Το “φλερτ” Τραμπ – Ερντογάν και τα νέα δεδομένα στο ΝΑΤΟ
Διαβάζεται σε 5'
Ο Δρ. Μηνάς Λυριστής αναλύει στο NEWS 24/7 όσα έγιναν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα, και πώς διαμορφώνεται πλέον το σκηνικό.
- 09 Ιουλίου 2026 11:50
Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανέδειξε μια νέα στρατηγική πραγματικότητα. Ενώ οι σύμμαχοι έσπευσαν να επαναλάβουν τη «σιδηροδέσμια δέσμευσή» τους στο Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας (όπου η επίθεση εναντίον ενός αποτελεί επίθεση εναντίον όλων), εξασφαλίζοντας παράλληλα πρόσθετες παραγγελίες οπλικών συστημάτων ύψους 50 δισ. δολαρίων, τα βλέμματα όλων —και κυρίως της Αθήνας— στράφηκαν αναπόφευκτα στο παρασκήνιο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σε μια επίδειξη θερμής διπλωματίας, έπλεξε το εγκώμιο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κάνοντας λόγο για τη μεταξύ τους πολύ καλή σχέση, την οποία χαρακτήρισε καλύτερη από ποτέ. Προχώρησε μάλιστα σε μια κίνηση που ενδέχεται να αλλάξει τις ισορροπίες στην περιοχή, ανακοινώνοντας την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις CAATSA (οι οποίες είχαν επιβληθεί στην Τουρκία για την αγορά των ρωσικών S-400), τονίζοντας με νόημα πως «δεν θέλουμε να τιμωρούμε φίλους». Παράλληλα, δήλωσε πρόθυμος να εξετάσει την επανέναρξη της πώλησης μαχητικών F-35 στην Άγκυρα, χαρακτηρίζοντάς τα «το καλύτερο αεροσκάφος στον κόσμο».
Από την πλευρά του, ο Ερντογάν εμφανίστηκε αισιόδοξος για μια θετική απόφαση, επιβεβαιώνοντας πως συζητήθηκε ξανά το θέμα των πέντε F-35 που τους είχαν υποσχεθεί.
Βέβαια, ο δρόμος για την τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 περνά μέσα από το αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο διατηρεί ισχυρό σκεπτικισμό. Μέλη τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικάνων υπενθυμίζουν σταθερά ότι ο νόμος NDAA του 2020 απαγορεύει ρητά τη μεταβίβαση αυτών των μαχητικών όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε πως έξι F-35 που έχει ήδη πληρώσει η Άγκυρα παραμένουν «καθηλωμένα» σε αμερικανικό έδαφος.
Παρά ταύτα, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ ευχαρίστησαν θερμά την Τουρκία για τη φιλοξενία, τονίζοντας πως η Συμμαχία έχει βασιστεί στον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της για να θωρακίσει τα νοτιοανατολικά της σύνορα.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό κάδρο, η Σύνοδος της Άγκυρας καθόρισε φιλόδοξους στόχους. Η υποστήριξη προς την Ουκρανία παραμένει, με υποσχέσεις για 70 δισ. ευρώ εξοπλιστικής βοήθειας μέσα στο 2026. Παράλληλα, τέθηκε ο πήχης για τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ ετησίως μέχρι το 2035 (εκ των οποίων το 3,5% αφορά καθαρά στρατιωτικές δαπάνες και το 1,5% «διευρυμένες»). Η υπεράσπιση του ευρωατλαντικού χώρου βασίζεται πλέον σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνεισφορά και στην τεχνολογική υπεροχή (με ολοκληρωμένα συστήματα αεροάμυνας, μη επανδρωμένα συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη). Ο Γενικός Γραμματέας Μαρκ Ρούτε επαίνεσε τις «εντυπωσιακές» αυξήσεις στις ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες, με τους ηγέτες να δεσμεύονται για παραγγελίες νέων οπλικών συστημάτων ύψους περίπου 30 δισ. ευρώ.
Δεν έλειψαν ωστόσο και οι παραφωνίες ή εντάσεις, όπως η δήλωση του πρωθυπουργού Τραμπ πως είναι «απογοητευμένος από το ΝΑΤΟ» και οι κατηγορίες του για απουσία συμμαχικής στήριξης στο πλευρό των ΗΠΑ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Όλα αυτά παρά το γεγονός ότι η Διακήρυξη της Άγκυρας επαναβεβαίωσε ρητά πως η Τεχεράνη δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, απαιτώντας σεβασμό της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στον Περσικό.
Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, ποια είναι η απάντηση της Ελλάδας; Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η χώρα μας προσήλθε στη Σύνοδο με το «σθεναρό της χαρτί» της συνεπούς αύξησης των αμυντικών δαπανών. Προβάλλοντας το προφίλ του «αξιόπιστου συμμάχου», η Αθήνα υπερηφανεύεται ότι φέτος (το 2026) οι δαπάνες της αγγίζουν το 3,6% του ΑΕΠ, μπαίνοντας στην πρώτη πεντάδα του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επρόκειτο να αναδείξει το δωδεκαετές πλάνο εκσυγχρονισμού, ύψους 25 δισ. ευρώ, και τον ρόλο-κλειδί της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εδώ όμως γεννάται το προφανές ερώτημα: Μήπως τελικά η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί στον ρόλο του «δεδομένου συμμάχου»; Ενώ εμείς παίζουμε τον ρόλο του συνεπούς, καλού μαθητή που ματώνει οικονομικά για να πιάσει το 3,6% και να προωθήσει εξοπλιστικά προγράμματα 25 δισεκατομμυρίων, βλέπουμε την Τουρκία να παίζει σε διπλό ταμπλό, να εκβιάζει και τελικά να επιβραβεύεται.
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαϊδεύει τα αυτιά του Ερντογάν και το ΝΑΤΟ υποκλίνεται στο μέγεθος του τουρκικού στρατού, την ώρα που η Αθήνα απλώς ελπίζει ότι η «συμμαχική της συνέπεια» θα εκτιμηθεί. Όμως στην πραγματική πολιτική, οι δεδομένοι σύμμαχοι σπάνια κερδίζουν το κάτι παραπάνω. Η αναθέρμανση των σχέσεων Ουάσιγκτον – Άγκυρας αποδεικνύει περίτρανα ότι το να είσαι απλώς «αξιόπιστος» δεν αρκεί.
Ήρθε η ώρα η ελληνική εξωτερική πολιτική να πάψει να θεωρείται αυτονόητη και δεδομένη, και να αρχίσει να διεκδικεί ανταλλάγματα αντίστοιχα των δυσθεώρητων θυσιών της.
*Ο Δρ. Μηνάς Λυριστής είναι ερευνητής στο Κέντρο Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής και Junior Scholar (Gulf Affairs) στο Strategy International Think Tank.