταβάλουν βαθιά τους όρους με τους οποίους ασκείται η πολιτική στην Αλβανία.

Οι κινητοποιήσεις αυτές λειτουργούν ήδη ως διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης για χιλιάδες ανθρώπους, ιδίως νέες και νέους που συμμετέχουν ενεργά σε αυτές. Διαμορφώνουν νέες αντιλήψεις για τη σχέση πολίτη και κράτους, για τη σημασία της συλλογικής δράσης, της συμμετοχής στη δημόσια ζωή και της προστασίας του περιβάλλοντος ως πολιτικού και όχι απλώς τεχνικού ζητήματος. Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και αν η άμεση πολιτική τους κατάληξη παραμείνει αβέβαιη, είναι πιθανό να αφήσουν πίσω τους μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα, η οποία θα συνεχίσει να επηρεάζει την αλβανική κοινωνία πολύ μετά το τέλος των σημερινών κινητοποιήσεων.

Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη παρακαταθήκη της «επανάστασης των φλαμίνγκο» να μην είναι η επιχειρούμενη πτώση της κυβέρνησης Rama και η παραίτηση του Berisha από την ηγεσία του μεγαλύτερου αντιπολιτευτικού κόμματος αλλά η διαμόρφωση μιας νέας γενιάς πολιτών, με διαφορετικές προσδοκίες απέναντι στη δημοκρατία, το κράτος και τη συλλογική δράση. Και όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία αυτές οι αλλαγές αποδεικνύονται συχνά πιο ανθεκτικές από τις ίδιες τις κυβερνήσεις.

Όποια κι αν είναι η άμεση έκβαση των κινητοποιήσεων, η σημασία τους υπερβαίνει ήδη την Αλβανία. Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, από την Ισπανία μέχρι την Ελλάδα και την Κροατία, αναπτύσσονται συγκρούσεις γύρω από την τουριστικοποίηση, την εμπορευματοποίηση της γης, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την υποχώρηση του δημόσιου χώρου απέναντι στα μεγάλα επενδυτικά συμφέροντα. Από αυτή την άποψη, οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες δεν ακολουθούν απλώς μια ευρωπαϊκή πορεία αλλά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή – στην πρωτοπορία (;) – μιας σύγκρουσης που αφορά πλέον ολόκληρη την Ευρώπη.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα της «επανάστασης των φλαμίνγκο» να είναι ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με την προσέλκυση επενδύσεων και την οικονομική μεγέθυνση. Οι διαδηλωτές διεκδικούν μια διαφορετική Ευρώπη: μια Ευρώπη του κράτους δικαίου, της δημοκρατικής συμμετοχής, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής λογοδοσίας.

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίστηκαν από ανθρώπους, θεσμούς και φορείς της Δύσης κυρίως ως μαθητές της Ιστορίας και σπανιότερα αν όχι ποτέ ως φορείς πολιτικής εμπειρίας και γνώσης από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει και να διδαχθεί η υπόλοιπη ήπειρος. Για ένα μεγάλο μέρος της δυτικής Αριστεράς, η εμπειρία μας παρέμεινε στο περιθώριο όταν δεν εξωτικοποιούνταν, ενώ για τη δεξιά η μοναδική αποδεκτή αφήγηση που μπορούσαμε να έχουμε ήταν εκείνη της αδιάκριτης πρόσδεσης στη Δύση, στη λατρεία των καταναλωτικών επιπέδων που προσέφερε η ανοιχτή αγορά και στο μένος για τον κομμουνισμό.

Οι εξεγερμένοι πολίτες της Αλβανίας αρνούνται ακριβώς αυτό το δίπολο. Δεν ζητούν να επιστρέψουν στο παρελθόν, αλλά ούτε αποδέχονται ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ταυτίζεται με την ολιγαρχική ανάπτυξη, την εμπορευματοποίηση της φύσης και την υποχώρηση της δημοκρατικής λογοδοσίας. Διεκδικούν το δικαίωμα να ορίσουν οι ίδιοι τι σημαίνει μια ευρωπαϊκή Αλβανία και, ταυτόχρονα, να συμβάλλουν στον επαναπροσδιορισμό του ίδιου του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ίσως, λοιπόν, για πρώτη φορά μετά το 1991, η Αλβανία να μη χρειάζεται να «προλάβει» την Ευρώπη, αλλά να μπορεί να της δείξει έναν διαφορετικό δρόμο. Με μια πρόταση, οι Αλβανοί και οι Αλβανίδες διεκδικούν την δική τους θέση στο βάθρο όλων αυτών που έχουν σπρώξει μπροστά το κάρο της Ιστορίας.

Τι είναι η “επανάσταση των φλαμίνγκο” σύμφωνα με Eλληνες πολιτικούς και πολιτικούς φορείς;

Στα παραπάνω έχοντας ως στόχο να καταθέσω την άποψή μου για τα γεγονότα και να αναδείξω την κοινωνικοπολιτική σημασία του κινήματος μέσα από την ένταξή του στο ευρύτερο ιστορικό του πλαίσιο, απέφυγα να αναφερθώ σε συγκεκριμένα συμβάντα και επέτρεψα στον εαυτό μου την ελευθερία που προσφέρει η αφαίρεση. Με άλλα λόγια, μέχρι εδώ επιχείρησα να δω τις κινητοποιήσεις από την οπτική της ίδιας της αλβανικής κοινωνίας. Αξίζει όμως να σταθούμε και στον τρόπο με τον οποίο διαβάστηκαν οι εξελίξεις στην Ελλάδα.

Τα παραπάνω γεγονότα θα περίμενε κανείς να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα τόσο λόγω του τραυματισμού Έλληνα πολίτη κατά την διάρκεια συγκεντρώσεων και της ύπαρξης ελληνικής μειονότητας στην νότια Αλβανία όσο και λόγω της παρουσίας μεγάλης αλβανικής μεταναστευτικής κοινότητας στην Ελλάδα – πολλά από τα μέλη της οποίας είναι πλέον Έλληνες πολίτες. Στην πραγματικότητα για τις οργανωμένες ελληνικές πολιτικές δυνάμεις μόνο οι δύο πρώτες από τις τρεις αναφερθείσες διαστάσεις ήταν ορατές – η τρίτη έμεινε αόρατη παρά τις εβδομαδιαίες κινητοποιήσεις της αλβανικής μεταναστευτικής κοινότητας στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις.

Από τις πρώτες κιόλας μέρες των κινητοποιήσεων Έλληνες πολιτικοί και κόμματα τοποθετήθηκαν πάνω στο ζήτημα. Την αρχή την έκανε το Υπουργείο Εξωτερικών το οποίο με ανακοίνωσή του καταδίκασε το περιστατικό βίας σε βάρος Έλληνα πολίτη και κάλεσε τις αλβανικές αρχές να διασφαλίσουν τον σεβασμό του κράτους δικαίου και τον σεβασμό των περιουσιακών δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας. Στη συνέχεια ακολούθησαν παρεμβάσεις από πολιτικά πρόσωπα διαφορετικών κομματικών χώρων, μεταξύ των οποίων ο Α. Τσίπρας, η ΕΛ.Α.Σ., ο Γ. Μανιάτης, ο Δημήτρης Μάντζος για το ΠΑΣΟΚ, ο Φ. Μπελέρης, η Α. Λατινοπούλου, και ο Γ. Γεραπετρίτης.

Παρά τις σημαντικές ιδεολογικές τους διαφορές, οι περισσότερες παρεμβάσεις συνέκλιναν σε μια κοινή ανάγνωση των γεγονότων δίνοντας έμφαση κυρίως στα περιουσιακά δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας και προσέγγισαν τις εξελίξεις πρωτίστως ως ζήτημα μειονοτικών δικαιωμάτων. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η διάσταση αυτή δεν υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι μετατράπηκε σχεδόν αποκλειστικά στον φακό μέσα από τον οποίο ερμηνεύθηκαν οι εξελίξεις, επισκιάζοντας το γεγονός ότι επρόκειτο πρωτίστως για μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση στο εσωτερικό της ίδιας της Αλβανίας με αποτέλεσμα μια ελλιπή ανάγνωση των εξελίξεων και την αναπαραγωγή μιας μονοδιάστατης προσέγγιση των ελληνοαλβανικών σχέσεων.

Τόσο η σύνθεση των κινητοποιήσεων όσο και οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών δείχνουν ξεκάθαρα και πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι κινητοποιήσεις τροφοδοτήθηκαν από ευρύτερα προβλήματα που αφορούν συνολικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην Αλβανία, τη λειτουργία των θεσμών και το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Σχετικά με την λεγόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας μπορεί κανείς να διαβάσει, χαρακτηριστικά, την έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία σημείωνε το 2023 ότι τα προβλήματα που αφορούν τα περιουσιακά δικαιώματα στις περιοχές όπου ζει η ελληνική μειονότητα αποτελούν μέρος ενός γενικότερου προβλήματος που επηρεάζει και τον υπόλοιπο πληθυσμό της Αλβανίας. Παράλληλα, οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αλβανία κατά τα έτη 2022, 2023 και 2024 δεν καταγράφουν περιπτώσεις διακρίσεων σε βάρος της ελληνικής μειονότητας.

Στο βαθμό που τα παραπάνω ισχύουν, έχουμε μπροστά μας αλληλένδετα προβλήματα που απαιτούν ερμηνευτικές απαντήσεις. Γιατί το ελληνικό πολιτικό σύστημα διαχειρίστηκε τα υπό εξέλιξη κινηματικά γεγονότα στην Αλβανία μέσα από το πρίσμα εθνικών ανταγωνισμών; Γιατί τα μείωσε σε ζητήματα παραβίασης μειονοτικών δικαιωμάτων ενώ κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετείται; Γιατί αποφάσισε να μιλήσει αποκλειστικά για τα εμπράγματα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας και αποσιώπησε εντελώς την αλβανική μεταναστευτική κοινότητα η οποία και πολυπληθής είναι και κινητοποιήθηκε όλο αυτό το διάστημα και πολλά από τα μέλη της είναι Έλληνες και Ελληνίδες πολίτες και αντιμετωπίζει παρόμοια ζητήματα αναφορικά με τα δικά της εμπράγματα δικαιώματα στην αλβανική επικράτεια;

Το πρώτο που αξίζει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι η κυρίαρχη ελληνική ανάγνωση της Αλβανίας εξακολουθεί να βασίζεται σε ερμηνευτικά σχήματα που διαμορφώθηκαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και κατά τη δεκαετία του 1990. Για δεκαετίες η Αλβανία αντιμετωπιζόταν ως μια χώρα-απειλή ή – στην καλύτερη περίπτωση – ως ένα «πρόβλημα» προς διαχείριση. Δεν είναι τυχαίο ότι η κηρυγμένη από το 1940 κατάσταση πολέμου με την Αλβανία από μεριάς της Ελλάδας καταργήθηκε μόλις το 1987, ενώ η δημόσια συζήτηση των επόμενων δεκαετιών περιστράφηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από ζητήματα όπως η ελληνική μειονότητα – η «Βόρεια Ήπειρος» – ή η παράτυπη μετανάστευση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτικού και δημόσιου λόγου εξακολουθεί να ερμηνεύει την Αλβανία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα των διμερών διαφορών και των εθνικών ανταγωνισμών, αδυνατώντας να δει τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές που συντελούνται στο εσωτερικό της αλβανικής κοινωνίας αλλά και τις ζημώσεις μεταξύ των δύο λαών.

Η δεύτερη σημαντική διάσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ίδιο το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία έχει εξελιχθεί σε ένα πεδίο διακομματικού ανταγωνισμού, όπου διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν να αποδείξουν τη δική τους «πατριωτική αξιοπιστία». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάδειξη των δικαιωμάτων της μειονότητας ως αποκλειστικής διάστασης αναφορικά με τα πρόσφατα γεγονότα αποτελεί σχεδόν αυτονόητη πολιτική επιλογή, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι πολιτικοί με κατά τα άλλα διαφορετικές αφετηρίες κατέληξαν σε εντυπωσιακά παρόμοιες δημόσιες τοποθετήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας ως τέτοια. Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη διάσταση μονοπώλησε σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική συζήτηση, αποκλείοντας κάθε άλλη ερμηνεία των γεγονότων.

Μια τρίτη οπτική που αξίζει να σημειωθεί έχει τον χαρακτήρα μιας βαθύτερης ιδεολογικής εξήγησης. Δεν αποκλείεται η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία να αποτελεί σήμερα ένα από τα τελευταία πεδία μέσα από τα οποία ο επίσημος ελληνικός εθνικισμός μπορεί ακόμη να αναπαράγει τις αφηγήσεις που συγκρότησαν την πολιτική του ταυτότητα κατά τον 20ό αιώνα: τις αφηγήσεις των «αλύτρωτων πατρίδων», των εθνικών δικαίων και ενός κόσμου οργανωμένου γύρω από ανταγωνισμούς μεταξύ εθνών-κρατών που φαντάζονταν ως ή έπρεπε να γίνουν εσωτερικά ομοιογενή.

Όμως η κοινωνική πραγματικότητα του 21ου αιώνα απέχει ολοένα και περισσότερο από αυτό το σχήμα. Οι κοινωνίες μας είναι πολυεπίπεδες, διασυνδεδεμένες και διαπολιτισμικές. Στην Ελλάδα ζουν σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες αλβανικής καταγωγής, ενώ στην Αλβανία η ελληνική μειονότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης κοινωνίας που αντιμετωπίζει κοινές προκλήσεις με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Αντί, λοιπόν, να αναζητούμε διαρκώς την επιβεβαίωση των παλιών εθνικών αφηγήσεων, ίσως είναι καιρός να αναστοχαστούμε την ίδια την έννοια του έθνους: αυτή όμως την φορά όχι ως εργαλείο αποκλεισμού και εξυπηρέτησης ιμπεριαλιστικών φαντασιώσεων και συμφερόντων αλλά ως δημοκρατική πολιτική κοινότητα ικανή να συμπεριλάβει τις πραγματικές κοινωνικές συνθέσεις της εποχής μας. Ένας εθνικός αυτοπροσδιορισμός με μεγαλύτερη αυτοαναστοχαστικότητα και αυτοπεποίθηση δεν έχει ανάγκη να αναπαράγει τους ανταγωνισμούς του προηγούμενου αιώνα γιατί μπορεί να οικοδομεί σχέσεις συνεργασίας, αλληλεγγύης και κοινής πολιτικής δράσης ανάμεσα στις κοινότητες που ολοένα και περισσότερο διακλαδώνονται και συναντώνται.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο, το οποίο είναι ίσως και το σημείο με τις πιο σοβαρές πολιτικές συνέπειες, είναι πως εδώ και αρκετά χρόνια η μεγαλύτερη αλλαγή στις ελληνοαλβανικές σχέσεις δεν συντελείται στην Χειμάρρα, τους Δρυμάδες ή την Δρόπολη αλλά στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Κρήτη κτλ. Όσο κι αν οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να το δουν, δεν είναι με αναφορά στην ελληνική μειονότητα του αλβανικού νότου που λαμβάνει χώρα ο μετασχηματισμός στις ελληνοαλβανικές σχέσεις αλλά στην ίδια την ελληνική επικράτεια μέσω της παρουσίας εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων με πολιτισμικές συγκροτήσεις ή/και ταυτοτικούς προσδιορισμούς με αναφορά τόσο στην μία όσο και στην άλλη χώρα, με υπαρξιακούς δεσμούς και με τις δύο χώρες κοκ.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αλβανικής καταγωγής ζουν πλέον μόνιμα στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος τους έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, συμμετέχει στην οικονομική, κοινωνική, καλλιτεχνική, ακαδημαϊκή και πολιτική ζωή της χώρας και συγκροτεί μια νέα γενιά πολιτών με διπλές πολιτισμικές αναφορές ή/και υβριδικές ταυτότητες. Οι εβδομαδιαίες κινητοποιήσεις τους απέδειξαν ότι οι εξελίξεις στην Αλβανία δεν αποτελούν απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά και υπόθεση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν κανένας πολιτικός φορέας δεν επιχείρησε να συνομιλήσει μαζί τους ή να εντάξει αυτή τη νέα πραγματικότητα στην πολιτική του ανάλυση.

Μια νέα προσέγγιση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις;

Κλείνοντας, επομένως, θα ήθελα να τονίσω πως η «επανάσταση των φλαμίνγκο» θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια συνολικότερη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Αντί να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως πεδίο εθνικών ανταγωνισμών και διμερών διαφορών, μπορούν να ιδωθούν ως πεδίο κοινωνικής συνεργασίας, δημοκρατικής αλληλεγγύης και κοινών πολιτικών αγώνων.

Τα ζητήματα του κράτους δικαίου, της προστασίας του περιβάλλοντος, της διαφάνειας, της αυθαίρετης εκμετάλλευσης της γης ή της ολιγαρχικής συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος και κατ’ επέκταση της κατάληψης και του ελέγχου της πολιτικής εξουσίας από οικονομικά συμφέροντα δεν είναι «αλβανικά» προβλήματα αλλά αφορούν ολόκληρη τη Ευρώπη σε μια ιστορική φάση που ολοκληρώνονται ένας αριθμός από τάσεις και δυναμικές του νεοφιλελεύθερου και παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης.

Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική πολιτική να μην είναι να αποφασίσει πώς θα τοποθετηθεί απέναντι στην Αλβανία, αλλά να αναγνωρίσει ότι οι δύο κοινωνίες βρίσκονται πλέον αρκετά κοντά ώστε να μπορούν να συγκροτήσουν κοινές απαντήσεις απέναντι σε κοινές προκλήσεις.

Ο Ervin Kondakciu είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Χρόνινηκεν και του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και εργάζεται στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα