Γιατί η αϋπνία μπορεί κυριολεκτικά να μας σκοτώσει

Διαβάζεται σε 6'
Γυναίκα που πάσχει από αϋπνία
Γυναίκα που πάσχει από αϋπνία iStock

Η χρόνια αϋπνία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και νοσηλείας, σύμφωνα με μεγάλη επιστημονική ανασκόπηση.

Μια δύσκολη νύχτα ύπνου μπορεί να συμβεί στον καθένα. Όταν, όμως, η αϋπνία επιμένει, οι συνέπειές της δεν περιορίζονται στην κόπωση της επόμενης ημέρας. Μπορεί να επηρεάσει τη συγκέντρωση, τη μνήμη και γενικότερα την καθημερινή λειτουργικότητα, ενώ τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι σχετίζεται και με ευρύτερα προβλήματα υγείας.

Προηγούμενες μελέτες έχουν συσχετίσει την αϋπνία, μεταξύ άλλων, με ψυχικές διαταραχές. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές σε ποιο βαθμό συνδέεται με άλλες σοβαρές παθήσεις ή με δυσμενείς εκβάσεις για την υγεία. Αυτό ακριβώς επιχείρησε να διερευνήσει ευρωπαϊκή ερευνητική ομάδα, συγκεντρώνοντας και αξιολογώντας τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Η νέα ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Sleep Medicine Reviews, εντόπισε συσχετίσεις ανάμεσα στην αϋπνία και σε αρκετά προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων το εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι ερευνητές διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν πως η αϋπνία αποτελεί την αιτία αυτών των παθήσεων.

Τι έδειξε η μεγάλη ανασκόπηση για την αϋπνία

Οι διαταραχές ύπνου αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την υπνική άπνοια και το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών. Η συχνότερη από αυτές είναι η αϋπνία, η οποία εκδηλώνεται με δυσκολία είτε στην έλευση είτε στη διατήρηση του ύπνου.

Σύμφωνα με ανασκόπηση του 2022, περίπου ένας στους δέκα ενήλικες πάσχει από διαταραχή αϋπνίας, ενώ ένα επιπλέον 20% εμφανίζει κατά διαστήματα σχετικά συμπτώματα.

Ως χρόνια αϋπνία χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία οι δυσκολίες στον ύπνο επηρεάζουν την καθημερινή ζωή και εμφανίζονται τουλάχιστον τρεις νύχτες την εβδομάδα, για διάστημα τριών μηνών ή περισσότερο. Η αντιμετώπισή της μπορεί να περιλαμβάνει γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ειδικά για την αϋπνία, αλλά και φαρμακευτική αγωγή, όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη.

Για να αποσαφηνίσουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια ευρεία συστηματική ανασκόπηση προηγούμενων μελετών. Αναζήτησαν στις βάσεις δεδομένων MEDLINE και EMBASE στοιχεία για τη σχέση της αϋπνίας με την άνοια, το εγκεφαλικό επεισόδιο, την κατάθλιψη και εκβάσεις που συνδέονται με την αυτοκτονία.

Παράλληλα, προχώρησαν σε νέες συστηματικές ανασκοπήσεις για τα εγκεφαλικά επεισόδια, τις εισαγωγές σε νοσοκομεία και τους τραυματισμούς στην εργασία, καθώς για τις συγκεκριμένες κατηγορίες δεν υπήρχαν επαρκείς μετα-αναλύσεις.

Για τη σχέση με το εγκεφαλικό επεισόδιο εντοπίστηκαν εννέα μελέτες, οι οποίες περιλάμβαναν συνολικά περισσότερους από 1,3 εκατομμύρια ανθρώπους. Τα αποτελέσματα έξι από αυτές συνδυάστηκαν σε μετα-ανάλυση.

Η εικόνα που προέκυψε ήταν σαφής ως προς τη συσχέτιση: τα άτομα με αϋπνία εμφάνιζαν 26% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με όσους δεν είχαν αϋπνία.

Παράλληλα, από την ανάλυση τριών μελετών για τις νοσηλείες προέκυψε ότι όσοι αντιμετώπιζαν αϋπνία είχαν 28% μεγαλύτερες πιθανότητες να εισαχθούν σε νοσοκομείο για οποιαδήποτε αιτία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, πάντως, η σωστή ανάγνωση αυτών των ποσοστών. Η αύξηση κατά 26% αφορά τον σχετικό κίνδυνο σε σύγκριση με ανθρώπους χωρίς αϋπνία. Δεν σημαίνει ότι το 26% όσων έχουν αϋπνία θα υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σύνδεση και με άνοια και κατάθλιψη, αλλά όχι απόδειξη αιτιότητας

Η ανασκόπηση έδειξε επίσης συσχετίσεις της αϋπνίας με την άνοια, την κατάθλιψη και εκβάσεις που σχετίζονται με την αυτοκτονία. Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε σχέση μεταξύ αϋπνίας και συνολικής θνησιμότητας.

Σε ό,τι αφορά τους τραυματισμούς στον χώρο εργασίας, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν ήταν αρκετά για ασφαλή συμπεράσματα. Οι επιστήμονες εντόπισαν μόλις δύο σχετικές μελέτες και, λόγω των διαφορών μεταξύ τους, δεν κατέστη δυνατό να συνδυαστούν τα αποτελέσματά τους σε μετα-ανάλυση.

Οι συγγραφείς της μελέτης επιμένουν, πάντως, σε μία κρίσιμη επισήμανση: η ύπαρξη συσχέτισης δεν ισοδυναμεί με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Με άλλα λόγια, η ανασκόπηση δείχνει ότι η αϋπνία μπορεί να αποτελεί ένδειξη αυξημένου κινδύνου για ορισμένα προβλήματα υγείας, δεν αποδεικνύει όμως ότι είναι εκείνη που τα προκαλεί.

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, τα αποτελέσματα ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί και από τις διαφορετικές μεθόδους με τις οποίες κάθε μελέτη όριζε την αϋπνία, καθώς και από παράγοντες όπως η χρήση υπνωτικών φαρμάκων.

Για τον λόγο αυτό προτείνουν στους γιατρούς να λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη αϋπνίας όταν αξιολογούν τη νευρολογική και την ψυχική υγεία ενός ασθενούς.

Γιατί η χρόνια αϋπνία μπορεί να επιβαρύνει την υγεία

Ο Christopher Yi, αγγειοχειρουργός στο MemorialCare Orange Coast Medical Center, ο οποίος δεν συμμετείχε στην ανασκόπηση, σημείωσε ότι η μελέτη ενισχύει τις ενδείξεις πως η χρόνια αϋπνία μπορεί να αποτελεί σημαντικό δείκτη για τη μακροπρόθεσμη καρδιαγγειακή υγεία.

Όπως εξήγησε, ένας από τους πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να συνδέουν την αϋπνία με το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η παρατεταμένη κατάσταση στρες στην οποία βρίσκεται ο οργανισμός.

«Η χρόνια αϋπνία μπορεί να διατηρεί το σώμα σε κατάσταση αυξημένου στρες ή υπερδιέγερσης», ανέφερε. «Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, στη φλεγμονή, στην αρτηριακή δυσκαμψία και στη δυσλειτουργία του εσωτερικού τοιχώματος των αιμοφόρων αγγείων».

Κατά τον ίδιο, «η αϋπνία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα πρόβλημα ύπνου». Όταν επιμένει, μπορεί να επηρεάσει συνολικά την υγεία και την ποιότητα ζωής και, παράλληλα, να αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχουν άλλα προβλήματα που χρειάζονται διερεύνηση.

Ο Yi θεωρεί ότι η αντιμετώπιση της χρόνιας αϋπνίας θα πρέπει να γίνεται παράλληλα με τον έλεγχο και τη διαχείριση των κλασικών παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Jagdish Khubchandani, καθηγητής Δημόσιας Υγείας στο New Mexico State University, ο οποίος επίσης δεν συμμετείχε στην έρευνα.

Όπως εξήγησε, «πρόκειται για σχετικό κίνδυνο μεταξύ ανθρώπων με και χωρίς αϋπνία. Εφόσον όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι ίδιοι, ένα άτομο με αϋπνία έχει 1,26 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο σε σύγκριση με κάποιον που δεν έχει αϋπνία».

Ο ίδιος διευκρίνισε ότι ο απόλυτος κίνδυνος για εγκεφαλικό επεισόδιο ή για άλλα προβλήματα υγείας διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η νέα ανασκόπηση αναδεικνύει και ένα μεθοδολογικό πρόβλημα: πολλές έρευνες βασίζονται στις προσωπικές αναφορές των συμμετεχόντων σχετικά με τον ύπνο τους. Για τον λόγο αυτό θεωρεί απαραίτητη την ανάπτυξη ακριβέστερων τρόπων αξιολόγησης των διαταραχών ύπνου.

Για τους γιατρούς, τέλος, η επίμονη αϋπνία μπορεί να αποτελέσει αφορμή για έναν ευρύτερο έλεγχο της υγείας του ασθενούς, με έμφαση στην καρδιαγγειακή και μεταβολική κατάσταση και στους παράγοντες κινδύνου που μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα