Πότε πεθαίνει ένα πολιτικό κόμμα; Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ

Διαβάζεται σε 6'
Πότε πεθαίνει ένα πολιτικό κόμμα; Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ
Τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Κουμουνδούρου INTIME

Ο πολιτικός “θάνατος” επέρχεται όταν ένα κόμμα παύει να είναι πολιτικά χρήσιμο και αντιπροσωπευτικό για ορισμένα τμήματα της κοινωνίας.

Η τρέχουσα αποσάθρωση της κοινοβουλευτικής ομάδας και του στελεχιακού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί αναμφίβολα το τελευταίο επεισόδιο σε μια τριετή πορεία πολιτικής απαξίωσης, η οποία οδήγησε, τουλάχιστον δημοσκοπικά, στην κατάρρευση της δυνητικής εκλογικής του επιρροής. Ο πρώην πρόεδρός του, Αλέξης Τσίπρας, είχε ήδη από το 2023 διακηρύξει την ολοκλήρωση του «ιστορικού κύκλου» του κόμματος, άποψη πάνω στην οποία στήριξε και την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα. Όσοι, δε, αποχωρούν από τον ΣΥΡΙΖΑ, με ενδεχόμενη πορεία προς την ΕΛΑΣ, επικαλούνται κυρίως την εσωκομματική «τοξικότητα» και το κλείσιμο του «ιστορικού κύκλου», προκειμένου να θεμελιώσουν την απόφασή τους.

Εδώ, επομένως, τίθεται το ερώτημα: ποια θα είναι εντέλει η εξέλιξη του εν λόγω κόμματος; Βρίσκεται αντιμέτωπο με την ολοκλήρωση του ιστορικού του κύκλου ή υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν πιθανή την επιβίωσή του, ακόμη και υπό τη μορφή ενός ήσσονος πολιτικού δρώντος;

Στη θεωρία του κομματικού φαινομένου, η ολοκλήρωση του κύκλου ζωής ενός πολιτικού κόμματος αποτελεί μάλλον ένα σχετικά σύνηθες φαινόμενο, καθώς τα περισσότερα νέα κόμματα αποδεικνύονται θνησιγενή: κερδίζουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση για μία ορισμένη περίοδο και, στη συνέχεια, υποχωρούν εκλογικά, ώσπου τελικά εξαφανίζονται. Η περίοδος της κρίσης στη χώρα μας ήταν γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις. Με ποιους τρόπους επέρχεται ο «θάνατος» ενός πολιτικού κόμματος, με την έννοια της οριστικής διακοπής της πολιτικής λειτουργίας του (Bolleyer κ.α. 2019); Πρώτον, μέσω διάλυσης, η οποία αντιστοιχεί στη μόνιμη παύση της οργανωτικής του λειτουργίας και στην αποχώρησή του από τον κομματικό ανταγωνισμό. Δεύτερον, μέσω συγχώνευσης με ένα ή περισσότερα κόμματα, η οποία συνεπάγεται την αμοιβαία εγκατάλειψη πολιτικών συμβόλων και διακριτών ταυτοτήτων από τους φορείς που συμμετέχουν σε αυτήν. Τρίτον, μέσω απορρόφησης από ένα ισχυρότερο κόμμα, του οποίου η υπεροχή εκδηλώνεται με την επιβολή στον ασθενέστερο εταίρο συγκεκριμένων όρων, οι οποίοι οδηγούν στην ουσιαστική αυτοδιάλυσή του.

Στις περιπτώσεις κομμάτων με μία περισσότερο εδραιωμένη πολιτική και οργανωτική τροχιά, ο «θάνατος» μπορεί να αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μη διαχειρίσιμης εκλογικής αποτυχίας, μιας διάσπασης που έχει στερήσει από το κόμμα κρίσιμες δυνάμεις και πόρους, της αποχώρησης ή του θανάτου ενός ιστορικού ηγέτη που έχει ταυτιστεί με την πολιτική παρουσία του, μιας εκφυλιστικής και διαλυτικής εσωκομματικής αντιπαράθεσης ή μιας παρατεταμένης οργανωτικής αδυναμίας και κόπωσης, η οποία έχει υπονομεύσει τους δεσμούς του με την κοινωνία των πολιτών. Η διάλυση αποτελεί συνήθως την κατάληξη μιας γενικευμένης οργανωτικής αποτυχίας, η οποία λειτουργεί αποσυσπειρωτικά τόσο για τους ψηφοφόρους όσο και για τα μέλη του κόμματος. Αντιθέτως, η συγχώνευση και η απορρόφηση συνιστούν λιγότερο ή περισσότερο επιβεβλημένες στρατηγικές επιλογές των κομματικών ελίτ —ή τμημάτων τους— που επιδιώκουν να διασφαλίσουν την πολιτική αναπαραγωγή τους, έστω και υπό μια διαφορετική κομματική και πολιτική ομπρέλα.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, το εναρκτήριο γεγονός υπήρξε αναμφίβολα η αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία του κόμματος μετά τις εκλογές του 2023. Ακολούθησε η εμφανής αδυναμία της κομματικής ελίτ να διαχειριστεί, με όρους πολιτικής επιβίωσης, τη μετάβαση σε μια νέα ηγεσία. Η εκλογή ενός outsider στην προεδρία, ο οποίος επιχείρησε να προωθήσει μια ευρύτερη προγραμματική και οργανωτική αλλαγή, προκάλεσε έντονες εσωκομματικές συγκρούσεις και αλλεπάλληλες διασπάσεις τόσο στην κοινοβουλευτική ομάδα όσο και στο οργανωμένο κόμμα. Η κρίση κατέληξε στην εκλογή νέου αρχηγού, μέσω ενεργειών που αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση μιας σχετικής εσωκομματικής συνοχής, χωρίς όμως να ανακοπεί η βαθμιαία αποσυσπείρωση της εκλογικής επιρροής του κόμματος – αντίθετα επιταχύνθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνυπήρχε πλέον με «συριζογενή» κόμματα, τα οποία διεκδικούσαν μερίδιο της πρότερης εκλογικής του επιρροής, αναμένοντας παράλληλα την πιθανή επιστροφή του ιστορικού του ηγέτη. Όταν αυτή πραγματοποιήθηκε υπό τη μορφή ενός νέου κόμματος, λειτούργησε ως καταλύτης για την περαιτέρω απομείωση της πολιτικής και εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται, βεβαίως, για μία υποδειγματική περίπτωση οργανωτικής αποτυχίας, η οποία αύξησε και την πιθανότητα «θανάτου» του κόμματος.

Στο πλαίσιο αυτό, οι επιλογές της κομματικής ελίτ ήταν περιορισμένες. Σε ένα πρώτο επίπεδο, όλες οι πλευρές συνέκλιναν σε διαφορετικές μορφές συνεργασίας ή συγχώνευσης, κυρίως με την ΕΛΑΣ. Οι σχετικές προτάσεις εκκινούσαν από τη διεκδίκηση μιας ισότιμης συνεργασίας στο πλαίσιο ενός ευρύτερου συνασπισμού και κατέληγαν στη λογική μιας οργανωμένης προσχώρησης. Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να αποκοπεί από τη συριζαϊκή παράδοση και η άρνησή του να εξετάσει οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας διαμόρφωσαν ένα νέο δίλημμα: είτε την απορρόφηση —η οποία προϋπέθετε τη βαθμιαία διάλυση του κόμματος— είτε τη διεκδίκηση ορισμένων πιθανοτήτων επιβίωσης από τις εναπομείνασες δυνάμεις του. Η επιλογή της δεύτερης κατεύθυνσης από ένα τμήμα της κομματικής ελίτ φαίνεται να εδράζεται περισσότερο στους πόρους που εξακολουθεί να διαχειρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο στην ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινωνικής και εκλογικής βάσης, ικανής να στηρίξει ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεδομένης της διαφαινόμενης επικράτησης αυτής της ομάδας στελεχών, τα τελευταία κατώφλια πριν από τον ενδεχόμενο οριστικό θάνατο του ΣΥΡΙΖΑ είναι τρία: πρώτον, εάν θα καταφέρει να συγκροτήσει πλήρη ψηφοδέλτια στις επόμενες εκλογές· δεύτερον, εάν θα επιτύχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση· και τρίτον, εάν θα κατορθώσει τουλάχιστον να υπερβεί το όριο του 1,5%, διατηρώντας την πρόσβασή του στην κρατική χρηματοδότηση.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν επιτευχθεί, μια τέτοια επιβίωση θα παραμείνει ιδιαίτερα επισφαλής για έναν απλό λόγο: τα πολιτικά κόμματα νομιμοποιούνται στον κομματικό ανταγωνισμό εφόσον εκφράζουν μια συγκεκριμένη διαιρετική τομή, κατορθώνουν να διατηρήσουν την πολιτική και ιδεολογική τους διακριτότητα, ιδίως έναντι των πολιτικά γειτονικών τους κομμάτων και διαθέτουν μια στοιχειώδη γείωση στην κοινωνία. Με άλλα λόγια, πρέπει να μπορούν να καταδείξουν στο εκλογικό σώμα την αναγκαιότητα της παρουσίας τους στην πολιτική σκηνή. Ο πολιτικός «θάνατος» επέρχεται όταν ένα κόμμα παύει να είναι πολιτικά χρήσιμο και αντιπροσωπευτικό για ορισμένα τμήματα της κοινωνίας. Πρόκειται ενδεχομένως για ένα συμπέρασμα ιδιαίτερα χρήσιμο για την κατανόηση του σημερινού κατακερματισμένου κομματικού ανταγωνισμού και, ειδικότερα, της προοπτικής των νέων πολιτικών κομμάτων.

O Κώστας Ελευθερίου
O Κώστας Ελευθερίου Ινστιτούτο ΕΝΑ

* O Κώστας Ελευθερίου είναι Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του ΔΠΘ, Συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα