“Χειμερινός πανικός”: Τα αποθέματα φυσικού αερίου της ΕΕ στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 ετών
Διαβάζεται σε 6'
Η ΕΕ είναι πιθανό να εισέλθει στη χειμερινή περίοδο θέρμανσης με αποθέματα φυσικού αερίου περίπου κατά ένα πέμπτο χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
- 29 Αυγούστου 2026 15:12
Η Ευρώπη οδεύει προς τους ψυχρότερους μήνες του έτους με τα αποθέματα φυσικού αερίου στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 13 ετών, γεγονός που έχει προκαλέσει «χειμερινό πανικό» μεταξύ των επενδυτών και των traders της ενεργειακής αγοράς, προειδοποιούν ειδικοί.
Όπως γράφει ο Guradian, τα αποθέματα φυσικού αερίου της ΕΕ βρίσκονταν την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου στο 63% της χωρητικότητάς τους, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο του 80% που καταγραφόταν στα τέλη Αυγούστου τα τελευταία χρόνια και μεταξύ των χαμηλότερων επιπέδων που έχουν καταγραφεί ποτέ για αυτή την περίοδο του έτους.
Με τον σημερινό υποτονικό ρυθμό πλήρωσης των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, η ΕΕ είναι πιθανό να εισέλθει στη χειμερινή περίοδο θέρμανσης με αποθέματα φυσικού αερίου περίπου κατά ένα πέμπτο χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας και στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2013, σύμφωνα με τον Γκρεγκ Μόλναρ, αναλυτή της αγοράς φυσικού αερίου και καθηγητή.
«Τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων αυξάνουν, όπως είναι φυσικό, τον κίνδυνο έντονων διακυμάνσεων των τιμών τον χειμώνα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί εάν υπάρξουν «περίοδοι έντονου ψύχους ή χαμηλής έντασης ανέμων», που θα αυξήσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Η Βρετανία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις της αγοράς, καθώς συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους καταναλωτές φυσικού αερίου στην Ευρώπη, διαθέτοντας παράλληλα μία από τις χαμηλότερες δυνατότητες εγχώριας αποθήκευσης.
Κατά κανόνα, η Βρετανία βασίζεται στις εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών από την Ευρώπη ή σε φορτία που φτάνουν με δεξαμενόπλοια από τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή. Ο Κρις Ο’Σι, διευθύνων σύμβουλος της Centrica, ιδιοκτήτριας της British Gas, δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι η Βρετανία έχει «σχεδόν μηδενικά αποθέματα φυσικού αερίου» ενόψει του επερχόμενου χειμώνα.
Οι αποθήκες φυσικού αερίου της ΕΕ δυσκολεύονται να προσεγγίσουν ακόμη και τον αναθεωρημένο προς τα κάτω στόχο του 80% μέχρι την έναρξη του χειμώνα, μετά τις σοβαρές διαταραχές στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή του Κόλπου που προκάλεσε ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν.
Στη μείωση των αποθεμάτων του ευρωπαϊκού μπλοκ έχουν, επίσης, συμβάλει το ψυχρό τέλος του περασμένου χειμώνα, καθώς και η μεγαλύτερη από το συνηθισμένο παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα που έπληξαν την Ευρώπη αυτό το καλοκαίρι.
Σε μια συνηθισμένη χρονιά, οι διαχειριστές των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων γεμίζουν τις δεξαμενές τους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν τόσο η ζήτηση όσο και οι τιμές είναι χαμηλότερες.
Οι τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου «παρέμειναν σχετικά ήρεμες» αυτό το καλοκαίρι, λόγω της προσδοκίας ότι τα Στενά του Ορμούζ θα άνοιγαν ξανά και ότι θα ήταν δυνατή η αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα. Ωστόσο, «κανείς δεν περιμένει ότι αυτό θα συμβεί σύντομα», σύμφωνα με τον Μπιάρνε Σίλντροπ, επικεφαλής αναλυτή εμπορευμάτων στον σκανδιναβικό τραπεζικό όμιλο SEB.
«Ως αποτέλεσμα, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου έχει περιέλθει σε έναν μικρό χειμερινό πανικό την τελευταία εβδομάδα», πρόσθεσε ο Σίλντροπ.
Αν και δεν αναμένεται η Ευρώπη να αντιμετωπίσει πραγματικές ελλείψεις φυσικού αερίου αυτόν τον χειμώνα, οι traders προβλέπουν υψηλότερες τιμές.
Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου έχει σκαρφαλώσει τις τελευταίες εβδομάδες σε υψηλά τριετίας, πάνω από τα 68 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), υπερδιπλάσια σε σχέση με την τιμή που καταγραφόταν στις αρχές του έτους.
Οι τιμές έχουν αυξηθεί απότομα, καθώς ενισχύεται η εκτίμηση ότι οι traders της ευρωπαϊκής αγοράς θα χρειαστεί να ανταγωνιστούν τους αγοραστές από την Ασία προκειμένου να εξασφαλίσουν φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), καθώς οι θερμοκρασίες αρχίζουν να υποχωρούν.
Χωρίς την επανέναρξη των εξαγωγών φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς «πιθανότατα θα πρέπει να ξεπεράσει τα 100 ευρώ ανά MWh» ώστε να προσελκυστούν αρκετά φορτία φυσικού αερίου για να καλυφθεί η χειμερινή ζήτηση, σύμφωνα με αναλυτές της Goldman Sachs.
Οι ανησυχίες για την επάρκεια του φυσικού αερίου είναι ιδιαίτερα έντονες στη δυτική Ευρώπη, όπου τα επίπεδα αποθήκευσης παραμένουν πολύ χαμηλότερα σε σχέση με χώρες όπως η Ιταλία και η Πολωνία, οι οποίες έχουν καταφέρει να ανεβάσουν τα αποθέματά τους σε επίπεδα άνω του 80%.
Στη Γερμανία, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη δυναμικότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη, οι εγκαταστάσεις είναι γεμάτες περίπου κατά το ήμισυ, σύμφωνα με την Gas Infrastructure Europe. Τα επίπεδα αποθήκευσης στο Βέλγιο και την Ολλανδία, χώρες που συνδέονται απευθείας με τη βρετανική αγορά φυσικού αερίου μέσω αγωγών, βρίσκονται στο 51% και στο 45% αντίστοιχα.
Η εξάρτηση της Βρετανίας από τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη διεθνή αγορά αναμένεται να ενισχυθεί, καθώς επιταχύνεται η πτώση της παραγωγής φυσικού αερίου από τον βρετανικό τομέα της Βόρειας Θάλασσας, ενώ και η παραγωγή της Νορβηγίας αναμένεται να αρχίσει να μειώνεται από το 2030.
Η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει σχέδια για την παροχή άμεσης οικονομικής στήριξης, προκειμένου να διασφαλιστούν οι εγχώριες υποδομές φυσικού αερίου, μετά από επίσημη διαβούλευση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς επαρκή τροφοδοσία φυσικού αερίου μέσα στην επόμενη δεκαετία, παρά την αυξανόμενη αξιοποίηση καθαρών μορφών ενέργειας.
Στα μέτρα που εξετάζονται περιλαμβάνεται η παροχή οικονομικής στήριξης στους ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου και στους διαχειριστές αγωγών, ώστε να καταστεί οικονομικά βιώσιμη η αναβάθμιση και η συντήρησή τους τις επόμενες δεκαετίες.
Η βρετανική ρυθμιστική αρχή ενέργειας Ofgem ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι οι τυπικοί λογαριασμοί φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος θα αυξηθούν κατά 4% από τον Οκτώβριο, στο πλαίσιο του τριμηνιαίου πλαφόν τιμών που εφαρμόζει.
Η αύξηση αυτή έρχεται μετά την άνοδο κατά 13% στις αρχές Ιουλίου και αποσκοπεί στο να ενσωματώσει την αύξηση των τιμών στις διεθνείς αγορές ενέργειας που προκλήθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν.