Εθνική Στρατηγική Υδάτων 2026: Καλή διάγνωση, ελλείπουσα η δέσμευση

Διαβάζεται σε 5'
Εθνική Στρατηγική Υδάτων 2026: Καλή διάγνωση, ελλείπουσα η δέσμευση
Istock

Ο Αλέκος Ντέκας γράφει στο NEWS 24/7 για τις αδυναμίες και τα κενά του Σχεδίου Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα που δημοσίευσε το ΥΠΕΝ.

Το Σχέδιο Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα που δημοσίευσε το ΥΠΕΝ στις 21 Ιουνίου 2026 αναγνωρίζει με ειλικρίνεια σχεδόν όλα τα δομικά προβλήματα που ταλανίζουν τον ελληνικό υδατικό τομέα — και αυτό αποτελεί βήμα προόδου. Η κρίσιμη αδυναμία, ωστόσο, έγκειται αλλού: η Στρατηγική δεν μεταφράζει τη διάγνωση σε δεσμευτικά αποτελέσματα, μετρήσιμους στόχους και ξεκάθαρη κατανομή ευθύνης. Χωρίς αυτά, κινδυνεύει να αποτελέσει ένα ακόμα εγχείρημα στρατηγικής σκέψης που θα παραπέμπει στον επόμενο κύκλο.

Ο κλειστός κύκλος και η αναξιοπιστία των δεδομένων

Η Στρατηγική αναγνωρίζει ότι πολλά μέτρα του 3ου κύκλου ΣΔΛΑΠ είναι μεταφερόμενες υποχρεώσεις από προηγούμενους κύκλους. Δεν απαντά όμως στο ερώτημα: γιατί δεν εφαρμόστηκαν; Ποιοι φορείς ευθύνονται; Η δέσμευση για «ψηφιακή παρακολούθηση μέσω KPIs» είναι άλλο ένα εργαλείο σχεδιασμού χωρίς μηχανισμό λογοδοσίας. Απαιτείται θεσμοθέτηση ετήσιου «Απολογισμού ΣΔΛΑΠ» με ρητή συνέπεια αναστολής ΕΣΠΑ για αδρανούντες φορείς. Η απουσία ποσοτικών στόχων επιτείνει το πρόβλημα: κανένα «μείωση απωλειών κατά X% έως το 20ΧΧ», κανένα baseline, κανένο deadline — παρά τη ρητή απαίτηση της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για μετρήσιμα χρονικά ορόσημα.

Εξίσου σοβαρό κενό αποτελεί η αναξιοπιστία του δικτύου παρακολούθησης: 60–65% των επιφανειακών υδατικών συστημάτων ταξινομήθηκε μέσω ομαδοποίησης, 14% χωρίς καμία μέτρηση, και η εμπιστοσύνη χημικής κατάστασης είναι 0%. Μια στρατηγική που επιτάσσει αυστηρές αδειοδοτήσεις βασισμένη σε δεδομένα 80% εκτιμητικά εγκυμονεί σοβαρά επιστημονικά και νομικά ρίσκα. Τα κεφάλαια ΕΔΠΥ πρέπει να αναδιανεμηθούν κατά προτεραιότητα στις πιο ευάλωτες και ταυτόχρονα υπο-μετρούμενες περιοχές: Νησιά Αιγαίου, Κρήτη, Ανατολική Πελοπόννησος.

Ανάκτηση κόστους: Ο δείκτης που παραπλανεί

Ένα από τα πιο κρίσιμα — και παρεξηγημένα — ζητήματα της Στρατηγικής αφορά την ανάκτηση κόστους. Η αναφορά σε ποσοστό 80% για ύδρευση/αποχέτευση και 74% για άρδευση (§3.6.2) παρουσιάζεται ως επίδοση — όταν ενδέχεται να αποκρύπτει σοβαρές αδυναμίες. Η λογική είναι απλή αλλά ανατρεπτική: ένας πάροχος μπορεί να επιτυγχάνει 80% ανάκτηση κόστους απλώς χρεώνοντας υψηλότερα, ενώ χάνει το 40% του νερού που αντλεί. Η υψηλή ανάκτηση κόστους δεν σημαίνει αποδοτική υπηρεσία.

Το ΥΔ Ανατολικής Πελοποννήσου εμφανίζει την υψηλότερη ανάκτηση κόστους (96%) και τις υψηλότερες απώλειες (47%). Οι καταναλωτές πληρώνουν για νερό που χάνεται — και ο πάροχος «επιτυγχάνει» τον στόχο.

 

Η στρέβλωση αυτή δεν αντιμετωπίζεται στο κείμενο. Επιπλέον, αξιόπιστα δεδομένα υποβάλλει μόνο 1/3 των παρόχων, οπότε ο εθνικός μέσος βασίζεται σε δείγμα που εξαιρεί τους αδύναμους παρόχους — εκείνους ακριβώς με τη χαμηλότερη συμμόρφωση. Το 80% πιθανώς υπερεκτιμά την πραγματική κατάσταση.

Η απαιτούμενη μεταρρύθμιση είναι σαφής: διαχωρισμός του δείκτη «ανάκτησης χρηματοοικονομικού κόστους» από τον δείκτη «αποδοτικότητας χρήσης πόρου». Πάροχος με απώλειες άνω του 35% δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «αποτελεσματικός» χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο μείωσης απωλειών από ΡΑΑΕΥ. Η τιμολόγηση πρέπει να ενσωματώνει κίνητρο αποδοτικότητας — και όχι να επιτρέπει σε παρόχους να μετακυλούν στον καταναλωτή το κόστος της αδράνειάς τους. Υποχρεωτική υποβολή δεδομένων από το 100% των παρόχων — και όχι από το 1/3 — αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση αξιόπιστης εθνικής εικόνας.

Χρηματοδοτικό κενό και παράνομες γεωτρήσεις

Η Στρατηγική παρουσιάζει επενδυτικές ανάγκες ύδρευσης 5,4 δισ. € και αποχέτευσης ≥1,8 δισ. € χωρίς να αντιστοιχεί ανάγκες με πόρους. Αναφέρει πηγές (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, LIFE, EIB) χωρίς εκτίμηση της κάλυψης, και χωρίς να επισημαίνει ότι το ΤΑΑ λήγει το 2026. Πρόκειται για wish list αντί χρηματοδοτικού χάρτη. Παράλληλα, το χρόνιο πρόβλημα των >13.000 παράνομων γεωτρήσεων επιστρέφει με τις ίδιες λύσεις — ψηφιακό μητρώο, αυστηροποίηση ελέγχων — χωρίς ανάλυση γιατί απέτυχαν μέχρι τώρα, και χωρίς να εξεταστεί η δοκιμασμένη επιλογή της αμνηστίας-τακτοποίησης (Ισπανία, Πορτογαλία).

Υδατική διπλωματία: το αόρατο σύνορο

Η πιο σοβαρή σιωπή της Στρατηγικής εντοπίζεται στο κεφάλαιο διασυνοριακής συνεργασίας (§3.8). Το κείμενο περιορίζεται σε μία παρατήρηση για την Τουρκία — ότι «υλοποίησε μεγάλα αρδευτικά έργα στον βόρειο Έβρο» — χωρίς ποσοτική εκτίμηση επίπτωσης στις ελληνικές απορροές, νομική αξιολόγηση της Συνθήκης 1934 που χαρακτηρίζεται ίδιο το κείμενο «εξαιρετικά γενικόλογη», ή οποιαδήποτε δέσμευση διπλωματικής πρωτοβουλίας. Αυτό συνιστά στρατηγικό κενό με μετρήσιμες συνέπειες.

Τα ΣΔΛΑΠ για τη ΛΑΠ Θράκης (EL12) χρειάζονται σενάρια μειωμένων εισροών λόγω τουρκικών έργων ανάντη. Αυτά τα σενάρια είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν είναι διαθέσιμα. Η υπόσχεση συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης πλημμυρών στον Έβρο χωρίς διπλωματικό πλαίσιο είναι τεχνολογικά ανούσια.

Η σχέση με τη Βουλγαρία παρουσιάζει τις δικές της «σημαντικές προκλήσεις» — ευφημισμός που αποσιωπά τη διαφορά προσέγγισης στη διαχείριση του Νέστου/Mesta. Ταυτόχρονα, η Στρατηγική επαγγέλλεται ανάπτυξη «συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης πλημμυρών» στον Έβρο — ένα σύστημα που απαιτεί ανταλλαγή υδρολογικών δεδομένων με Βουλγαρία και Τουρκία. Χωρίς ενεργό διπλωματικό πλαίσιο, η τεχνολογική υπόσχεση παραμένει ημιτελής και εν πολλοίς ανούσια.

Οι προτάσεις είναι συγκεκριμένες: δέσμευση ΥΠΕΝ/ΥΠΕΞ για θεσμοθέτηση διμερούς μηχανισμού ανταλλαγής υδρολογικών δεδομένων με Βουλγαρία και Τουρκία έως το 2027, ποσοτική ανάλυση επίπτωσης των τουρκικών έργων ανάντη, και ανάπτυξη σεναρίων μειωμένων εισροών για τη ΛΑΠ Θράκης βάσει δορυφορικών δεδομένων Copernicus — ανεξάρτητα από την ύπαρξη διμερούς συνεργασίας. Η ελληνική υδατική διπλωματία δεν μπορεί να παραμένει αόρατη σε εθνικό στρατηγικό κείμενο.

Συμπέρασμα

Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα 2026 είναι στη σωστή κατεύθυνση — αλλά σταματά πριν φτάσει εκεί που χρειάζεται. Γνωρίζει το πρόβλημα, αλλά δεν δεσμεύεται για λύση. Η αναβάθμισή της απαιτεί τρία πράγματα: μετρήσιμους στόχους με χρονοδιαγράμματα, μηχανισμό λογοδοσίας με συνέπειες, και ρητή ενσωμάτωση της υδατικής διπλωματίας ως στρατηγικής προτεραιότητας. Ειδικά η μεταρρύθμιση της τιμολόγησης και η ανάκτηση κόστους χρειάζονται μια νέα μεθοδολογία που ανταμείβει την αποδοτικότητα — όχι απλά την κάλυψη δαπανών μέσω ανόδου τιμών. Χωρίς αυτές τις επιλογές, η επόμενη αναθεώρηση θα ξεκινά — και πάλι — από τη διαπίστωση ότι τα μέτρα δεν εφαρμόστηκαν.

 

* Ο Αλέκος Ντέκας είναι Ανεξάρτητος Σύμβουλος Περιβαλλοντικής Οικονομίας

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα