Πώς η Ευρώπη μπορεί να επηρεαστεί από το αμερικανικό χρέος των 40 τρισ. δολαρίων

Διαβάζεται σε 7'
Πώς η Ευρώπη μπορεί να επηρεαστεί από το αμερικανικό χρέος των 40 τρισ. δολαρίων
ISTOCK

Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να ξεφύγει από τις επιπτώσεις του αμερικανικού χρέους που έχει αγγίζει για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολαρίων.

Το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών, που έχει φτάσει τα 40 τρισ. δολάρια, εξελίσσεται με ταχύτητα σε πρόβλημα για ολόκληρο τον κόσμο.

Το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων διεθνώς έχει εκτιναχθεί τις τελευταίες ημέρες στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, καθώς εντείνονται οι φόβοι ότι ο πόλεμος, η δημογραφική υποχώρηση και οι απρόβλεπτες συνέπειες των τεχνολογικών αλλαγών οδηγούν τα δημόσια οικονομικά της Ουάσινγκτον στα όριά τους.

Όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το POLITICO, oι επιπτώσεις περνούν και στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς οι κυβερνήσεις της Ευρώπης αναγκάζονται να ανταγωνίζονται την Ουάσινγκτον για το παγκόσμιο απόθεμα αποταμιεύσεων. Και αυτός ο ανταγωνισμός έχει γίνει πολύ εντονότερος φέτος, καθώς οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, κυνηγώντας τα προσδοκώμενα κέρδη από την τεχνητή νοημοσύνη.

Το κόστος δεκαετούς δανεισμού της Γερμανίας, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την υπόλοιπη Ευρώπη, έφτασε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011. Είχαν προηγηθεί οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό και τη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ, οι οποίες οδήγησαν την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου – δηλαδή την απόδοση που λαμβάνουν οι επενδυτές όταν δανείζουν χρήματα στην κυβέρνηση – στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών.

Το πρόβλημα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από την είδηση ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το POLITICO, πολλές κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πιθανό να βρεθούν αντιμέτωπες με πρόσθετες πιέσεις για αυξήσεις φόρων ή περικοπές δαπανών – ακόμη και την ώρα που προσπαθούν να ενισχύσουν τις αμυντικές δαπάνες – όταν επιστρέψουν από τις θερινές διακοπές και αρχίσουν να καταρτίζουν τους προϋπολογισμούς της επόμενης χρονιάς.

Και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία, αυτό θα μπορούσε εύκολα να επηρεάσει τις ούτως ή άλλως ιδιαίτερα τεταμένες εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις που αναμένονται την επόμενη χρονιά.

Η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς, Μαρίν Λεπέν, αξιοποίησε ήδη την Τετάρτη την κατάσταση για να προωθήσει ένα μήνυμα που πιθανότατα θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της προεκλογικής της εκστρατείας ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης άνοιξης, χαρακτηρίζοντας την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων «αμείλικτο λογαριασμό για δέκα χρόνια μακρονισμού».

«Ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε τους στάβλους του Αυγεία στους οποίους έχουν μετατραπεί τα δημόσια οικονομικά!», έγραψε η Λεπέν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν έδωσε, ωστόσο, καμία λεπτομέρεια για το πώς σκοπεύει να το πετύχει.

Ο Μπρουνό Λε Μερ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας επί επτά χρόνια, απάντησε ότι το κόμμα της είχε επανειλημμένα παρεμποδίσει τις προσπάθειες των κυβερνήσεων του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να θέσουν υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα – μεταξύ άλλων, όταν το 2025 τις ανάγκασε να εγκαταλείψουν προτεινόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

ISTOCK

Η σταδιακή πίεση

Η αποτυχία της Γαλλίας να αλλάξει πορεία όλα αυτά τα χρόνια έχει διαβρώσει σταθερά την εμπιστοσύνη των επενδυτών, οι οποίοι πλέον απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα απ’ ό,τι για αντίστοιχα ιταλικά.

Ως αποτέλεσμα, το Παρίσι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένο σε ένα φαινόμενο που επηρεάζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και είναι γνωστό ως κίνδυνος αναχρηματοδότησης.

Οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ διαδοχικές κρίσεις, όπως η πανδημία και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, επιδείνωσαν μια σταθερή και μακροχρόνια υποβάθμιση των δημόσιων οικονομικών, λόγω των αυξανόμενων υποχρεώσεων για την υγεία και τις συντάξεις.

Ένας δείκτης που αποτυπώνει το χρέος του δημόσιου τομέα στην ευρωζώνη αυξήθηκε από το 66% του ΑΕΠ το 2007 σε λίγο κάτω από το 88% πέρυσι.

Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το ποσοστό θα συνεχίσει να αυξάνεται βραχυπρόθεσμα, καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα διευρύνονται εκ νέου υπό την πίεση των πολέμων στο Ιράν και την Ουκρανία.

Όσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, όπως συνέβαινε από το 2009 έως το 2022, το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους παρέμενε διαχειρίσιμο.

Με τον πληθωρισμό, όμως, να επιστρέφει δυναμικά, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει μία φορά φέτος τα επιτόκια, καθώς ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν οδήγησε σε άνοδο τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο Ντέιβιντ Ρις, επικεφαλής παγκόσμιας οικονομικής ανάλυσης στη Schroders, αναμένει ακόμη δύο αυξήσεις κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας έως το τέλος του έτους.

Κατά συνέπεια, ομόλογα που πριν από δέκα χρόνια εκδίδονταν με σχεδόν μηδενικό κόστος – μέχρι και το 2022 οι επενδυτές ουσιαστικά πλήρωναν τη Γερμανία για να τη δανείζουν – πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτούνται με επιτόκια πολύ πιο κοντά στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα.

Η γαλλική στατιστική υπηρεσία INSEE εκτιμά ότι οι δαπάνες του Παρισιού για τόκους επί του δημόσιου χρέους θα υπερτετραπλασιαστούν μέσα στην τρέχουσα δεκαετία, από 30 δισ. ευρώ το 2020 σε 124 δισ. ευρώ το 2030.

Πρόκειται για χρήματα που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη χρηματοδότηση νέων νοσοκομείων, στην πράσινη μετάβαση, στον επανεξοπλισμό — ή ακόμη και σε μειώσεις φόρων.

Οι εκλογές στο επίκεντρο

Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα που καλείται να αντιμετωπίσει αυξημένο κόστος δανεισμού σε μια πολιτικά δύσκολη συγκυρία. Η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία θα διεκδικήσουν την επανεκλογή τους την επόμενη χρονιά, ενώ στις κάλπες θα προσέλθουν επίσης η Φινλανδία, η Ελλάδα, η Εσθονία και η Σλοβακία, καθώς και η Πολωνία, η οποία δεν ανήκει στην ευρωζώνη.

Τόσο η Μελόνι όσο και ο Σάντσεθ μπορούν, πάντως, να αντλήσουν κάποια αισιοδοξία από ορισμένους παράγοντες που λειτουργούν υπέρ τους.

Στην Ιταλία, η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους είναι πολύ λιγότερο οξεία, καθώς τα νέα ομόλογα της χώρας δεν εκδίδονται με αισθητά υψηλότερο κόστος σε σχέση με εκείνα πριν από μία δεκαετία, όταν η Ιταλία εξακολουθούσε να φέρει το στίγμα της κρίσης κρατικού χρέους.

Στην Ισπανία, παρά το γεγονός ότι ο Σάντσεθ δεν έχει καταφέρει να περάσει νέο προϋπολογισμό από το 2022, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού, την οποία έχει ευνοήσει η πιο χαλαρή μεταναστευτική του πολιτική, έχει ενισχύσει το ΑΕΠ και έχει διασφαλίσει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν περισσότεροι φορολογούμενοι για να επωμιστούν το βάρος του χρέους. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ισπανικό χρέος αναμένεται φέτος να υποχωρήσει ξανά κάτω από το 100% του ΑΕΠ.

Προς το παρόν, η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι η Ευρώπη απέχει ακόμη πολύ από μια νέα δική της κρίση χρέους. Το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης είναι μόλις το μισό από εκείνο των ΗΠΑ, ενώ η ΕΕ και η ΕΚΤ έχουν καλύψει τα σημαντικότερα θεσμικά και κανονιστικά κενά που συνέβαλαν στην κρίση κρατικού χρέους του 2010.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που προώθησε η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη τόσο στη χώρα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Berenberg Bank, Χόλγκερ Σμίντινγκ.

Ωστόσο, η ανησυχία αυξάνεται – ιδίως εξαιτίας της κατάστασης στη Γαλλία.

«Υπάρχει μια δυνητικά μεγάλη ζώνη κινδύνου, στην οποία μια κρίση μπορεί να ξεσπάσει ή και όχι, ανάλογα με τις διαθέσεις των επενδυτών», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

«Με δεδομένο το επίπεδο του χρέους και του ελλείμματός μας, πιθανότατα έχουμε ήδη εισέλθει στη ζώνη κινδύνου».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα