Πολιτικός σεισμός στη Γερμανία – Η ακροδεξιά δοκιμάζει το “τείχος προστασίας”
Διαβάζεται σε 7'
Η εκλογική εκτόξευση του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ ανατρέπει τις ισορροπίες στη Γερμανία και εντείνει την ανησυχία για τη διαρκή ενίσχυση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη.
- 07 Σεπτεμβρίου 2026 10:49
Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) προκάλεσε πολιτικό σεισμό στη Γερμανία – και όχι μόνο – συντρίβοντας τους αντιπάλους του στις περιφερειακές εκλογές του Σαββατοκύριακου. Μπορεί όμως πράγματι να κυβερνήσει;
Σε μια εκλογική αναμέτρηση με ιστορικά υψηλή συμμετοχή, το AfD συγκέντρωσε πάνω από το 44% των ψήφων στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο που είχε καταγράψει στις περιφερειακές εκλογές του 2021.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει συνήθως στη γερμανική πολιτική σκηνή, το AfD δεν κατάφερε να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία και, έστω και οριακά, θα χρειαζόταν τη συνεργασία ενός ακόμη κόμματος για να κυβερνήσει.
Παραδοσιακά, τα μεγάλα πολιτικά κόμματα της Γερμανίας, τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά, δεσμεύονται να διατηρούν ένα «τείχος προστασίας» ανάμεσα στο AfD και την κυβερνητική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι κανένα από αυτά δεν θα συμμετείχε σε κυβερνητικό συνασπισμό με το ακροδεξιό κόμμα.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες στη γερμανική πολιτική, η οποία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κατορθώσει να εμποδίσει την επιστροφή ενός ακροδεξιού κόμματος στην εξουσία.
Το AfD συγκέντρωσε περισσότερες ψήφους από οποιοδήποτε άλλο κόμμα στη Σαξονία-Άνχαλτ εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Και πρόκειται για την ίδια τοπική οργάνωση που η αρμόδια κρατική υπηρεσία για την προστασία της γερμανικής δημοκρατίας έχει επισήμως χαρακτηρίσει «εξτρεμιστικό ακροδεξιό κόμμα», λόγω των «πολυάριθμων αντιμουσουλμανικών, ρατσιστικών και αντισημιτικών δηλώσεών» της.
Το ερώτημα πλέον είναι τι μπορεί να προαναγγέλλει αυτή η εκλογική επιτυχία για την περαιτέρω άνοδο της ακροδεξιάς.
Γιατί τα πήγε τόσο καλά το AfD;
Οι πολιτικοί αναλυτές επιχειρούν εδώ και χρόνια να παρουσιάσουν το AfD ως ένα φαινόμενο που αφορά κυρίως την ανατολική Γερμανία – και συνεχίζουν να το κάνουν. Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της συνολικής εικόνας.
Στις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές, το 2025, το AfD ήταν το δεύτερο δημοφιλέστερο κόμμα σε πολλές εκλογικές περιφέρειες της Γερμανίας. Και σχεδόν σε όλες τις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο φέτος, εμφανίζεται στην πρώτη θέση ως το δημοφιλέστερο κόμμα της χώρας.
Ακόμη και ένας συνασπισμός των ιστορικά ισχυρότερων γερμανικών κομμάτων – της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και των Πρασίνων – με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα θα δυσκολευόταν να σχηματίσει ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η στροφή προς την άκρα δεξιά στη Σαξονία-Άνχαλτ έγινε σε βάρος της CDU, του κόμματος που ηγείται σήμερα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Σύμφωνα με exit poll μετά τις εκλογές, το 88% των ψηφοφόρων στο κρατίδιο θεωρεί ότι, αν η κυβέρνηση Μερτς είχε εφαρμόσει καλύτερες πολιτικές, το AfD δεν θα ήταν τόσο ισχυρό.
Ο Μερτς, από την πλευρά του, επιχείρησε να μετακινήσει σημαντικά προς τα δεξιά ένα κόμμα που επί Άνγκελα Μέρκελ βρισκόταν στον χώρο της δημοφιλούς κεντροδεξιάς, με στόχο να προσελκύσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους.
Αντί όμως να περιορίσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων του AfD, ουσιαστικά συνέβαλε στο να περάσουν θέσεις και ρητορικές της άκρας δεξιάς στο πολιτικό mainstream, ωθώντας ορισμένους συντηρητικούς ψηφοφόρους προς το εξτρεμιστικό AfD.
Παρά τη σαφή αντιμεταναστευτική στάση του κόμματος, οι εκλογές αυτές δεν αποτέλεσαν απλώς ένα δημοψήφισμα για τη μετανάστευση, όπως ορισμένοι επιχειρούν να τις παρουσιάσουν.
Στην πραγματικότητα, μόλις το 16% των ψηφοφόρων στα exit polls δήλωσε ότι η μετανάστευση ήταν το βασικό ζήτημα που τους απασχολούσε. Η οικονομία και η εκπαίδευση κατατάχθηκαν ψηλότερα, ενώ ακολουθούσαν η έλλειψη βασικών υποδομών και υπηρεσιών και οι περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης.
Οι ψηφοφόροι στο κρατίδιο αισθάνονται ότι η ποιότητα ζωής τους υποβαθμίζεται και επιρρίπτουν ευθύνες όχι μόνο στους μετανάστες, αλλά και στους πολιτικούς του κατεστημένου και σε εκείνους που αποκαλούν συλλήβδην die Bonzen – τους «μεγαλοκαρχαρίες» που, κατά την άποψή τους, πλούτισαν εν μέσω της κρίσης κόστους ζωής.
Είναι εφικτός ένας κυβερνητικός συνασπισμός;
Το μόνο κόμμα που θα μπορούσε να συνεργαστεί κυβερνητικά με το AfD είναι το μικρό BSW, το Bündnis Sahra Wagenknecht, δηλαδή η Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ.
Το BSW είναι αποσχισθέν κόμμα που ιδρύθηκε από μια πρώην εξέχουσα πολιτικό της Αριστεράς. Από τότε που αποχώρησε από την Αριστερά το BSW έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τις παλαιότερες δημοκρατικές σοσιαλιστικές θέσεις του και έχει αποκτήσει ολοένα πιο εθνικιστικό χαρακτήρα.
Μάλιστα, έχει μετακινηθεί τόσο πολύ προς τα δεξιά, ώστε αμέσως μετά τις εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με το AfD, υπογραμμίζοντας ότι μεταξύ των δύο κομμάτων υπάρχουν «σημεία σύγκλισης».
Το AfD, από την πλευρά του, επιμένει προς το παρόν στην άρνησή του να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνασπισμού. Αντί γι’ αυτό, απειλεί να οδηγήσει ξανά τη Σαξονία-Άνχαλτ στις κάλπες, με στόχο αυτή τη φορά να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία.
Κάτι τέτοιο δεν είναι εντελώς απίθανο.
Τώρα που το κόμμα βρίσκεται τόσο κοντά στην αυτοδυναμία, θα αρκούσε ένα μικρό κόμμα όπως το BSW να πέσει κάτω από το όριο του 5% που απαιτείται για την είσοδο στο κοινοβούλιο, ώστε το AfD να μπορούσε να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.
Πρόκειται για ένα αμιγώς γερμανικό φαινόμενο;
Αν και οι βαριές σκιές του ναζιστικού παρελθόντος της Γερμανίας εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το εξωτερικό αντιλαμβάνεται την εκλογική συμπεριφορά στη χώρα, η μετατόπισή της προς τα δεξιά δεν αποτελεί ένα φαινόμενο που περιορίζεται στη Γερμανία.
Η απογοήτευση από τη φιλελεύθερη δημοκρατία αυξάνεται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και πέρα από αυτήν.
Στην Ιταλία, η δεξιά πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι δέχεται σήμερα πιέσεις από ακόμη πιο ακραία κόμματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το αντιμεταναστευτικό Reform εξακολουθεί να καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις. Και στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν, που εδώ και χρόνια θεωρείται βασική απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, εμφανίζεται ως φαβορί για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης χρονιάς.
Οι συνθήκες που επέτρεψαν στο AfD να ενισχυθεί στη Γερμανία, επομένως, κάθε άλλο παρά μοναδικές είναι.
Σε παγκόσμιο επίπεδο καταγράφεται μια βαθύτερη διάβρωση των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών, η οποία επιτρέπει στις πιο ακραίες εκδοχές του ακροδεξιού εθνικισμού να γίνονται εκλογικά αποδεκτές.
Το τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά για ζητήματα παγκόσμιας σημασίας, όπως η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πόλεμος στην Ουκρανία και το μέλλον του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, μένει να φανεί.