Η Κίνα κρατά τα “κλειδιά” του οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν

Διαβάζεται σε 9'
Στιγμιότυπο από την Τεχεράνη
Στιγμιότυπο από την Τεχεράνη AP Photo

Μετά τους βομβαρδισμούς και το στρατιωτικό αδιέξοδο, ο Τραμπ επιστρέφει στην οικονομική πίεση, επιχειρώντας να αποκόψει το Ιράν από κάθε πηγή εσόδων. Ωστόσο το κρίσιμο εμπόδιο ακούει στο όνομα Κίνα.

Διέξοδο από μια στρατιωτική επέμβαση που πήγε στραβά αναζητά διακαώς η κυβέρνηση Τραμπ, με το τελευταίο χαρτί που επιστράτευσε απέναντι στο Ιράν να δημιουργεί νέα ερωτήματα για την εξέλιξη του πολέμου και τον ρόλο τρίτων δυνάμεων σε αυτή.

Κηρύσσοντας τη Δευτέρα μια νέα «οικονομική D-Day» για το Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, αντέστρεψαν τη συνήθη προσέγγιση με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να εξαναγκάσουν τους αντιπάλους τους να υποκύψουν στη θέλησή τους, όπως σημειώνεται σε ανάλυση στους New York Times.

Κανονικά, η Ουάσινγκτον προσεγγίζει ένα ζήτημα όπως η αποξήλωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν μέσω της απευθείας διπλωματίας. Αν αυτή δεν οδηγήσει πουθενά, οι αξιωματούχοι προσθέτουν κλιμακούμενες οικονομικές κυρώσεις, εισάγοντας ένα στοιχείο εξαναγκασμού. Η στρατιωτική δράση αποτελεί έσχατη λύση και μόνο εφόσον ο πρόεδρος κρίνει ότι το ενδεχόμενο όφελος αξίζει το ρίσκο για τις ζωές Αμερικανών.

Ο Τραμπ, όμως, πέρασε από έναν σύντομο γύρο διπλωματίας κατευθείαν σε βομβαρδισμούς, με στόχο να εξαναγκάσει τη χώρα να εγκαταλείψει τα αποθέματά της των 11 τόνων εμπλουτισμένου ουρανίου — συμπεριλαμβανομένης μιας ποσότητας που βρισκόταν κοντά στο επίπεδο που απαιτείται για την κατασκευή βόμβας — και, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε κατάρρευση την κυβέρνηση. Οι επιθέσεις απέτυχαν και στους δύο στόχους, με τίμημα 18 ζωές Αμερικανών, εκατοντάδες ή χιλιάδες νεκρούς Ιρανούς και κόστος που ανεξάρτητοι αναλυτές υπολογίζουν σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και οι εκτιμήσεις του Πενταγώνου είναι χαμηλότερες.

Το αμφίβολης αποτελεσματικότητας πείραμα των οικονομικών κυρώσεων και ο ρόλος της Κίνας

Και τώρα, Τραμπ και Μπέσεντ επιχειρούν ακόμη ένα μεγάλο πείραμα, με την ονομασία «Operation Economic Outcast», το οποίο ο Λευκός Οίκος περιέγραψε ως «μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία για να κοπεί κάθε εναπομείνασα οικονομική σανίδα σωτηρίας που στηρίζει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν».

Το σχέδιο δεν είναι ανεδαφικό. Όπως το περιέγραψε ο Μπέσεντ, προβλέπει τον αποκλεισμό και της τελευταίας συναλλαγής που διοχετεύει χρήματα στην Τεχεράνη, είτε πρόκειται για καλά συγκαλυμμένες ψηφιακές συναλλαγές, είτε για μεταφορτώσεις πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, είτε για τη διακίνηση χρυσού ανά τον κόσμο. «Πρόκειται για μια διαρκή επιχείρηση με στόχο να καταρρεύσει και η τελευταία επιλογή που απομένει στο Ιράν», δήλωσε τη Δευτέρα σε συνέντευξη Τύπου στο υπουργείο Οικονομικών ο Μπέσεντ, ο οποίος έχει εξελιχθεί στο δημόσιο πρόσωπο της προσπάθειας οικονομικού στραγγαλισμού.

Ωστόσο, η προσπάθεια εγείρει μια σειρά ερωτημάτων στα οποία ο Λευκός Οίκος δεν έχει απαντήσει, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση των New York Times. Πρώτο μεταξύ αυτών είναι γιατί, εφόσον είναι δυνατόν να επιβληθούν τόσο στεγανές κυρώσεις, δεν εφαρμόστηκαν προτού ο Τραμπ διατάξει τον αμερικανικό στρατό να εμπλακεί στη μάχη, αποκαλύπτοντας τις ελλείψεις σε κρίσιμα πυρομαχικά και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος;

Ντόναλντ Τραμπ
Ντόναλντ Τραμπ AP Photo/Julia Demaree Nikhinson

Και τώρα που ο στρατός, όπως είπε ο Μπέσεντ, «έθεσε τις βάσεις» για την επιτυχία, τι γίνεται με την Κίνα — η οποία αγόρασε περισσότερο από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν το 2025; Είναι διατεθειμένη η κυβέρνηση να διακινδυνεύσει ακόμη μία άμεση σύγκρουση με το Πεκίνο, με το οποίο ήδη βρίσκεται σε αντιπαράθεση για την τεχνητή νοημοσύνη, την Ταϊβάν, την ταχεία πυρηνική επέκταση και το τεράστιο πλεόνασμα παραγωγικής ικανότητας που απειλεί την παγκόσμια οικονομία;

Η αρχική D-Day, στις ακτές της Νορμανδίας, δεν απαιτούσε τη συμμετοχή της Κίνας. Αυτή η οικονομική D-Day την απαιτεί και, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι αυτή θα υπάρξει, έναν μήνα πριν από την προγραμματισμένη άφιξη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον για την πρώτη επίσημη κρατική επίσκεψή του εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

«Αυτό θα είναι δύσκολο», δήλωσε τη Δευτέρα ο Πίτερ Χάρελ, επισκέπτης ερευνητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζορτζτάουν, ο οποίος έχει γράψει εκτενώς για τα όρια των οικονομικών κυρώσεων.

Νωρίτερα φέτος, όταν αποφάσιζε πώς θα γονάτιζε το Ιράν, ο Τραμπ «είχε την επιλογή είτε να ασκήσει πραγματικά σκληρή πίεση στους Κινέζους, κάτι που δεν ήθελε να κάνει λόγω της δικής του οικονομικής ατζέντας με τον Σι, είτε να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά δεξαμενόπλοια», σημείωσε ο Χάρελ.

«Αποδείχθηκε ότι πολιτικά ήταν ευκολότερο να επιβάλει αποκλεισμό σε όλα τα ιρανικά δεξαμενόπλοια παρά να πει στους Κινέζους: “Θα επιβάλουμε κυρώσεις στις μεγάλες εταιρείες σας”, εάν συνέχιζαν τις εμπορικές συναλλαγές τους με το Ιράν».

Ο ρόλος της Κίνας παραμένει ένα λεπτό ζήτημα. Ο Μπέσεντ απείλησε με τις λεγόμενες «δευτερογενείς κυρώσεις» όλες τις χώρες που θα συνέχιζαν να συναλλάσσονται με το Ιράν.

Ωστόσο, σε άρθρο γνώμης στους Financial Times το Σαββατοκύριακο και στη συνέντευξη Τύπου της Δευτέρας, ο Μπέσεντ δεν πρόφερε ούτε μία φορά τη λέξη «Κίνα». Κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να αποφύγει την οργή της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου και της μίας χώρας που ενδέχεται να καθορίσει εάν αυτή η νέα στρατηγική του Λευκού Οίκου έχει πιθανότητες επιτυχίας.

Οι οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν επιστρατεύονται εδώ και πολύ καιρό

Αν κανείς ανατρέξει στο παρελθόν, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στην προσπάθεια να καταστεί το Ιράν οικονομικός παρίας. Οι πρώτες σοβαρές προσπάθειες επιβολής κυρώσεων στο Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα χρονολογούνται από την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους. Όταν η κυβέρνηση Ομπάμα προσπαθούσε να ωθήσει το Ιράν σε διαπραγματεύσεις το 2009, η τότε υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, είχε υποσχεθεί «παραλυτικές κυρώσεις», εάν η χώρα δεν προσέρχονταν σε διαπραγματεύσεις.

Χρειάστηκαν χρόνια για να υπάρξουν αποτελέσματα, αλλά πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι κλιμακούμενες κυρώσεις που ακολούθησαν συνέβαλαν στο να εξαναγκαστεί το Ιράν να συμφωνήσει στην πυρηνική συμφωνία του 2015, περιορίζοντας δραστικά τις πυρηνικές του δραστηριότητες με αντάλλαγμα την άρση οικονομικών κυρώσεων και κυρώσεων στο πετρέλαιο. Ο Τραμπ ακύρωσε εκείνη τη συμφωνία το 2018, χαρακτηρίζοντάς την βαθιά ελαττωματική.

Τότε άρχισε να επαναφέρει τις κυρώσεις και τόσο ο ίδιος όσο και ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάικ Πομπέο, προέβλεψαν ότι η οικονομική πίεση θα ήταν υπερβολικά μεγάλη για να την αντέξουν οι ηγέτες του Ιράν.

Associated Press

«Η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί μια εκστρατεία “μέγιστης πίεσης”, σχεδιασμένη για να στερήσει τα έσοδα που το καθεστώς — και ιδίως οι Φρουροί της Επανάστασης, τμήμα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων που υπάγεται απευθείας στον Ανώτατο Ηγέτη — χρησιμοποιεί για να χρηματοδοτεί τη βία», έγραψε ο Πομπέο στο Foreign Affairs στα τέλη του 2018. «Ωστόσο, ο πρόεδρος Τραμπ δεν επιθυμεί άλλη μία μακροχρόνια αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή».

Ο Πομπέο, ο οποίος πλέον έχει αποξενωθεί από τον Τραμπ, διατύπωνε πολλά από τα επιχειρήματα που επανέλαβε τη Δευτέρα ο Μπέσεντ. Η διαφορά είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον δεσμευτεί σε στρατιωτική παρουσία στα ανοικτά των ακτών του Ιράν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, σίγουρα όμως για όσο το Ιράν απειλεί τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Ο απολογισμός αυτών των προηγούμενων κυρώσεων δεν είναι εντυπωσιακός: το Ιράν συνέχισε, παρά τις κυρώσεις, να εξάγει δύο έως τρία εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα. Οι ποσότητες αυτές έχουν πλέον περιοριστεί στο ελάχιστο, χάρη στον ναυτικό αποκλεισμό που βρίσκεται τώρα σε ισχύ.

Όμως το πυρηνικό υλικό δεν έχει μετακινηθεί από τους χώρους αποθήκευσης που έχουν καλυφθεί από συντρίμμια, μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στις περιοχές αυτές τον Ιούνιο του 2025, όπως δείχνουν δορυφορικές φωτογραφίες. Και η κυβέρνηση επιβιώνει, αν και υπό διαφορετική ηγεσία, μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στα πρώτα πλήγματα του πολέμου τον Φεβρουάριο. Ο γιος του, ο οποίος θεωρείται πιο σκληροπυρηνικός, κατέχει πλέον το αξίωμα, παρότι δεν έχει εμφανιστεί ούτε έχει ακουστεί δημοσίως ο ίδιος.

Η επαναφορά της υπόσχεσης για συνθήκες που θα οδηγήσουν σε αλλαγή καθεστώτος

Αξίζει να σημειωθεί πως ένα από τα πιο αξιοπερίεργα σημεία της ομιλίας του Μπέσεντ τη Δευτέρα, σύμφωνα με την ανάλυση στους New York Times, ήταν όταν επανήλθε η υπόσχεση που είχε δώσει ο Τραμπ σχεδόν έξι μήνες νωρίτερα: ότι θα δημιουργούσε τις συνθήκες για αλλαγή καθεστώτος.

Εκείνη την εποχή, ο Τραμπ πίστευε ότι η στρατιωτική σύγκρουση θα διαρκούσε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, προτού το Ιράν προσφέρει αυτό που ο πρόεδρος αποκαλούσε «άνευ όρων παράδοση». Παρότρυνε τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί και να αναλάβει την κυβέρνηση, αφού θα είχε κατακαθίσει ο καπνός από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς. Ο Τραμπ σύντομα εγκατέλειψε αυτή την προσπάθεια, παραδεχόμενος σε συνέντευξή του στους New York Times τον Ιούνιο ότι ο ιρανικός λαός απλώς δεν διέθετε τα όπλα ή την οργάνωση που απαιτούνταν για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Ωστόσο ο Μπέσεντ, επιχείρησε τη Δευτέρα μια κάπως διαφορετική προσέγγιση.

«Προς τους απλούς στρατιώτες που στηρίζουν αυτό το καθεστώς», είπε ο Μπέσεντ, «καθώς όλο και περισσότεροι από τους μισθούς σας παύουν να καταβάλλονται ή υποτίθεται ότι απλώς καθυστερούν, αναρωτηθείτε εάν οι διοικητές σας οδηγούν τη χώρα σας στον θρίαμβο ή στην καταστροφή και θυμηθείτε ότι το Τείχος του Βερολίνου έπεσε όταν απλοί στρατιώτες αποφάσισαν να μη πυροβολήσουν εναντίον του ίδιου τους του λαού».

Βεβαίως, οι συνθήκες όταν έπεσε το Τείχος ήταν εντελώς διαφορετικές από εκείνες που επικρατούν σήμερα στο Ιράν. Δεν υπήρχε ένας εξωτερικός, ενεργός πόλεμος σε εξέλιξη, παρά μόνο η ολοένα αυξανόμενη πίεση του Ψυχρού Πολέμου. Και η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της έβλεπαν ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας στην καταστολή των τοπικών εξεγέρσεων, συμπεριλαμβανομένης εκείνης στην Ανατολική Γερμανία που οδήγησε στην ιστορική αναλογία του Μπέσεντ.

Κι όμως, σε αυτό ακριβώς ποντάρει τώρα ο Τραμπ. Η απόφασή του τον Φεβρουάριο να παρακάμψει κυρώσεις σαν αυτές που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα και να περάσει κατευθείαν στη στρατιωτική ισχύ αποτελούσε, κατά μία έννοια, αναγνώριση ότι οι οικονομικές κυρώσεις χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν και ότι η ιστορία δείχνει πως συχνά αποτυγχάνουν.

Σήμερα επιστρέφει σε αυτό το σχέδιο, ελλείψει πολλών άλλων βιώσιμων επιλογών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα