Τεχνητή νοημοσύνη και προεκλογικές εκστρατείες φόβου
Διαβάζεται σε 4'
Ο Όρμπαν και το ΑΙ δεν ήταν η παρθενογέννηση της προεκλογικής τρομοκράτησης. Διευκόλυναν όμως την παραγωγή φόβου. Γράφει στο NEWS 24/7 η πολιτική επικοινωνιολόγος Μαρία Σωτηροπούλου.
- 26 Σεπτεμβρίου 2026 07:14
Το AI generated content έχει και επίσημα κατακλύσει τις οθόνες όλων μας. Από τις διαφημίσεις προϊόντων με καρτουνίστικες φιγούρες, στις διαφημιστικές αφίσες εκδηλώσεων και καταστημάτων που θυμίζουν φυλλάδες σούπερ μάρκετ και φροντιστηρίων, μέχρι και μίνι ταινίες με υπερβολική δόση δράματος που μπορούν να κρατήσουν ξάγρυπνο μέχρι και το πιο πονηρεμένο μάτι. Και όλα αυτά γιατί όσο εύκολο είναι να το παράξεις, άλλο τόσο εύκολο είναι να το καταναλώσεις.
Κυκλοφορεί ένα αστείο σε πλατφόρμες όπως το TikTok, με αφήγημα το «όταν η μητέρα σου σε ρωτάει εάν το βίντεο που βλέπει είναι AI», και εμφανίζεται ένας σκύλος που περπατάει στα δύο πόδια ή ένα μωρό που λέει καλημέρα και εύχεται υγεία σε όλους. Τι συμβαίνει, όμως, όταν το περιεχόμενο αυτό δεν έχει σκοπό την επιφανειακή, ευρεία κατανάλωση, αλλά την επιρροή της ψήφου;
Η απάντηση δεν βρίσκεται ιδιαίτερα μακριά. Βρίσκεται στην Ουγγαρία, και στη στρατηγική του Βίκτορ Ορμπάν, την οποία ο πολιτικός επιστήμονας Πέτερ Κρέκο χαρακτήριζε ήδη το 2018 «Εργαστήρι Μετα-Αλήθειας». Στις εκλογές του περασμένου Απριλίου, η καμπάνια του Όρμπαν πρόσθεσε σε αυτό το περιβάλλον την τεχνητή νοημοσύνη, κατασκευάζοντας εικόνες ενός τρομακτικού μέλλοντος και ζητώντας από τους πολίτες να ψηφίσουν φοβούμενοι ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Μπροστά στη σοβαρότερη εκλογική απειλή που είχε αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια, το κόμμα του Όρμπαν, Fidesz, επιχείρησε να μετατρέψει την αναμέτρηση σε δίλημμα ανάμεσα στην ασφάλεια και την καταστροφή. Το αφήγημά του ήταν ότι ο Πέτερ Μαγιάρ και το κόμμα του, Tisza, αποτελούσαν όργανα των Βρυξελλών που θα παρέσυραν την Ουγγαρία στον πόλεμο της Ουκρανίας. Μέσω AI generated videos και deepfakes, αυτός ο ισχυρισμός απέκτησε εικόνα και πρόσωπα.
Το περιεχόμενο δεν κυκλοφόρησε μόνο από τους επίσημους λογαριασμούς του κόμματος. Αναπαράχθηκε από φιλοκυβερνητικά μέσα, οργανώσεις και influencers, ενώ ιδιωτικές ομάδες στο Facebook κατεύθυναν υποστηρικτές του Fidesz σε συγκεκριμένες αναρτήσεις για μαζικά likes, σχόλια και κοινοποιήσεις. Με την απαγόρευση των πολιτικών διαφημίσεων από τη Meta το 2025, το δίκτυο αυτό έγινε ακόμη πιο χρήσιμο, καθώς επέτρεπε στο κομματικό περιεχόμενο να εξαπλώνεται ως δήθεν αυθόρμητη συμμετοχή.
Σε ένα χαρακτηριστικό βίντεο, ένας νεαρός γαμπρός απομακρύνεται από την εκκλησία την ημέρα του γάμου του, οδηγείται στο μέτωπο και σκοτώνεται. Ο γαμπρός δεν υπήρχε, δεν επιστρατεύθηκε και δεν σκοτώθηκε. Αποτελούσε απλώς μια «προεκλογική πρόβλεψη», που έδινε εικόνα στο μήνυμα ότι μια νίκη της Tisza θα έστελνε τους νέους Ούγγρους στον πόλεμο.
Η τακτική, βέβαια, δεν είναι καινούργια. Το 1964, η καμπάνια του Λίντον Τζόνσον παρουσίασε το προεκλογικό τηλεοπτικό σποτ περίφημο «Daisy». Στο σποτ, ένα κορίτσι μετρούσε τα πέταλα μιας μαργαρίτας, πριν ακουστεί αντίστροφη μέτρηση και ακολουθήσει πυρηνική έκρηξη. Το υπονοούμενο ήταν ότι η εκλογή του αντιπάλου του, Μπάρι Γκολντγουότερ, μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνικό πόλεμο. Το σποτ προβλήθηκε ως πληρωμένη τηλεοπτική διαφήμιση μόνο μία φορά, αλλά αναπαράχθηκε από τα μέσα ενημέρωσης. Ο Τζόνσον κέρδισε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η νίκη του οφειλόταν σε μία διαφήμιση, η οποία όμως αποτέλεσε σημείο-σταθμό για την «επιθετική» επικοινωνία.
Ο Όρμπαν και το ΑΙ δεν ήταν η παρθενογέννηση της προεκλογικής τρομοκράτησης. Διευκόλυναν όμως την παραγωγή φόβου, χωρίς να απαινούνται ηθοποιοί και γυρίσματα. Και τα δίκτυα διανομής επιτρέπουν σε αυτές τις ιστορίες να εμφανίζονται ανάμεσα σε όλο το υπόλοιπο content που καταναλώνουμε καθημερινά.
Και αυτό έχει σημασία γιατί το συναίσθημα που προκαλεί μια εικόνα δεν διαψεύδεται εύκολα. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος μπορεί να αποδείξει ότι μια δήλωσή του δεν έγινε ποτέ. Δεν μπορεί όμως με βεβαιότητα να διαψεύσει ένα μελλοντικό σενάριο, ιδίως όταν αυτό έχει τη δικαιολογία του «συμβολικού». Δεν ήταν λοιπόν απαραίτητο να πιστέψει ο θεατής ότι παρακολουθεί πραγματικά έναν Ούγγρο γαμπρό να οδηγείται στο μέτωπο. Αρκούσε να συνδέσει συναισθηματικά την Tisza με την επιστράτευση, τον πόλεμο και τον θάνατο.
Παρά την έκταση και την ένταση αυτής της επιχείρησης, ο Όρμπαν τελικά έχασε και η Tisza τερμάτισε τη δεκαεξάχρονη παραμονή του στην εξουσία. Αυτό όμως δεν κάνει τη καμπάνια λιγότερο ανησυχητική, ίσα ίσα αναδεικνύει κάποιους ακόμη προβληματισμούς. Απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατάφερε να κάνει τους πολίτες να φοβηθούν το μέλλον περισσότερο απ’ ότι μια επανεκλογή του παρόντος.
*Η Μαρία Σωτηροπούλου είναι πολιτική επικοινωνιολόγος, απόφοιτη Πολιτικής Επιστήμης από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στην Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λέουβεν.