Πώς Πούτιν και Σι μπορούν να τορπιλίσουν τα σχέδια Τραμπ για απομόνωση του Ιράν

Διαβάζεται σε 6'
Πώς Πούτιν και Σι μπορούν να τορπιλίσουν τα σχέδια Τραμπ για απομόνωση του Ιράν
Dmitri Lovetsky/AP Photo

Οι ισχυροί εμπορικοί δεσμοί που διατηρεί το Ιράν με το Πεκίνο και τη Μόσχα δύσκολα θα διασπαστούν από τις ΗΠΑ, εκτιμούν οι αναλυτές.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με οικονομικά αντίποινα κάθε χώρα που παρέχει “σανίδα σωτηρίας” στην ιρανική οικονομία, κηρύσσοντας ουσιαστικά έναν “οικονομικό πόλεμο” κατά της Τεχεράνης.

Η απειλή αυτή, έξι μήνες μετά την έναρξη της πολυδάπανης σύγκρουσης των ΗΠΑ με το Ιράν, αποτελεί την πιο πρόσφατη απόπειρα του Τραμπ να αξιοποιήσει την οικονομική ισχύ της χώρας του για να επιβάλλει τους στόχους της εξωτερικής του πολιτικής, στον απόηχο των επιζήμιων εμπορικών αντιπαραθέσεων στις αρχές της δεύτερης θητείας του.

Ωστόσο, τα περιθώρια πίεσης που διαθέτει απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία —δύο κομβικούς εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης— είναι περιορισμένα. Η Ρωσία βρίσκεται ήδη υπό το βάρος αυστηρών αμερικανικών κυρώσεων και δραστηριοποιείται ως επί το πλείστον εκτός του αμερικανοκεντρικού οικονομικού συστήματος. Η Κίνα, από την πλευρά της, έχει αποδείξει επανειλημμένα πως δεν διστάζει να αγνοεί τις αμερικανικές απαγορεύσεις όταν κινδυνεύουν τα δικά της οικονομικά συμφέροντα.

Ο Πολ Μάσγκρεϊβ, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν του Κατάρ, σημείωσε στο Al Jazeera πως μια τέτοια εκστρατεία πίεσης θα είναι “εξαιρετικά δύσκολο” να αποδώσει καρπούς.

Ο Τραμπ επιχειρεί να επιβάλει μονομερώς το είδος των συντονισμένων κυρώσεων που απαιτούν πολυμερή συνεργασία — κάτι που προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη της Κίνας, της Ρωσίας και των υπολοίπων μελών του P5 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (τα πέντε Μόνιμα Μέλη του ΣΑ)”, εξήγησε ο Μάσγκρεϊβ.

Οι απειλές Τραμπ για “οικονομικό πόλεμο”

Με ανάρτησή του στο Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ξεκαθάρισε ότι το κύμα των νέων μέτρων κατά του Ιράν θα αποτελέσει “την πλέον αμείλικτη οικονομική επιχείρηση στα χρονικά”.

Παράλληλα, απείλησε με “σοβαρότατο οικονομικό κόστος” όσους συνδράμουν την Τεχεράνη στην παράκαμψη των κυρώσεων, βάζοντας στο στόχαστρο μηχανισμούς όπως “το λαθρεμπόριο πετρελαίου, τις γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων (swap lines), τις διακινούμενες μεταφορές μετρητών, τα ανταλλακτήρια, τις εταιρείες-βιτρίνα και τις εγγραφές πλοίων σε ξένα νηολόγια”.

“Όλα αυτά πρέπει να τερματιστούν ΤΩΡΑ”, τόνισε ο Τραμπ.

Λίγο νωρίτερα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα -κομβικός εμπορικός κόμβος για τις ιρανικές εισαγωγές- επέβαλαν αόριστης διάρκειας εμπορικό εμπάργκο στην Τεχεράνη, κατηγορώντας τον ιρανικό στρατό για την εκτόξευση δύο βαλλιστικών πυραύλων κατά του εδάφους τους.

Ο Νάντερ Χαμπίμπι, καθηγητής Οικονομικών της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο Μπράνταϊς, εκτιμά πως οι ΗΠΑ “ενθάρρυναν σθεναρά ή άσκησαν πιέσεις” στα ΗΑΕ για την επιβολή του εμπάργκο, ενώ θεωρεί πιθανό να ακολουθήσουν ανάλογες πιέσεις και προς άλλους εμπορικούς εταίρους του Ιράν, με πρώτο το Πεκίνο.
Θα ρισκάρει ο Τραμπ να “σπάσει” τους ήδη εύθραυστους δεσμούς με την Κίνα;

Οποιεσδήποτε αμερικανικές προσπάθειες να πληγεί το εμπόριο Κίνας-Ιράν αναμένεται να συναντήσουν σοβαρά εμπόδια.

Αν και το 2025 η Κίνα απορρόφησε το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου (σύμφωνα με τη Kpler), η στοχοποίηση των κινεζικών διυλιστηρίων είναι περίπλοκη, καθώς στην πλειονότητά τους πρόκειται για ανεξάρτητες μονάδες χωρίς έκθεση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Επιπλέον, μια ενδεχόμενη επιβολή κυρώσεων στις μεγάλες κινεζικές τράπεζες για διακίνηση ιρανικών κεφαλαίων —μέτρο που έχει διαμηνύσει το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών— μπορεί μεν να προκαλούσε αναταράξεις, αλλά ενέχει τον κίνδυνο δυναμικών αντιποίνων από το Πεκίνο σε μια ιδιαίτερα λεπτή διπλωματική συγκυρία.

Η Γιου Τζιέ, ανώτερη ερευνητική συνεργάτιδα της δεξαμενής σκέψης Chatham House, υπογράμμισε πως οι απειλές Τραμπ “δεν πρόκειται να ανατρέψουν την παρουσία της Κίνας ούτε τις υφιστάμενες εμπορικές σχέσεις της με το Ιράν”.

Ο Τραμπ επιδιώκει να διατηρήσει μια σχετική σταθερότητα στις σχέσεις με την Κίνα, την ώρα που και το Πεκίνο επιζητά μια προσωρινή ανακωχή με την Ουάσινγκτον”, σημείωσε η Γιου.

Από την πλευρά του, ο Μάσγκρεϊβ εκτιμά πως οι πιθανές δευτερογενείς κυρώσεις των ΗΠΑ θα είχαν μεν σοβαρό αντίκτυπο, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος δύσκολα θα διακινδύνευε να τινάξει στον αέρα τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, δεδομένου ότι οι δύο δυνάμεις βρίσκονται ήδη σε τροχιά “οικονομικού Ψυχρού Πολέμου”.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιαν, σχολίασε πως οι επιπλέον κυρώσεις “δεν συμβάλλουν στη λύση του προβλήματος”, καλώντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να επιδείξουν υπευθυνότητα και να προσέλθουν στον διάλογο.

Στο μεταξύ, η αμερικανική διπλωματία επιχειρεί να κρατήσει χαμηλούς τόνους ενόψει της επικείμενης επίσκεψης του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον τον επόμενο μήνα.

Όπως επισημαίνει η Γιου, η κρίση στον Περσικό Κόλπο θα περιλαμβάνεται στην ατζέντα των συνομιλιών, χωρίς ωστόσο να αποτελεί την κύρια προτεραιότητα των δύο ηγετών.

Ο παράγοντας Ρωσία

Η Ρωσία συνιστά ένα εντελώς διαφορετικό μέτωπο για την Ουάσινγκτον.

Παρά το γεγονός ότι ο όγκος των συναλλαγών της με το Ιράν υπολείπεται αυτού της Κίνας, Μόσχα και Τεχεράνη έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια έναν ισχυρό εμπορικό και στρατιωτικό άξονα, σχεδιασμένο να παρακάμπτει τις δυτικές απαγορεύσεις.

Τον Ιανουάριο του 2025, οι δύο χώρες υπέγραψαν 20ετή συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης, με το διμερές εμπόριο να φτάνει τα 4,8 δισ. δολάρια στο 11μηνο του ίδιου έτους. Εκτός από το πετρέλαιο, οι δύο πλευρές διατηρούν στενή στρατιωτική συνεργασία μέσω της Κασπίας Θάλασσας, με πληροφορίες του NBC News να κάνουν λόγο για μεταφορές εξαρτημάτων drones, πυρομαχικών και εκρηκτικών από τη Ρωσία προς το Ιράν.

Με δεδομένο όμως ότι η Ρωσία βρίσκεται ήδη υπό καθεστώς καθολικών αμερικανικών κυρώσεων, τα περιθώρια επιπλέον πίεσης από την Ουάσινγκτον είναι πρακτικά μηδαμινά.

Για “οικονομική τρομοκρατία” μιλά ο Αραγτσί

Σφοδρή ήταν η αντίδραση του Ιρανού Υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος έκανε λόγο για “αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής” που θα οδηγήσει σε νέα ήττα. “Η οικονομική τρομοκρατία των ΗΠΑ απειλεί την παγκόσμια οικονομία και την εθνική κυριαρχία των κρατών”, ανέφερε σε ανάρτησή του στο X.

Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συμμετοχή της στους BRICS για την εύρεση εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών διόδων. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν, Αμπντολνάσερ Χεματί, προανήγγειλε την πρόθεση προσχώρησης στη Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα (NDB) του οργανισμού, στοχεύοντας σε διμερείς και τριμερείς συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα εκτός δολαρίου.

Όπως συνοψίζει ο Αλί Ακμπάρ Νταρεϊνί, αναλυτής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Τεχεράνης: “Ο Τραμπ έχει εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο που ούτε να κερδίσει μπορεί, ούτε και να ξεμπλέξει από αυτόν”.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα