Γιατί ήλθε και τί μας είπε ο Rubio; Ο Δυτικός Κανόνας Ιστορίας χωρίς οικουμενικότητα
Διαβάζεται σε 6'
Η ομιλία στην Πνύκα δεν ήταν ένα συμπλήρωμα της επίσκεψης του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio. Ήταν ο κύριος λόγος που ήλθε στην Ελλάδα. Για τα πρακτικά άλλωστε ζητήματα (ενεργειακό και αμυντικά) δεν χρειάζονται υψηλόβαθμες αποστολές. Η εκφώνηση αυτού του λόγου μπροστά στην Ακρόπολη ήταν μια πράξη υψηλού συμβολισμού. Αλλά και το περιεχόμενο είχε ένα ισχυρό μήνυμα. Ποιο;
- 08 Οκτωβρίου 2026 09:51
Από τον Ερνέστο Ρενάν, το 1865, έως τον Εμμανουέλ Μακρόν, το 2017, σημαντικές προσωπικότητες έγραψαν ή εκφώνησαν λόγους με αντικείμενο τη σχέση της Ακρόπολης με τον Δυτικό Πολιτισμό.
Στο σκηνικό αυτό αναμετρήθηκαν με τον χρόνο, την ιστορία, τον δυτικό πολιτισμό. Για όλους αυτούς η Ακρόπολη εξέφραζε οικουμενικές ιδέες, αξίες, αισθητική. Θεωρήθηκε όχι μόνο αρχαιολογικό μνημείο ή σύμβολο του κλασικού πολιτισμού, αλλά τόπος παραγωγής ιστορικής συνείδησης. Συναιρούσε τον χρόνο. Συμπύκνωνε οικουμενικά χαρακτηριστικά. Η Δύση ήταν ο πολιτισμός, ο προορισμός στον οποίο θα έφτανε η ανθρωπότητα.
Με τα λόγια του Μακρόν: «Ναι, η Ακρόπολη της Αθήνας είναι ένας καθρέφτης που προβάλλεται μπροστά στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα». Και μπροστά σ’ αυτόν τον καθρέφτη ρωτά: «Τι κάναμε την κυριαρχία μας; Τι κάναμε τη δημοκρατία; Εξακολουθούμε να εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον;» Αναγνώρισε μάλιστα την ελληνική κρίση ως κρίση και αποτυχία της ίδιας της Ευρώπης. Με δυο λόγια, από τον Ρενάν στον Μακρόν, η Ακρόπολη δεν είναι τόσο ένας τόπος στον οποίο η Ευρώπη ή η Δύση ανακαλύπτει την ταυτότητά της, τις ρίζες της ταυτότητάς της, όσο ένας τόπος στον οποίο κάθε εποχή επινοεί ξανά και ξανά την ταυτότητά της.
Ωστόσο, ο λόγος του Ρούμπιο έχει μια μεγάλη διαφορά. Το περιεχόμενό του συνοψίζει την μεγάλη ιδεολογική μάχη σήμερα στην Αμερική. Αυτή η μάχη δεν είναι τωρινή. Μαίνεται «για την ψυχή της Αμερικής» από τη δεκαετία του 1960. Τη δεκαετία που αφενός τα αντιαποικιακά κινήματα σε όλο τον κόσμο, αφετέρου η αμφισβήτηση που σάρωνε τα αμερικάνικα πανεπιστήμια και την κουλτούρα, έθεσε σε κριτική την έννοια της Δύσης, και του δυτικού πολιτισμού, προβάλλοντας το αποικιακό της παρελθόν, τις διακρίσεις φύλων και φυλών, τις σκοτεινές της πλευρές. Τόσο στο εσωτερικό της Δύσης, όσο και στον κόσμο. Και άρχισε από τότε μια πορεία που κλόνισε τον δυτικό κανόνα.
Εξι δεκαετίες από τότε, σήμερα, οι δυνάμεις που αντιτίθενται σθεναρά στην κριτική της Δύσης έχουν κατακτήσει την ηγεσία των ΗΠΑ, και δίνουν μια σκληρή μάχη επανακατάκτησης της ιδεολογικής ηγεμονίας στο εσωτερικό της Δύσης και της δυτικής ηγεμονίας στον κόσμο. Ποιοι είναι οι εχθροί; Είναι τα πανεπιστήμια, είναι οι διεθνείς οργανισμοί, είναι οι ιδεολογίες συμπερίληψης και ισότητας, η Αριστερά, οι μετανάστες, ο πολιτισμικός σχετικισμός, η κριτική θεωρία κλπ. Και αντικείμενο αυτής της διαμάχης είναι να ορισθεί τί είναι Δύση στον 21ο αιώνα. Δεν είναι φιλολογικό ούτε ιστοριογραφικό το επίδικο. Είναι ποια ιστορικά υποκείμενα θα επιβιώσουν και με ποια ιδεολογία.
Αυτή τη μάχη την κωδικοποίησε ο Ρούμπιο χρησιμοποιώντας την Ακρόπολη όχι μόνο ως ένα ντεκόρ, αλλά τοποθετώντας τον εαυτό του στην ιστορία, καταργώντας την απόσταση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα (όπως την καταλαβαίνει) και τη σύγχρονη Αμερική.
Ο Ρούμπιο επαναδιατυπώνει τον δυτικό κανόνα ιστορίας. Από τον Αλέξανδρο στον Καίσαρα, στον Καρλομάγνο και τους Ισπανούς κονκισταδόρες της Αμερικής. Αλλά δεν επικαλείται απλώς τον δυτικό κανόνα της ιστορίας. Επιχειρεί να τον επανιδρύσει, μετατρέποντάς τον από αφήγηση πολιτισμικής καταγωγής σε πρόγραμμα πολιτικής ισχύος.
Το ενδιαφέρον βέβαια είναι ότι το κάνει μέσα από μια αφήγηση παρακμής και απώλειας. Ο Ρούμπιο δεν μιλά από τη θέση της θριαμβεύουσας Δύσης, όπως ο Ρενάν ή ο Αντρέ Μαλρώ το 1959. Μιλά από έναν κόσμο στον οποίο η δυτική ιστορική πρωτοκαθεδρία αμφισβητείται και η ίδια η Δύση πρέπει να κατασκευάσει επιχειρήματα για να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Εκεί που οι προηγούμενοι που είχαν μιλήσει για την Ακρόπολη αναζητούσαν το κάλλος, τον λόγο, την τελειότητα και τη δημιουργική δύναμη του πολιτισμού ο Ρούμπιο ανακαλύπτει τον θυμό, με την αρχαία σημασία της λέξης ως το πάθος, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία, η αγωνιστικότητα, η επιθυμία για διάκριση και υπεροχή. Η αφήγηση της δυτικής υπεροχής χρειάζεται πλέον μια αφήγηση δυτικής θυματοποίησης. Είναι μια ρητορική επανακατάκτησης της Αμερικάνικης ηγεμονίας.
Η μετατόπιση είναι σημαντική. Διότι ο δυτικός κανόνας ιστορίας συγκροτήθηκε μέσα από τη δυνατότητα της Ευρώπης να παρουσιάζει τη δική της ιστορική διαδρομή ως γενική ιστορία της ανθρωπότητας. Οι υπόλοιπες κοινωνίες τοποθετούνταν σε διαφορετικές βαθμίδες μιας ιστορικής κλίμακας, αλλά το μέλλον τους μπορούσε να περιγραφεί με όρους που προέρχονταν από την ευρωπαϊκή εμπειρία. Η Ευρώπη ήταν συγχρόνως μια ιδιαίτερη ιστορική κοινωνία και το μέτρο της οικουμενικής ιστορικής εξέλιξης.
Στον Ρούμπιο αυτή η σχέση έχει διαρραγεί. Η Δύση δεν εμφανίζεται πλέον τόσο ως ο φορέας ενός μέλλοντος που θα γίνει κοινό σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, αλλά ως ένας συγκεκριμένος πολιτισμός, με τη δική του γενεαλογία, τις δικές του αξίες, τα δικά του συμφέροντα και τους δικούς του ανταγωνιστές.
Η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας εξακολουθεί να λειτουργεί ως τεκμήριο ιστορικής νομιμοποίησης. Αλλά νομιμοποιεί πλέον την ιδιαίτερη ιστορική ταυτότητα της Δύσης. Με άλλα λόγια, η Δύση μετακινείται από τη θέση του υποκειμένου της παγκόσμιας ιστορίας στη θέση ενός υποκειμένου μέσα στην παγκόσμια ιστορία.
Στον κλασικό δυτικό κανόνα, η αρχαία Ελλάδα αποτελεί την αφετηρία μιας ιστορικής πορείας που οδηγεί προς την πρόοδο, την επιστήμη, τη δημοκρατία και τη νεωτερικότητα. Στον Ρούμπιο αυτή η πορεία δεν είναι πλέον αυτονόητη. Το μέλλον μπορεί να εγκυμονεί την παρακμή και την απώλεια της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας. Μπορεί να είναι η υποταγή σε άλλες δυνάμεις. Η Ιστορία δεν εγγυάται πλέον την πρόοδο της Δύσης.
Ο Ρούμπιο όμως δεν εγκαταλείπει τον κανόνα. Από οικουμενική αφήγηση της ιστορίας τον μετατρέπει σε πολιτική ιδεολογία υπεράσπισης ενός ιδιαίτερου πολιτισμού. Ως την κληρονομιά μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής κοινότητας που πρέπει να υπερασπιστεί την ιδιαίτερη ταυτότητα και την ισχύ της απέναντι στους άλλους. Θέλει μια Δύση χωρίς οικουμενικότητα. Μια δύση ως (περίπου) φυλετική ιδεολογία. Κι εδώ ακουμπά και την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, και το ιστορικό ρεύμα του φασισμού.