“Η σιωπή δεν είναι επιλογή αλλά μηχανισμός επιβίωσης”: Η αλήθεια για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση στην Ελλάδα

Διαβάζεται σε 16'
“Η σιωπή δεν είναι επιλογή αλλά μηχανισμός επιβίωσης”: Η αλήθεια για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση στην Ελλάδα
Παιδική σεξουαλική κακοποίηση iSTOCK

Η Συνιδρύτρια και Πρόεδρος της Οργάνωσης “ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ”, Μαρία Λαθούρη, εξηγεί στο NEWS 24/7 γιατί η αποκάλυψη καθυστερεί δεκαετίες και μιλά για την πρώτη πανελλαδική έρευνα που φιλοδοξεί να χαρτογραφίσει την παιδική σεξουαλική κακοποίηση στην Ελλάδα.

Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση αφήνει τραύματα που συχνά συνοδεύουν έναν άνθρωπο για ολόκληρη τη ζωή του.

Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι επιζώντες βρίσκουν τη δύναμη να μιλήσουν, η σιωπή εξακολουθεί να κυριαρχεί, ενώ μύθοι και στερεότυπα δυσκολεύουν τόσο την αποκάλυψη όσο και την ουσιαστική κατανόηση του φαινομένου.

Τα στερεότυπα επιμένουν να εστιάζουν στον «άγνωστο κακό», την ώρα που τα διεθνή δεδομένα δείχνουν ότι στις 9 από τις 10 περιπτώσεις ο θύτης είναι πρόσωπο εμπιστοσύνης, ενώ η μέση ηλικία αποκάλυψης του τραύματος αγγίζει τα 52 έτη.

Αν και πλέον γνωρίζουμε περισσότερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει μια ολοκληρωμένη επιστημονική εικόνα για την έκταση του φαινομένου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμβαίνει, αλλά και τους λόγους που οδηγούν πολλούς ανθρώπους να μιλούν χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες αργότερα.

Αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει η πρώτη μεγάλη πανελλαδική έρευνα για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση που προετοιμάζει η Οργάνωση «ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ», σε σύμπραξη με το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο και σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το City University of New York (CUNY).

Η Μαρία Λαθούρη, Συνιδρύτρια και Πρόεδρος της Οργάνωσης «ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ», μιλά στο NEWS 24/7 για το γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την παιδική σεξουαλική κακοποίηση, για τη σημασία της πρόληψης και για την ανάγκη να δημιουργηθούν ασφαλείς συνθήκες ώστε οι επιζώντες να μπορούν να μιλήσουν.

«Μιλάμε περισσότερο για την κακοποίηση, αλλά δεν σημαίνει ότι την έχουμε κατανοήσει»

Όπως εξηγεί η Μαρία Λαθούρη, η δημιουργία της Oργάνωσης προέκυψε από ένα σημαντικό κενό που εξακολουθεί να υπάρχει στην ελληνική κοινωνία.

«Είναι αλήθεια ότι σήμερα μιλάμε περισσότερο για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την έχουμε πραγματικά κατανοήσει. Εξακολουθούμε να κουβαλάμε μύθους, στερεότυπα και λανθασμένες αντιλήψεις που μας εμποδίζουν να δούμε το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις».

Η ίδια υπογραμμίζει ότι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη μορφή κακοποίησης, αλλά ένα σύνθετο φαινόμενο που απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και συνεργασία πολλών επιστημονικών πεδίων.

Σήμερα, περίπου 30 επιστήμονες και επαγγελματίες –δικηγόροι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί και ειδικοί επικοινωνίας– συμμετέχουν στις ομάδες της Oργάνωσης, προσεγγίζοντας το ζήτημα συνολικά.

«Η σιωπή δεν είναι επιλογή. Είναι πολύ συχνά ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί καταφέρνει να επιβιώσει.»

Η σιωπή των επιζώντων και η αποκάλυψη μετά από δεκαετίες

«Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, ένα στα πέντε παιδιά θα υποστεί κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης μέχρι την ενηλικίωσή του. Παράλληλα, γνωρίζουμε ότι στις 9 από τις 10 περιπτώσεις ο δράστης είναι ένα πρόσωπο που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται».

Η αποκάλυψη, όπως εξηγεί, μπορεί να καθυστερήσει για πολλά χρόνια. «Διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι η μέση ηλικία αποκάλυψης είναι περίπου τα 52 έτη».

«Η σιωπή δεν είναι επιλογή. Είναι πολύ συχνά ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί καταφέρνει να επιβιώσει».

Η πρώτη μεγάλη πανελλαδική έρευνα για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση

Η πρώτη έρευνα που προετοιμάζει η Οργάνωση «ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ» σε συνεργασία με το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο, το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το City University of New York (CUNY), φιλοδοξεί να δημιουργήσει την πρώτη ολοκληρωμένη επιστημονική εικόνα για το φαινόμενο στην Ελλάδα.

«Σήμερα δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης στη χώρα μας. Δεν διαθέτουμε αξιόπιστα πανελλαδικά δεδομένα που να δείχνουν πόσα παιδιά έχουν υποστεί κακοποίηση, πότε αποκαλύπτεται και ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι επιζώντες όταν αναζητούν βοήθεια».

Η έρευνα, όπως διευκρινίζει, δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που έχουν βιώσει κακοποίηση.

«Απευθύνεται σε όλους τους ενήλικες, από 18 έως 108 ετών. Για να έχουμε αξιόπιστα αποτελέσματα χρειαζόμαστε ένα μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα από ολόκληρη την Ελλάδα».

«Στις 9 από τις 10 περιπτώσεις ο δράστης είναι ένας άνθρωπος που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται. Η κακοποίηση δεν συμβαίνει από τη μία στιγμή στην άλλη· η διαδικασία χειραγώγησης που προηγείται μπορεί να διαρκέσει ακόμη και χρόνια»

Ο δράστης συνήθως δεν είναι ένας άγνωστος

Μια από τις πιο επικίνδυνες παρανοήσεις είναι ότι το παιδί κινδυνεύει κυρίως από έναν άγνωστο.

«Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις ο δράστης είναι ένας άνθρωπος που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται. Μπορεί να είναι γονέας, συγγενής, οικογενειακός φίλος, εκπαιδευτικός, προπονητής ή ακόμη και μεγαλύτερος ανήλικος».

Η κ. Λαθούρη αναφέρεται επίσης στη διαδικασία της παιδοπαγίδευσης (grooming), κατά την οποία ο δράστης δημιουργεί σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης με το παιδί και το περιβάλλον του.

«Η κακοποίηση συνήθως δεν συμβαίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Η διαδικασία χειραγώγησης μπορεί να διαρκέσει ακόμη και χρόνια».

Τα κενά στη Δικαιοσύνη και η ανάγκη στήριξης των επιζώντων

Ως δικηγόρος, η Μαρία Λαθούρη επισημαίνει ότι το νομικό πλαίσιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις.

«Το δίκαιο δυσκολεύεται να συμβαδίσει με την πραγματικότητα του τραύματος. Πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν να μιλήσουν για την κακοποίηση που υπέστησαν ως παιδιά όταν πλέον το αδίκημα έχει παραγραφεί».

Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη για μια πραγματικά φιλική προς το παιδί Δικαιοσύνη.

«Κάθε παιδί που αποκαλύπτει κακοποίηση πρέπει να εξετάζεται μία μόνο φορά, από ειδικά εκπαιδευμένους επαγγελματίες και με διαδικασίες που αποτρέπουν την επαναθυματοποίησή του».

 

Το μήνυμα προς τους γονείς: Η γνώση προστατεύει τα παιδιά

Πολλοί γονείς αισθάνονται αμηχανία όταν πρέπει να μιλήσουν στα παιδιά τους για τα όρια του σώματος.

Η κ. Λαθούρη υπογραμμίζει ότι αυτές οι συζητήσεις είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης.

«Δεν προστατεύουμε τα παιδιά αποφεύγοντας αυτές τις συζητήσεις. Τα προστατεύουμε όταν τους δίνουμε γνώση, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους. Η γνώση δεν στερεί την παιδική αθωότητα. Την προστατεύει».

«Η προστασία των παιδιών δεν είναι ευθύνη των ίδιων των παιδιών»

Κλείνοντας, η Μαρία Λαθούρη υπογραμμίζει ότι η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από την κοινωνία.

«Θα θέλαμε να πάψουμε να αναρωτιόμαστε γιατί ένα παιδί ή ένας επιζών δεν μίλησε νωρίτερα και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να αισθανθεί αρκετά ασφαλής για να μιλήσει».

«Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι αναπόφευκτη. Μπορεί να προληφθεί μέσα από τη γνώση, την εκπαίδευση και τη συνεργασία όλων μας».

«Κανένα παιδί δεν μπορεί να προστατεύσει μόνο του τον εαυτό του. Η προστασία των παιδιών είναι ευθύνη όλων μας».

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη της κ. Μαρίας Λαθούρη

1. Η Οργάνωση «ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ» γεννήθηκε σε μια περίοδο που η δημόσια συζήτηση γύρω από την παιδική σεξουαλική κακοποίηση έχει ανοίξει περισσότερο από ποτέ. Ποιο ήταν το κενό που διαπιστώσατε ότι εξακολουθεί να υπάρχει και σας οδήγησε στη δημιουργία της Οργάνωσης;

Είναι αλήθεια ότι σήμερα μιλάμε περισσότερο για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την έχουμε πραγματικά κατανοήσει. Εξακολουθούμε να κουβαλάμε μύθους, στερεότυπα και λανθασμένες αντιλήψεις που μας εμποδίζουν να δούμε το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις.

Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι απλώς μία ακόμη μορφή κακοποίησης. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο που αφήνει βαθύ αποτύπωμα στη ζωή ενός ανθρώπου και απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, συνεργασία πολλών επιστημονικών πεδίων και κυρίως ουσιαστική πρόληψη. Αυτή ακριβώς την ανάγκη ήρθε να καλύψει η Οργάνωσή μας, «ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ».

Σήμερα, περίπου 30 επιστήμονες και επαγγελματίες διαφορετικών ειδικοτήτων – δικηγόροι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, επικοινωνιολόγοι και άλλοι ειδικοί – συνεργάζονται μέσα από τις επιμέρους ομάδες της Οργάνωσής μας, προσεγγίζοντας το φαινόμενο ολιστικά: από την ευαισθητοποίηση, την πρόληψη και την έρευνα έως τη νομική, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη ενηλίκων επιζώντων.

2. Συχνά ακούμε ότι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση είναι πιο συχνή απ’ όσο πιστεύουμε, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Γιατί εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολη η αποκάλυψή της, ακόμη και σήμερα;

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, ένα στα πέντε παιδιά θα υποστεί κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης μέχρι την ενηλικίωσή του. Γνωρίζουμε επίσης ότι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων (9/10 περιπτώσεις), ο δράστης είναι ένα πρόσωπο που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται. Παράλληλα, διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι η μέση ηλικία αποκάλυψης είναι περίπου τα 52 έτη.

Η αποκάλυψη, λοιπόν, δεν είναι μια απλή υπόθεση. Ένα παιδί αναπτύσσει μηχανισμούς επιβίωσης για να αντέξει κάτι που αδυνατεί να επεξεργαστεί. Μπορεί να απωθήσει το τραυματικό γεγονός από τη μνήμη του ή ακόμη και να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτό που βιώνει είναι κακοποίηση. Μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσει τι του συνέβη και ακόμη περισσότερα μέχρι να αισθανθεί αρκετά ασφαλές να το μοιραστεί με κάποιον.

Γι’ αυτό και η καθυστέρηση στην αποκάλυψη δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Αν κατανοήσουμε πώς επηρεάζει η σεξουαλική κακοποίηση τον ψυχισμό ενός παιδιού, τότε θα αντιληφθούμε ότι η σιωπή δεν είναι επιλογή. Είναι, πολύ συχνά, ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί καταφέρνει να επιβιώσει.

3. Σε συνεργασία με το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο ετοιμάζετε μια μεγάλη έρευνα γύρω από την παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσουμε περισσότερα επιστημονικά δεδομένα στην Ελλάδα; Πιστεύετε ότι σήμερα γνωρίζουμε πραγματικά την έκταση του φαινομένου;

Πρόκειται για την πρώτη πανελλαδική επιστημονική έρευνα που φιλοδοξεί να αποτυπώσει την πραγματική έκταση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης στην Ελλάδα, μέσα από τις εμπειρίες των ίδιων των ενηλίκων που τη βίωσαν ως παιδιά.

Η έρευνα θα υλοποιηθεί από την Οργάνωσή μας σε σύμπραξη με το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο και σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το City University of New York (CUNY), με τη συμβολή διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων και την πολύτιμη οικονομική υποστήριξη των συμμάχων μας σε αυτή την προσπάθεια, δηλαδή των εταιρειών HOWDEN ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, ΒΙΚΟΣ Α.Ε, ΥΡΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε..

Σήμερα, στην Ελλάδα, δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση του φαινομένου. Δεν διαθέτουμε αξιόπιστα, πανελλαδικά επιστημονικά δεδομένα που να μας δείχνουν πόσα παιδιά έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, πότε και υπό ποιες συνθήκες αποκαλύπτεται, αλλά και ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι επιζώντες όταν αναζητούν βοήθεια.

Πιστεύουμε ότι η έρευνα αυτή μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη χώρα μας και να συμβάλει ουσιαστικά στον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων πολιτικών πρόληψης, προστασίας και υποστήριξης των παιδιών τα επόμενα χρόνια.

Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος. Και όσο δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση του φαινομένου, υπάρχουν εμπειρίες που παραμένουν αόρατες.

4. Γιατί είναι σημαντικό να συμμετάσχει ο γενικός πληθυσμός και όχι μόνο άνθρωποι που έχουν προσωπική εμπειρία κακοποίησης;

Η συγκεκριμένη έρευνα δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που έχουν βιώσει παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Απευθύνεται σε όλους τους ενήλικες, από 18 ως 108 ετών.

Για να γνωρίζουμε με αξιοπιστία πόσα παιδιά έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στη χώρα μας, χρειαζόμαστε τη συμμετοχή ενός μεγάλου και αντιπροσωπευτικού δείγματος ενηλίκων από κάθε γωνιά της Ελλάδας, είτε έχουν αυτή την εμπειρία είτε όχι.

Γι’ αυτό, τον Σεπτέμβριο, με την επίσημη έναρξη της έρευνας, θα απευθύνουμε ένα ανοιχτό κάλεσμα σε όλους. Ακόμη κι αν κάποιος δεν έχει βιώσει ο ίδιος παιδική σεξουαλική κακοποίηση, η συμμετοχή του είναι εξίσου πολύτιμη. Με λίγα μόνο λεπτά από τον χρόνο του μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία της πρώτης ολοκληρωμένης εικόνας που θα έχουμε για την παιδική σεξουαλική κακοποίηση στην Ελλάδα.

5. Σύμφωνα με τα διεθνή στοιχεία, στις περισσότερες περιπτώσεις ο δράστης ανήκει στο στενό περιβάλλον του παιδιού. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες παρανοήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω από την παιδική σεξουαλική κακοποίηση;

Η μεγαλύτερη παρανόηση είναι ότι ο κίνδυνος για ένα παιδί προέρχεται κυρίως από έναν άγνωστο. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα, 9 στις 10 περιπτώσεις ο δράστης είναι ένας άνθρωπος που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται. Μπορεί να είναι ένας γονέας, συγγενής, οικογενειακός φίλος, προπονητής, γείτονας, εκπαιδευτικός και αρκετά συχνά κάποιος άλλος ανήλικος μεγαλύτερης ηλικίας.

Μια δεύτερη μεγάλη παρανόηση είναι ότι η σεξουαλική κακοποίηση συμβαίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Στην πραγματικότητα, συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας χειραγώγησης, της λεγόμενης ‘παιδοπαγίδευσης’ (grooming). Ο δράστης επιλέγει το παιδί, αποκτά σταδιακά πρόσβαση στη ζωή του και καλλιεργεί μια σχέση εμπιστοσύνης, όχι μόνο με το ίδιο αλλά πολλές φορές και με τους γονείς ή άλλους ενήλικες του περιβάλλοντός του. Στόχος του είναι να μειώσει σταδιακά τις αντιστάσεις του παιδιού και να μετατρέψει μια φυσιολογική σχέση εμπιστοσύνης σε σχέση σεξουαλικής κακοποίησης, χωρίς το παιδί να αντιλαμβάνεται τι πραγματικά συμβαίνει. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει ακόμη και τρία χρόνια πριν από την πρώτη πράξη σεξουαλικής κακοποίησης. Γι’ αυτό η έγκαιρη αναγνώριση των σημαδιών της παιδοπαγίδευσης αποτελεί ίσως το σημαντικότερο εργαλείο πρόληψης.

Τέλος, πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση αφορά «τις άλλες οικογένειες». Δεν ισχύει. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε οικογένεια, ανεξάρτητα από το μορφωτικό, οικονομικό ή κοινωνικό της επίπεδο. Γι’ αυτό και η πρόληψη δεν αφορά κάποιες οικογένειες. Αφορά όλες τις οικογένειες.

6. Ως δικηγόρος, πώς αξιολογείτε το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα; Υπάρχουν ακόμη κενά στην προστασία των παιδιών ή στην υποστήριξη των ενηλίκων που αποφασίζουν να μιλήσουν χρόνια μετά;

Το ισχύον νομικό πλαίσιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις όταν καλείται να ανταποκριθεί στις ιδιαιτερότητες της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι ότι το δίκαιο δυσκολεύεται να συμβαδίσει με την πραγματικότητα του τραύματος. Έρχομαι συχνά σε επαφή με ανθρώπους που αποφασίζουν να μιλήσουν για την κακοποίηση που υπέστησαν ως παιδιά όταν πλέον το αδίκημα έχει παραγραφεί και έχουν χάσει τη δυνατότητα να αναζητήσουν δικαστική δικαίωση. Δεν πρόκειται για αδιαφορία ή αδράνεια· πολύ συχνά, η καθυστέρηση στην αποκάλυψη είναι συνέπεια του ίδιου του τραύματος. Γι’ αυτό και το δίκαιο οφείλει να συμβαδίζει με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση γύρω από το τραύμα.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη για ουσιαστική εφαρμογή μιας πραγματικά φιλικής προς το παιδί Δικαιοσύνης, σε ολόκληρη τη χώρα. Κάθε παιδί που αποκαλύπτει κακοποίηση πρέπει να εξετάζεται μία μόνο φορά, από ειδικά εκπαιδευμένους επαγγελματίες και με διαδικασίες που αποτρέπουν την επαναθυματοποίησή του. Δεν αρκεί να υπάρχουν οι κατάλληλες νομοθετικές προβλέψεις· απαιτείται η συνεπής εφαρμογή τους στην πράξη, με καλύτερο συντονισμό όλων των αρμόδιων υπηρεσιών και συνεχή εκπαίδευση των επαγγελματιών που διαχειρίζονται τέτοιες υποθέσεις.

Τέλος, χρειάζεται ουσιαστικότερη υποστήριξη για τους ενήλικους επιζώντες που αποφασίζουν να μιλήσουν χρόνια μετά. Δεν αρκεί να τους ενθαρρύνουμε να σπάσουν τη σιωπή τους· πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες και εξειδικευμένες υπηρεσίες ψυχολογικής, κοινωνικής και νομικής υποστήριξης, ώστε κάθε άνθρωπος που βρίσκει το θάρρος να μιλήσει να λαμβάνει την υποστήριξη που χρειάζεται.

7. Τα στοιχεία δείχνουν ότι πολλοί επιζώντες αποκαλύπτουν την κακοποίηση δεκαετίες αργότερα. Πώς μπορεί η Πολιτεία αλλά και η κοινωνία να δημιουργήσουν ασφαλείς συνθήκες ώστε κάποιος να αισθανθεί ότι μπορεί να μιλήσει;

Η καθυστέρηση στην αποκάλυψη της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που λειτουργεί το τραύμα.

Κι όταν ένας επιζών συνειδητοποιήσει τι του έχει συμβεί, έρχεται συχνά αντιμέτωπος με έντονα συναισθήματα ενοχής και ντροπής, ενώ φοβάται ότι δεν θα τον πιστέψουν, ότι θα κριθεί, θα αμφισβητηθεί ή ακόμη και θα κατηγορηθεί επειδή δεν μίλησε νωρίτερα.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν ακόμη δυσκολότερη την αποκάλυψη. Γι’ αυτό, η Πολιτεία και η κοινωνία οφείλουν να δημιουργούν τις συνθήκες ώστε, όταν ένας άνθρωπος είναι έτοιμος να μιλήσει, να αισθάνεται ασφαλής να το κάνει.

Αυτό σημαίνει επαρκώς εκπαιδευμένους επαγγελματίες, προσβάσιμες υπηρεσίες υποστήριξης, έγκαιρη ενημέρωση των παιδιών και των ενηλίκων, αλλά και μια κοινωνία που κατανοεί πώς λειτουργεί το τραύμα και δεν αντιμετωπίζει με καχυποψία όσους αποφασίζουν να μιλήσουν χρόνια αργότερα.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος νιώθει ότι ακούστηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, ανοίγει λίγο περισσότερο ο δρόμος και για τον επόμενο. Έτσι αλλάζει σταδιακά μια κοινωνία.

Η αποκάλυψη δεν είναι μόνο πράξη θάρρους του επιζώντα. Είναι και δοκιμασία ωριμότητας για την κοινωνία μας.

8. Πολλοί γονείς αισθάνονται αμήχανα όταν καλούνται να μιλήσουν στα παιδιά τους για τα όρια του σώματος και την προστασία τους. Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θα θέλατε να τους δώσετε;

Η αμηχανία των γονέων είναι απολύτως φυσιολογική. Οι περισσότεροι από εμάς δεν μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον όπου τέτοιες συζητήσεις ήταν αυτονόητες. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης.

Θυμάμαι κάτι που μας ανέφερε η Καθηγήτρια Ψυχολογίας Elizabeth Jeglic, όταν βρέθηκε στην Ελλάδα από τη Νέα Υόρκη για να επιμορφώσει την επιστημονική ομάδα της Οργάνωσής μας. Μας μετέφερε μια μαρτυρία από την ερευνητική και κλινική της εμπειρία, σύμφωνα με την οποία ένας ανήλικος δράστης είχε καταθέσει ότι επέλεγε να κακοποιεί μικρότερα παιδιά που δεν γνώριζαν να ονοματίσουν σωστά τα γεννητικά τους όργανα.

Η μαρτυρία αυτή μας υπενθυμίζει ότι ακόμη και μια γνώση που πολλοί ενήλικες θεωρούν ασήμαντη μπορεί να προστατεύσει ένα παιδί. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό, από πολύ μικρή ηλικία, να μαθαίνουμε στα παιδιά να γνωρίζουν το σώμα τους, να θέτουν τα όριά τους και να ζητούν βοήθεια όταν κάτι τα κάνει να νιώθουν άβολα ή ανασφαλή.

Δεν προστατεύουμε τα παιδιά αποφεύγοντας αυτές τις συζητήσεις. Τα προστατεύουμε όταν τους δίνουμε γνώση, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους. Η γνώση δεν στερεί την παιδική αθωότητα. Την προστατεύει.

9. Αν μέσα από τη δράση του «ΘΑΡΡΟΥΣ» θα θέλατε να αλλάξει μία μόνο αντίληψη στην ελληνική κοινωνία γύρω από την παιδική σεξουαλική κακοποίηση, ποια θα ήταν αυτή;

Αν μπορούσαμε να αλλάξουμε μόνο μία αντίληψη στην ελληνική κοινωνία, θα ήταν η λανθασμένη πεποίθηση ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα παιδί προέρχεται από έναν άγνωστο.

Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις ο δράστης είναι ένα πρόσωπο που το παιδί γνωρίζει, εμπιστεύεται ή αγαπά.

Η παρανόηση αυτή επηρεάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αντιμετωπίζουμε την παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Δημιουργεί μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας και μας απομακρύνει από την ουσία της πρόληψης.

Θα θέλαμε επίσης να πάψουμε να αναρωτιόμαστε γιατί ένα παιδί ή ένας επιζών δεν μίλησε νωρίτερα και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να αισθανθεί αρκετά ασφαλής για να μιλήσει.

Και αν υπάρχει ένα μήνυμα που θα θέλαμε να μείνει από τη δράση της Οργάνωσής μας, είναι ότι η παιδική σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι αναπόφευκτη. Μπορεί να προληφθεί μέσα από τη γνώση, την εκπαίδευση και τη συνεργασία όλων μας.

Γιατί κανένα παιδί δεν μπορεί να προστατεύσει μόνο του τον εαυτό του. Χρειάζεται ενημερωμένους, ευαισθητοποιημένους και ενεργούς ενήλικες γύρω του. Η προστασία των παιδιών δεν είναι ευθύνη των ίδιων των παιδιών. Είναι ευθύνη όλων μας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα