“Ράλι” πετρελαίου και φυσικού αερίου με εκτίναξη τιμών

Διαβάζεται σε 6'
“Ράλι” πετρελαίου και φυσικού αερίου με εκτίναξη τιμών
Amirhosein Khorgooi/ISNA via AP

Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, όλο αυτό το διάστημα της κρίσης στον Κόλπο,  αποτυπώνονται ήδη και στους δείκτες κόστους της οικονομίας.

Η νέα κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή πυροδοτεί νέο κύμα ανατιμήσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με τις επιπτώσεις να περνούν πλέον άμεσα στην ελληνική αγορά καυσίμων αλλά και σε όλο το φάσμα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έτσι, η αμόλυβδη έχει ήδη σπάσει το φράγμα των 2 ευρώ το λίτρο σε δεκάδες περιοχές της χώρας, ακόμη και σε πρατήρια της Αττικής, ενώ το πετρέλαιο κίνησης καταγράφει άνοδο που ξεπερνά το 18% μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Αναπόφευκτα με τα πολιτικά μέτωπα ανοιχτά και με την ακρίβεια να αποτελεί τη βασική “πληγή” για την την κυβέρνηση, οι νέες αυξήσεις έχουν επαναφέρει στο κυβερνητικό τραπέζι το ενδεχόμενο πρόσθετων παρεμβάσεων στήριξης, με το ντίζελ να βρίσκεται στο επίκεντρο των σχεδιασμών. Κι αυτό γιατί επηρεάζει όχι μόνο το κόστος μετακίνησης αλλά και το συνολικό κόστος παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων.

Οι διεθνείς εξελίξεις εκτοξεύουν τις τιμές

Σημειώνεται ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το Brent κινείται πλέον κοντά στα 94 με 95 δολάρια το βαρέλι, έναντι περίπου 71 δολαρίων στις αρχές Ιουλίου, σημειώνοντας άνοδο περίπου 22% μέσα σε έναν μήνα και σχεδόν 4% σε ημερήσια βάση με δεδομένο το χθεσινό κλείσιμο. Παράλληλα, το φυσικό αέριο ξεπέρασε τα 61 ευρώ ανά μεγαβατώρα φτάνοντας χθες στα 62,79 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Το ανοδικό “ράλι” τροφοδοτείται από τις ζημιές σε διυλιστήρια του Περσικού Κόλπου, την απόφαση της Ρωσίας να διακόψει τις εξαγωγές ντίζελ και τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που εντείνουν τους φόβους για περιορισμό της προσφοράς στις διεθνείς αγορές.

Στο φόντο αυτό, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί για αυξημένους κινδύνους στην προμήθεια βενζίνης και πετρελαίου κίνησης. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας το ζήτημα δεν αφορά την επάρκεια, καθώς η παραγωγική δυναμικότητα των εγχώριων διυλιστηρίων καλύπτει τις ανάγκες της αγοράς. Το πρόβλημα εντοπίζεται πλέον αποκλειστικά στο κόστος.

Η αμόλυβδη πάνω από τα 2 ευρώ

Έτσι, οι αυξήσεις στις αντλίες συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά. Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφώνεται με βάση τις τιμοληψίες της 21ης Ιουλίου στα 1,982 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης έχει φτάσει στα 1,966 ευρώ, με τη διαφορά μεταξύ των δύο καυσίμων να έχει σχεδόν εξαλειφθεί.

Σύμφωνα, δε, με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή (21 Ιουλίου 2026), η αμόλυβδη κοστίζει πλέον πάνω από 2 ευρώ το λίτρο σε 15 νομούς της χώρας, κυρίως σε τουριστικές περιοχές. Οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στις Κυκλάδες (2,223 ευρώ/λίτρο), στα Δωδεκάνησα (2,106 ευρώ), στην Κεφαλονιά (2,066 ευρώ), στη Λέσβο (2,051 ευρώ), ενώ πάνω από το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ κινούνται επίσης η Ευρυτανία, η Λευκάδα, η Σάμος, η Κέρκυρα, το Ηράκλειο, η Ζάκυνθος, τα Γρεβενά, το Ρέθυμνο, το Λασίθι, η Εύβοια και η Αιτωλοακαρνανία. Αντίστοιχες τιμές εμφανίζονται πλέον και σε αρκετά πρατήρια της Αττικής.

Παράλληλα, οι εκπτώσεις που είχαν εφαρμόσει τα διυλιστήρια -10 λεπτά ανά λίτρο στη βενζίνη και 5 λεπτά στο ντίζελ- έχουν ουσιαστικά απορροφηθεί από το νέο κύμα ανατιμήσεων.

Στο τραπέζι νέα μέτρα στήριξης

Μπροστά στις νέες εξελίξεις, η κυβέρνηση εξετάζει εκ νέου παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων. Συγκεκριμένα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, σε δηλώσεις του, στον ΣΚΑΙ, χθες, τόνισε ότι η κατάσταση παρακολουθείται σε καθημερινή βάση, υπογραμμίζοντας πως υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για νέα μέτρα εφόσον απαιτηθούν. Όπως ανέφερε, από τις αρχές του έτους έχουν ήδη διατεθεί περίπου 800 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης, ενώ παραμένουν διαθέσιμα ακόμη 200 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα, πάντως, με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, εφόσον χρειαστεί νέα παρέμβαση, αυτή θα επικεντρωθεί κυρίως στο πετρέλαιο κίνησης, καθώς επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα της οικονομίας, από τις μεταφορές και τη βιομηχανία μέχρι τις τιμές των βασικών αγαθών.

Ο κ. Χατζηδάκης σημείωσε ακόμη ότι χωρίς τη συμφωνία της κυβέρνησης με τα διυλιστήρια για προσωρινές εκπτώσεις στα καύσιμα, οι τιμές σήμερα θα ήταν ακόμη υψηλότερες κατά περίπου 10 λεπτά στη βενζίνη και 5 λεπτά στο ντίζελ.

Ο εισαγόμενος πληθωρισμός πιέζει τη βιομηχανία

Στο μεταξύ, οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, όλο αυτό το διάστημα της κρίσης στον Κόλπο,  αποτυπώνονται ήδη και στους δείκτες κόστους της οικονομίας. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης τιμών εισαγωγών στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 13,3% τον Μάιο του 2026 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, έναντι μείωσης 4,2% που είχε καταγραφεί ένα χρόνο νωρίτερα.

Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στις ανατιμήσεις στο κόστος άντλησης και διύλισης πετρελαίου διεθνώς, με τις εισαγωγές από χώρες εκτός Ευρωζώνης να εμφανίζουν αύξηση τιμών 22,2%, ενώ από τις χώρες της Ευρωζώνης η αντίστοιχη άνοδος διαμορφώθηκε στο 2,2%.

Τα νοικοκυριά αλλάζουν καταναλωτικές συνήθειες

Προφανώς, το νέο κύμα ακρίβειας ενισχύει τις πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Χαρακτηριστικά, έρευνα της McKinsey & Company δείχνει ότι το 63% των Ελλήνων καταναλωτών σχεδιάζει να περιορίσει τις δαπάνες για τρόφιμα, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 50%.

Οι καταναλωτές, μάλιστα, στρέφονται ολοένα και περισσότερο στις προσφορές, συγκρίνουν τιμές μεταξύ διαφορετικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ και επιλέγουν οικονομικότερα προϊόντα. Μόλις το 15% πραγματοποιεί πλέον όλες τις αγορές του από μία μόνο αλυσίδα, ενώ σχεδόν τρεις στους τέσσερις επισκέπτονται δύο ή περισσότερα καταστήματα.

Την ίδια στιγμή, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ενισχύουν τη θέση τους στην αγορά. Αν και το μερίδιό τους στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (24% έναντι 40%), το 37% των καταναλωτών δηλώνει ότι σκοπεύει να αυξήσει τις αγορές του, ενώ το 91% θεωρεί ότι προσφέρουν ισάξια ή και καλύτερη σχέση ποιότητας και τιμής σε σχέση με τα επώνυμα προϊόντα.

Περισσότερα χρήματα για τα βασικά αγαθά

Παρά τη συγκράτηση της κατανάλωσης, όμως, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν ολοένα περισσότερα χρήματα για τρόφιμα και ποτά. Σύμφωνα με την 21η Έκθεση του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμψν, η μέση μηνιαία κατά κεφαλήν δαπάνη αυξήθηκε από 310,7 ευρώ το 2015 στα 385,3 ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο 24%.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στις ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις της τελευταίας τριετίας. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 4,3% το 2021, εκτινάχθηκε στο 15,5% το 2022 και παρέμεινε υψηλός στο 8% το 2023, οδηγώντας τα νοικοκυριά να διαθέτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για την κάλυψη βασικών αναγκών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα