Οι επιλογές του Τραμπ στο Ιράν είναι λίγες και κακές
Διαβάζεται σε 8'
Ο Τρμαπ πέφτει στην παγίδα που έστησε με έναν πόλεμο χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου και ένα προσύμφωνο με το Ιράν που άφησε ανέγγιχτα τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης.
- 09 Ιουλίου 2026 22:37
Το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν αρχίζει να θυμίζει την περίφημη οπτική αυταπάτη με τη “σκάλα του Πένροουζ”: μια σκάλα που μοιάζει να ανεβαίνει και να κατεβαίνει ασταμάτητα, για να καταλήξει τελικά ακριβώς στο ίδιο σημείο.
Πρόκειται για μια παγίδα που έστησε ο ίδιος στον εαυτό του. Εξαπέλυσε έναν πόλεμο χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου και στη συνέχεια συνέταξε ένα προσύμφωνο (MOU) που άφησε ανέγγιχτα τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης.
Έτσι, το βράδυ της Τετάρτης, μόλις διαλύθηκε ο καπνός από τα νέα αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα —τα οποία εξαπολύθηκαν ως αντίποινα για τις ιρανικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στο Στενό του Ορμούζ— ο Αμερικανός πρόεδρος βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με το ίδιο, γνώριμο δίλημμα.
Θα επιλέξει την κλιμάκωση του πολέμου, επωμιζόμενος ένα τεράστιο ανθρώπινο, οικονομικό και πολιτικό κόστος, για να ανατρέψει ένα καθεστώς που αυτή τη στιγμή ευνοεί ξεκάθαρα το Ιράν; Ή θα προσπαθήσει να αναζωογονήσει μια θνησιγενή εκεχειρία, προσφέροντας στην Τεχεράνη δισεκατομμύρια δολάρια απλώς και μόνο για να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
Αυτή η νέα ένταση εκδηλώθηκε μόλις τρεις εβδομάδες αφότου ο Τραμπ υπέγραψε το προσύμφωνο με την Τεχεράνη —μια συμφωνία που πανηγύριζε ότι “μόνο εκείνος θα μπορούσε να πετύχει”. Αυτό, όπως αναφέρει το CNN, αναδεικνύει την παταγώδη αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής μέχρι σήμερα.
Στην πραγματικότητα, με το να απαντήσει με νέες ομοβροντίες πυραύλων και αεροπορικές επιδρομές, ρίσκαρε να πυροδοτήσει έναν δεύτερο πόλεμο, απλώς και μόνο για να διορθώσει τις συνέπειες του πρώτου: δηλαδή την κυριαρχία του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ.
Οι ιρανικές επιθέσεις στα πλοία απέδειξαν ότι η Τεχεράνη είναι αποφασισμένη να κρατήσει αυτό το ισχυρό χαρτί στα χέρια της. Πέρα από την επιβίωση του αυταρχικού καθεστώτος, αυτός ο έλεγχος είναι το σημαντικότερο κέρδος του Ιράν από τον πόλεμο. Στόχος του είναι να μετατρέψει αυτή την κρίσιμη θαλάσσια δίοδο πετρελαίου και φυσικού αερίου σε μόνιμη πηγή εσόδων μέσω της επιβολής “διοδίων”. Τα πλήγματα εναντίον των πλοίων είχαν προφανή στόχο να αναγκάσουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα να ακολουθεί τις διαδρομές που υπαγορεύει η Τεχεράνη, επισφραγίζοντας την κυριαρχία της στην περιοχή.
Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αμερικανικά αντίποινα, παραβιάζουν ανοιχτά το προσύμφωνο. Ωστόσο, το κείμενο αυτό —το οποίο διαπραγματεύτηκε η ομάδα του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του γαμπρού του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ— ήταν εξαρχής τόσο ασαφές, χωρίς μηχανισμούς ελέγχου, που η άμεση κατάρρευσή του δεν εκπλήσσει κανέναν.
Εξοργισμένος ο Τραμπ, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, δήλωσε ότι το προσύμφωνο “πέθανε” και χαρακτήρισε το Ιράν “παράλογο”. Άφησε, πάντως, ανοιχτό το ενδεχόμενο να συνεχιστούν οι επαφές αν το επιθυμούν οι διαπραγματεύτές του. Επιτείνοντας την εικόνα στρατηγικής σύγχυσης, πρόσθεσε: “Με τη δική μας συμφωνία δεν θα αποκτούσαν ποτέ πυρηνικά, αλλά δεν ξέρω αν θα υπάρξει τελικά συμφωνία. Μπορεί να το λύσουμε και χωρίς αυτήν, γιατί, για να είμαι ειλικρινής, είναι πιο εύκολο”.
Το δυσβάσταχτο κόστος μιας πολεμικής κλιμάκωσης
Αν δεν βρεθεί κάποιο ρηξικέλευθο σχέδιο που κανείς δεν έχει σκεφτεί μέχρι τώρα, οι επιλογές του Τραμπ είναι εξαιρετικά περιορισμένες και αμφίβολης αποτελεσματικότητας.
Η μία επιλογή είναι η κλιμάκωση των επιχειρήσεων. Μια χερσαία εισβολή στο Ιράν θεωρείται αδιανόητη, όμως ο Τραμπ θα μπορούσε να διατάξει μαζικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε ιρανικές υποδομές και εργοστάσια ενέργειας, ή ακόμα και μια απόβαση σε παράκτιες ζώνες του Στενού για να απωθήσει τις ιρανικές δυνάμεις.
Μια άλλη πιθανότητα είναι η κατάληψη του νησιού Χαργκ, του κεντρικού πετρελαϊκού κόμβου της χώρας.
Ωστόσο, το τίμημα μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν τεράστιο και θα προκαλούσε τις οικονομικές αναταράξεις που ο ίδιος έλεγε ότι ήθελε να αποφύγει υπογράφοντας το προσύμφωνο. Μια επιχείρηση πεζοναυτών ή ειδικών δυνάμεων στο νησί Χαργκ θα σήμαινε βαρύ φόρο αίματος για τις ΗΠΑ. Παρά τα όποια λάθη του, ο Τραμπ έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να μιμηθεί προκατόχους του που προσπάθησαν να αποκαταστήσουν το πληγωμένο τους γόητρο διατάσσοντας επιχειρήσεις που κόστισαν τη ζωή σε πολλούς Αμερικανούς στρατιώτες ή πολίτες.
Επιπλέον, οποιαδήποτε αμερικανική ενέργεια δεν θα έμενε αναπάντητη.
Αν οι ΗΠΑ διευρύνουν τη λίστα των στόχων τους, το Ιράν πιθανότατα θα απαντήσει πλήττοντας τους συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Κόλπο και τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις θα βρεθούν αμέσως στο στόχαστρο, με ορατό τον κίνδυνο να πυροδοτηθεί μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή των πολιτών στο εσωτερικό της χώρας, καθώς η τιμή της βενζίνης θα εκτοξευθεί ξανά στα ύψη —κάτι που είχε καταρακώσει την πολιτική του εικόνα κατά τη διάρκεια του πολέμου και είχε πλήξει τις προοπτικές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Μάλιστα, δεν είναι καν βέβαιο ότι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα εξουδετέρωνε την ικανότητα του Ιράν να απειλεί τη ναυσιπλοΐα, αφού μερικά μόνο drone, που εκτοξεύονται από κρυφές τοποθεσίες χιλιόμετρα μακριά, αρκούν για να παραλύσουν το εμπορικό ναυτικό.
Ο Άνταμ Σμιθ, κορυφαίος βουλευτής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων, δήλωσε στο CNN ότι το τωρινό αδιέξοδο αποδεικνύει πόσο εκτός πραγματικότητας είναι οι “σκληροπυρηνικοί” που ζητούν από τον Τραμπ να “τελειώσει τη δουλειά” στο Ιράν. «Δεν υπάρχει τρόπος να “τελειώσεις τη δουλειά” με την έννοια ότι θα γονατίσεις ολοκληρωτικά το Ιράν», τόνισε ο Σμιθ. “Αυτό ήταν το θεμελιώδες λάθος στο επιχείρημα όσων ήθελαν να ξεκινήσει αυτός ο πόλεμος. Και τώρα παγιδευτήκαμε μέσα σε αυτό το λάκκο”.
Θεωρητικά, ο Τραμπ θα μπορούσε να επαναφέρει τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, ακυρώνοντας την άρση των κυρώσεων στο πετρέλαιο που προέβλεπε το προσύμφωνο. Ωστόσο, όταν το Ιράν υπέστη αυτόν τον αποκλεισμό για εβδομάδες στο παρελθόν, δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση για την “άνευ όρων παράδοση” που απαιτούσε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Γιατί ο Τραμπ επέστρεψε στις απειλές προς το Ιράν
Μια άλλη επιλογή για τον Τραμπ θα ήταν απλώς να αποσύρει τις ΗΠΑ από την περιοχή, αναγκάζοντας τη διεθνή κοινότητα να αποδεχτεί την πραγματικότητα ενός μόνιμα αμφισβητούμενου Στενού του Ορμούζ.
Αυτό θα σήμαινε ακριβότερη ενέργεια και επικίνδυνες, δαπανηρές διελεύσεις για τα πλοία. Οι αγορές ίσως τελικά να προσαρμόζονταν, όμως ο Τραμπ δεν θα μπορούσε να προστατεύσει την αμερικανική οικονομία από τις συνέπειες —και κυρίως τους χρηματιστηριακούς δείκτες, τους οποίους ο ίδιος θεωρεί βαρόμετρο της προσωπικής του επιτυχίας.
Μακροπρόθεσμα, η μείωση της ροής του πετρελαίου στην αγορά θα εξαντλούσε τα στρατηγικά αποθέματα. Επιπλέον, το να γυρίσει την πλάτη στο πρόβλημα θα ισοδυναμούσε με μια ταπεινωτική ήττα για τον ίδιο και θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος της αμερικανικής ισχύος παγκοσμίως, επιτρέποντας στο Ιράν να εκμεταλλεύεται αυτό το γεωπολιτικό πλεονέκτημα για πάντα.
Αυτό το πλεονέκτημα είναι τόσο ζωτικής σημασίας για τους νέους ηγέτες του Ιράν, που επέλεξαν να ρισκάρουν μια συμφωνία η οποία τους εξασφάλιζε δισεκατομμύρια δολάρια από την άρση των κυρώσεων και κεφάλαια για την ανοικοδόμηση της χώρας. Για άλλη μια φορά, η θεωρία της κυβέρνησης Τραμπ —μιας κυβέρνησης που διοικείται από μεγιστάνες του real estate— ότι οι πάντες εξαγοράζονται με το χρήμα, αποδεικνύεται εντελώς σαθρή, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ουκρανίας.
Αυτό φέρνει στο στόχαστρο της κριτικής τους δύο στενούς διαπραγματευτές του Τραμπ, τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ. Πληροφορίες του CNN αναφέρουν ότι πολλοί έμπειροι κρατικοί λειτουργοί και ειδικοί σε πυρηνικά θέματα, των οποίων η τεχνογνωσία ήταν απαραίτητη για μια τόσο σύνθετη συμφωνία, παραμερίστηκαν και ερωτούνταν μόνο περιστασιακά. Ο Λευκός Οίκος απέρριψε αυτές τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τις ως “γκρίνιες από ανθρώπους που δεν έχουν κλείσει ποτέ συμφωνίες στη ζωή τους”.
Από την άλλη πλευρά, και η στάση του Ιράν κρύβει κινδύνους. Αν η Τεχεράνη τραβήξει υπερβολικά το σκοινί, κινδυνεύει να συσπειρώσει τις χώρες της περιοχής υπέρ μιας σκληρότερης αμερικανικής απάντησης. Παράλληλα, η στάση αυτή ίσως προδίδει εσωτερικές ρήξεις στο ιρανικό καθεστώς, καθώς οι σκληροπυρηνικοί Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης, που έχουν αναβαθμιστεί πολιτικά, προσπαθούν να υπονομεύσουν τους πιο μετριοπαθείς αξιωματούχους που επιθυμούν τη διπλωματική οδό.
Η έλλειψη ουσιαστικών επιλογών εξηγεί και το γιατί ο Τραμπ, αμέσως μετά τα στρατιωτικά πλήγματα της Τετάρτης, κατέφυγε και πάλι στην προσφιλή του τακτική των απειλών.
“Αν ξανασυμβεί, οι συνέπειες θα είναι πολύ χειρότερες”, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, το Ιράν δεν υποχώρησε σε τέτοιες προειδοποιήσεις ούτε κατά την περίοδο των πολύ πιο σφοδρών και συστηματικών βομβαρδισμών από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στην αρχή του πολέμου.
Μέσα στο Air Force One, κατά την επιστροφή του από την Τουρκία, ο Τραμπ επέστρεψε στην πεπατημένη.
“Μου τηλεφώνησαν πριν από λίγο και θέλουν απεγνωσμένα να κλείσουμε συμφωνία”, δήλωσε στους δημοσιογράφους, επαναλαμβάνοντας ένα αφήγημα που ανακυκλώνει εδώ και μήνες, χωρίς ποτέ να επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα.
Ορισμένες φορές, ο Αμερικανός πρόεδρος δίνει την εντύπωση ότι δεν βρίσκεται σε πόλεμο μόνο με το Ιράν, αλλά και με την ίδια την πραγματικότητα.