Η αλήθεια δεν αρχειοθετείται: η υπόθεση δεν έκλεισε

Διαβάζεται σε 5'
Υποκλοπές (φωτογραφία αρχείου)
Υποκλοπές (φωτογραφία αρχείου) Istock

Ο Νίκος Πασσάς, καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης, Northeastern University, γράφει στο NEWS 24/7 ότι παράνομες παρακολουθήσεις δεν είναι μια “παλιά υπόθεση” που μπορεί να θαφτεί στη δικογραφία. Είναι ανοιχτή δοκιμασία λογοδοσίας για τη Δικαιοσύνη, την κυβέρνηση και τους θεσμούς ελέγχου.

Η υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων δεν τελείωσε. Δεν τελειώνει επειδή κάποιες δικογραφίες αρχειοθετούνται, επειδή διαπιστώνονται επιμέρους ποινικές ευθύνες ή επειδή η δημόσια συζήτηση μετακινείται αλλού. Τελειώνει μόνον όταν η κοινωνία γνωρίζει, με θεσμικά αξιόπιστο τρόπο, ποιος παρακολούθησε ποιον, με ποια μέσα, με ποια χρηματοδότηση, με ποια αλυσίδα εντολών, για ποιον σκοπό και υπό ποια πραγματική ή προσχηματική επίκληση της «εθνικής ασφάλειας».

Αυτό δεν είναι απλή περιέργεια. Είναι η ελάχιστη προϋπόθεση του κράτους δικαίου.

Οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις, με την καταδίκη προσώπων που συνδέθηκαν με την εμπορική διάθεση και χρήση του Predator, επιβεβαιώνουν ότι δεν επρόκειτο για κάποια φαντασιακή πολιτική αντιπαράθεση ούτε για τεχνική λεπτομέρεια. Η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού έπληξε τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής, του δημοσιογραφικού απορρήτου, της πολιτικής ελευθερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Και ακριβώς επειδή οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν ακόμη καταστεί αμετάκλητες, ενώ εκκρεμούν περαιτέρω έρευνες, η ανάγκη για πλήρη διερεύνηση καθίσταται ισχυρότερη.

Το πραγματικό πολιτειακό ερώτημα δεν είναι αν υπήρξαν μεμονωμένοι τεχνικοί, ιδιώτες ή εταιρείες που παραβίασαν τον νόμο. Αυτό είναι απαραίτητο να διερευνηθεί και να τιμωρηθεί. Αλλά δεν αρκεί. Το ερώτημα είναι εάν λειτούργησε ένα οικοσύστημα αδιαφάνειας, μέσα στο οποίο δημόσια εξουσία, ιδιωτικά συμφέροντα, τεχνολογία επιτήρησης και ανεπαρκείς εγγυήσεις ελέγχου συνυπήρξαν χωρίς να αναζητηθεί η συνολική αλήθεια.

Στη διεθνή εγκληματολογική συζήτηση, η σοβαρή παραβατικότητα δεν κατανοείται επαρκώς ως έργο μεμονωμένων «κακών» ατόμων. Αναπτύσσεται συχνά στα κενά ανάμεσα σε νόμιμες και παράνομες δομές, εκεί όπου η αδιαφάνεια, η θεσμική ασυμμετρία και η απουσία ουσιαστικής εποπτείας επιτρέπουν την αυτο-κάλυψη και παραγωγή ατιμωρησίας. Στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται να φωτιστεί: όχι μόνο οι φυσικοί αυτουργοί, αλλά και οι όροι που επέτρεψαν τη δράση, την απόκρυψη και, ενδεχομένως, την εκ των υστέρων θεσμική προστασία της.

Η επίκληση της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να αποτελεί λευκή επιταγή. Σε κάθε δημοκρατικό κράτος, η μυστικότητα μπορεί να είναι αναγκαία σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Αλλά ακριβώς επειδή είναι εξαιρετική, οφείλει να συνοδεύεται από αυστηρή νομιμότητα, συγκεκριμένη αιτιολογία, ανεξάρτητο και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, αναλογικότητα και δυνατότητα λογοδοσίας. Διαφορετικά, η εξαίρεση παύει να προστατεύει τη Δημοκρατία και αρχίζει να προστατεύει όσους ασκούν εξουσία και καταχρώνται την προνομιακή τους θέση.

Δεν μπορεί να θεωρείται κανονικό ότι δημοσιογράφοι, πολιτικοί, στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και άλλοι πολίτες βρέθηκαν στο πεδίο μιας υπόθεσης που συνδύασε κρατικές «επισυνδέσεις» και παράνομο λογισμικό παρακολούθησης. Η ευρωπαϊκή επιτροπή PEGA επισήμανε ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε παράνομα στην Ελλάδα, με σοβαρές συνέπειες για θεμελιώδη δικαιώματα και τη δημοκρατική λειτουργία. Η βλάβη δεν περιορίζεται στα αναγνωρισμένα θύματα. Όταν ένας δημοσιογράφος φοβάται ότι οι πηγές του παρακολουθούνται, όταν ένας πολιτικός αναρωτιέται αν ο ιδιωτικός του διάλογος καταγράφεται, όταν ένας πολίτης αμφιβάλλει ότι υπάρχει αποτελεσματικό ένδικο μέσο, τότε θυματοποιείται ολόκληρος ο δημόσιος χώρος.

Γι’ αυτό και η αρχειοθέτηση, όπου δεν συνοδεύεται από πειστική, πλήρη και ελέγξιμη αιτιολογία, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως ουδέτερη διοικητική ή δικονομική πράξη. Μπορεί να μετατραπεί σε ένα βολικό τέλος για την εξουσία και σε μια αρχή βαθύτερης δυσπιστίας για τους πολίτες. Το αρχείο δεν είναι αθώο όταν υποκαθιστά την έρευνα. Και η θεσμική σιωπή δεν είναι ουδετερότητα όταν αφήνει αναπάντητα τα κρισιμότερα ερωτήματα.

Απαιτούνται, λοιπόν, καθαρές απαντήσεις και συγκεκριμένες πράξεις:

  • Πλήρης διερεύνηση κάθε διαδρομής προμήθειας, χρηματοδότησης, χρήσης και εξαγωγής λογισμικού παρακολούθησης.
  • Εξέταση της τυχόν σύνδεσης ή επιχειρησιακής σύμπτωσης μεταξύ κρατικών άρσεων απορρήτου και στόχων του Predator.
  • Δημοσιοποίηση, στον βαθμό που δεν θίγονται απολύτως συγκεκριμένα και αποδεδειγμένα ζητήματα ασφάλειας, των θεσμικών και διοικητικών αποφάσεων που αφορούν την υπόθεση.
  • Ουσιαστική ενίσχυση της ΑΔΑΕ και κάθε ανεξάρτητης αρχής που είναι αρμόδια να προστατεύει το απόρρητο των επικοινωνιών.
  • Αποτελεσματικό δικαίωμα ενημέρωσης και προσφυγής για όσους τέθηκαν υπό παρακολούθηση.
  • Έρευνα όχι μόνο για ποινικές, αλλά και για πολιτικές, διοικητικές και πειθαρχικές ευθύνες.

Η λογοδοσία δεν είναι πράξη εκδίκησης. Είναι η άρνηση της αυθαιρεσίας ως μέθοδος διακυβέρνησης. Δεν ζητούμε να καταδικαστεί κανείς χωρίς αποδείξεις και δίκαιη διαδικασία. Ζητούμε ακριβώς το αντίθετο: να μη γλιτώσει κανείς από τη διερεύνηση επειδή διαθέτει θεσμική ισχύ, πολιτική κάλυψη ή πρόσβαση στη μυστικότητα.

Η χώρα δεν χρειάζεται ακόμη ένα κεφάλαιο θεσμικής λήθης. Χρειάζεται αλήθεια, διαφάνεια και συνέπειες. Όχι επειδή αυτό απαιτεί η αντιπολίτευση, η κοινωνία των πολιτών ή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Αλλά επειδή χωρίς αυτά η δημοκρατία δεν υπερασπίζεται το απόρρητο των πολιτών της – υπερασπίζεται το απόρρητο της εξουσίας.

*Ο Νίκος Πασσάς είναι καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης, Northeastern University, Βοστωνη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα