Αναζητώντας μια χαμένη βαλίτσα μέσα στην καταστροφή του Σουδάν
Διαβάζεται σε 6'
Η Suha Diab, πρώην Υπεύθυνης Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, μοιράζεται την ιστορία της από την αποστολή της στο Σουδάν.
- 11 Ιουλίου 2026 09:43
Το καλοκαίρι του 2025, όταν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα με ρώτησαν αν θα με ενδιέφερε να επιστρέψω στο Σουδάν για επόμενη αποστολή, απάντησα «ναι» χωρίς δεύτερη σκέψη.
Είχα ζήσει και εργαστεί στη χώρα σε προηγούμενη αποστολή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα από τον Σεπτέμβριο του 2021 έως τον Μάρτιο του 2023· αρκετό καιρό ώστε το Χαρτούμ να το νιώθω πια οικείο: οι γυναίκες που σέρβιραν τσάι στους δρόμους, οι πωλητές φαλάφελ, οι βραδινές συζητήσεις στις ταράτσες μετά τη δουλειά. Ήταν μια πόλη που σιγά-σιγά κέρδισε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, μέχρι που ένιωσα πως ήταν το σπίτι μου.
Όταν ολοκλήρωσα την πρώτη μου αποστολή στις 31 Μαρτίου 2023, άφησα πίσω μία βαλίτσα στο διαμέρισμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Χαρτούμ. Μέσα της υπήρχαν δύο αντικείμενα με ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για εμένα: ένα μωβ φουλάρι, δώρο μιας αγαπημένης φίλης πριν από χρόνια, και μια καφέ δερμάτινη τσάντα, αποχαιρετιστήριο δώρο από τους Σουδανούς συναδέλφους μου όταν ολοκλήρωσα την αποστολή μου.
Λίγες εβδομάδες αργότερα ξέσπασε ο πόλεμος. Η βαλίτσα έμεινε εκεί, με την τύχη της να γίνεται τόσο αβέβαιη όσο και το μέλλον ολόκληρης της χώρας.
Σήμερα, σχεδόν 11,8 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο Σουδάν — αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του πληθυσμού του Καναδά, της χώρας όπου διαμένω. Περίπου 4,25 εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να περάσουν τα σύνορα, ενώ εκατομμύρια άλλοι επιβιώνουν σε εξαιρετικά εύθραυστες συνθήκες, εκτεθειμένοι σε ασθένειες που μπορούν να προληφθούν, αλλά αποδεικνύονται θανατηφόρες.
Όταν έφτασα στο Πορτ Σουδάν στις 3 Ιουνίου 2025, η πόλη μου φάνηκε ταυτόχρονα γνώριμη και ξένη. Η ζέστη ήταν αποπνικτική και ο αέρας βαρύς από την αλμύρα της θάλασσας.
Ανάμεσα στο προσωπικό συνάντησα ορισμένα γνώριμα πρόσωπα από την προηγούμενη αποστολή μου. Μέσα σε δύο χρόνια, οι ζωές τους είχαν αλλάξει δραματικά.
Σχεδόν όλοι είχαν εκτοπιστεί κατά τις επιθέσεις στο Χαρτούμ και σε άλλες μεγάλες πόλεις το 2023 και το 2024. Πολλοί είχαν μεταφέρει τις οικογένειές τους σε γειτονικές χώρες.
Οι ιστορίες που μου αφηγήθηκαν ήταν συγκλονιστικές: άνθρωποι που διέφευγαν κάτω από πυρά, διαπραγματεύονταν τη διέλευσή τους από σημεία ελέγχου, αποχαιρετούσαν βιαστικά τους δικούς τους ή διέσχιζαν επικίνδυνα σύνορα για να τους οδηγήσουν σε ασφαλές μέρος. Κάποιοι ξυλοκοπήθηκαν, εκφοβίστηκαν, ανακρίθηκαν ή ακόμη και φυλακίστηκαν. Κάθε αφήγηση κουβαλούσε το δικό της βάρος θάρρους, εξάντλησης και απώλειας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα ταξίδεψα στο Χαρτούμ μαζί με έναν συνάδελφο. Η πόλη ήταν αγνώριστη. Καμένα αυτοκίνητα έκλειναν τους δρόμους, τα κτίρια ήταν διάτρητα από σφαίρες και ολόκληρες γειτονιές είχαν βυθιστεί στη σιωπή. Ακόμη και οι αδέσποτες γάτες και οι σκύλοι είχαν εξαφανιστεί.
Καθώς πλησιάζαμε, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ το διαμέρισμα και την τσάντα που είχα αφήσει πίσω. Ήταν μια ασήμαντη σκέψη μπροστά σε τόση καταστροφή, κι όμως αδύνατο να την διώξω. Ένα μικρό κομμάτι μου εξακολουθούσε να ελπίζει —παράλογα ίσως— ότι θα την έβρισκα, σαν μια μικρή διάψευση της αμείλικτης πραγματικότητας του πολέμου.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔOM), περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν επιστρέψει στο Χαρτούμ και στις γύρω περιοχές.
Ωστόσο επέστρεψαν σε μια πόλη που δεν διαθέτει σχεδόν τίποτα: μολυσμένα δίκτυα ύδρευσης, δρόμους γεμάτους με μη εκραγέντα πυρομαχικά, καμένες αγορές και σχεδόν ανύπαρκτες υπηρεσίες υγείας.
Τα νοσοκομεία που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του συστήματος υγείας έχουν καταστραφεί, καταληφθεί ή εγκαταλειφθεί. Η χολέρα, ο δάγκειος πυρετός, η ιλαρά και η ελονοσία εξακολουθούν να εξαπλώνονται σε διαδοχικά κύματα, εξαιτίας των μαζικών εκτοπισμών, της έλλειψης καθαρού νερού και της κατάρρευσης των μηχανισμών επιδημιολογικής επιτήρησης.
Παράλληλα, η οξεία επισιτιστική κρίση έχει επιδεινωθεί δραματικά, με περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανθρώπους να αντιμετωπίζουν πλέον επίπεδα επισιτιστικής ανασφάλειας.
Δώδεκα ημέρες μετά την πτώση του Ελ Φάσερ, στις 28 Οκτωβρίου 2025, έφυγα ξανά από το Σουδάν με βαριά καρδιά.
Οι αναφορές για σφαγές, καμένους καταυλισμούς εκτοπισμένων και εκτελέσεις αμάχων συνέχιζαν να πληθαίνουν. Καθώς διάβαζα τις εξελίξεις από το Χαρτούμ, το Νταρφούρ και το Κορντοφάν, αναγνώριζα ένα μοτίβο που είχα ξαναδεί: άμαχοι να ζητούν βοήθεια, ενώ ο κόσμος διστάζει, συζητά ή απλώς κοιτάζει αλλού.
Το συναίσθημα ήταν ανατριχιαστικά γνώριμο, πιο πρόσφατα από τη Γάζα, όπου άνθρωποι υπέστησαν αδιανόητη βία μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.
Η ίδια παράλυση, η ίδια σιωπή, μοιάζει να επαναλαμβάνεται και εδώ. Είναι συγκλονιστικό πόσο λίγα μαθαίνουμε από την ίδια μας την ιστορία, πόσο συχνά η διεθνής κοινότητα περιμένει μέχρι οι θηριωδίες να γίνουν αδιαμφισβήτητες, μέχρι να είναι πλέον πολύ αργά, και μόνο τότε αντιδρά — αν αντιδράσει.
Καθώς οι μάχες επεκτείνονται από το Νταρφούρ προς το Κορντοφάν, οι άμαχοι βρίσκονται ξανά παγιδευμένοι ανάμεσα σε επιθέσεις με drones, πολιορκίες, εκτελέσεις, επιδημίες και λιμό. Οι αναμνήσεις μιας πιο ήρεμης εποχής, πριν από τον πόλεμο, μοιάζουν πλέον απελπιστικά μακρινές.
Δεν βρήκα ποτέ την τσάντα μου.
Οι Σουδανοί συνάδελφοί μου, όμως, με προέτρεπαν να μην εγκαταλείψω την ελπίδα. Όχι από αφέλεια, αλλά γιατί πραγματικά ήθελαν να τη βρω και πίστευαν ότι, όσο μικρές κι αν ήταν οι πιθανότητες, υπήρχε ακόμη μια ευκαιρία.
Μου αρέσει να πιστεύω πως έχουν δίκιο.
Γιατί μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιμονή στην ελπίδα, ακόμη και ανάμεσα στα ερείπια, βρίσκεται η ανθεκτικότητα που κράτησε το Σουδάν ζωντανό.
Και ίσως αυτός ο πόλεμος να τελειώσει, αν όσοι έχουν τη δύναμη να τον σταματήσουν αποφασίσουν επιτέλους να το κάνουν — οι ίδιοι των οποίων τα όπλα, η χρηματοδότηση και η σιωπή συνέβαλαν στη συνέχισή του.
*Η Suha Diab είναι Υπεύθυνη Ανθρωπιστικών Υποθέσεων στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Είναι κάτοχος διδακτορικού στη Δημόσια Πολιτική με ειδίκευση στην προστασία των προσφύγων και έχει εργαστεί με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα σε αποστολές στο Σουδάν, την Αιθιοπία, τη Λιβύη, το Ιράκ, την Ελλάδα και στην Κεντρική Μεσόγειο.