Κάνε focus: Η Μυρσίνη Αριστείδου και η πρώτη φορά που καταθέτει η Κύπρος στα Όσκαρ
Διαβάζεται σε 15'
Με την πρώτη της ταινία, “Κράτα Με”, η Μυρσίνη Αριστείδου γύρισε την πρώτη ταινία που καταθέτει ποτέ η Κύπρος στα Όσκαρ, ενώ βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ Σάντανς. Τώρα, συστήνεται στο NEWS 24/7.
- 13 Οκτωβρίου 2026 06:09
Μια από τις σημαντικότερες διεθνείς διακρίσεις κέρδισε φέτος η Μυρσίνη Αριστείδου, όταν το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, “Κράτα Με”, τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού στο τμήμα του World Cinema, ξεκινώντας μια εντυπωσιακή πορεία.
Η ταινία, που η Αριστείδου αντιμετωπίζει ως ολκλήρωση μιας άτυπης τριλογίας για διαφορετικές φάσεις της σχέσης πατέρα-κόρης (μετά τα μικρού μήκους της, “Σεμέλη” και “Αρία”) ακολουθεί την 11χρονη Ίρις, που μαθαίνει πως ο αποξενωμένος πατέρας της έχει επιστρέψει στην πόλη για την κηδεία του δικού του πατέρα. Και θέλοντας να τον γνωρίσει, τον προσεγγίζει εκεί όπου μένει, σε απομόνωση.
Τώρα, το “Κράτα Με” αποκτά άλλη μια σημαντική διάκριση: Γίνεται η πρώτη ταινία που καταθέτει ποτέ η Κύπρος στα Όσκαρ. Συνεχίζοντας έτσι την εντυπωσιακή διεθνή διαδρομή του ντεμπούτου της ανερχόμενης δημιουργού.
Παρακάτω, η Μυρσίνη Αριστείδου μιλά στο NEWS24/7 για το πώς έφτασε ως εδώ, ποιο είναι το σινεμά που την σχημάτισε, και ποιες είναι οι ιστορίες που θέλει πολύ να πει.
Πώς θα σύστηνες τον εαυτό σου;
Είναι παράξενο να συστήνεται κανείς, να πρέπει να διαλέξει από όλα όσα είναι, εκείνα που χωρούν σε λίγες προτάσεις. Είμαι κόρη, αδερφή, θεία, φίλη. Η καθεμία από αυτές τις λέξεις περιγράφει μια διαφορετική εκδοχή μου, που υπάρχει μόνο επειδή υπάρχει κάποιος άλλος.
Είμαι επίσης σκηνοθέτις, σεναριογράφος και καλλιτέχνις. Ίσως επειδή μια ζωή δεν μου αρκεί για να καταλάβω τη ζωή, χρειάζομαι και τις ιστορίες των άλλων.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κύπρο. Σπούδασα κινηματογράφο και ιστορία της τέχνης στο Pratt Institute και στη συνέχεια έκανα το μεταπτυχιακό μου στη σκηνοθεσία στο NYU Tisch School of the Arts. Οι σπουδές μού έμαθαν πολλά για τις εικόνες. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να με δυσκολεύουν, κι έτσι συνεχίζω να κάνω ταινίες.
Όταν δεν ασχολούμαι με το σινεμά, ζωγραφίζω, φωτογραφίζω και κάνω απλά, καθημερινά πράγματα. Μου αρέσει που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής δεν χρειάζεται τίτλο ούτε εξήγηση. Αρκεί να είσαι εκεί, αν και αυτό καμιά φορά είναι το δυσκολότερο.
Το «Κράτα Με» είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία. Ένας τρόπος να σταθώ λίγο περισσότερο μπροστά σε ανθρώπους που δεν ήθελα να προσπεράσω.
Ποιες είναι οι πρώτες κινηματογραφικές σου αναμνήσεις;
Μεγάλωσα ταξιδεύοντας. Νομίζω ότι τα ταξίδια μού έμαθαν να παρατηρώ, γιατί όταν βρίσκεσαι σε έναν τόπο που δεν σου ανήκει, τίποτα δεν είναι εντελώς αυτονόητο. Προσέχεις μια χειρονομία, έναν τρόπο έκφρασης, ένα βλέμμα, κάτι που οι άνθρωποι εκεί έχουν πάψει να βλέπουν. Έμαθα να κοιτάζω από μια μικρή απόσταση, με την επιθυμία όμως να πλησιάσω.
Οι πρώτες μου κινηματογραφικές αναμνήσεις ήταν τα κινούμενα σχέδια της Disney. Ύστερα ήρθαν οι ταινίες που είχαμε σε DVD στο σπίτι: το «One Flew Over the Cuckoo’s Nest», το «Arizona Dream», ο «Νονός», το «Scarface». Αργότερα, οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Κουαρόν. Στα επτά μου αποφάσισα, χάρη σε εκείνη την ταινία, ότι κάποτε θα ζούσα στη Νέα Υόρκη και θα γινόμουν καλλιτέχνις. Είναι υπέροχη η βεβαιότητα με την οποία ένα παιδί αποφασίζει το μέλλον του, χωρίς να αισθάνεται καμία υποχρέωση να εξηγήσει πώς θα φτάσει ως εκεί.
Θυμάμαι επίσης τον «Τιτανικό». Είχα πάει στο σινεμά με τον αδερφό μου και δύο φίλους, μόνοι μας. Νομίζω ότι ήμουν οκτώ χρονών. Αυτό που έμεινε μέσα μου ήταν η αίσθηση ότι όλοι εκείνοι οι άγνωστοι, στο σκοτάδι της αίθουσας, ζούσαμε την ίδια καταστροφή την ίδια στιγμή. Βουλιάζαμε όλοι μαζί, προσπαθώντας να κρύψουμε τα δάκρυά μας ο ένας από τον άλλον. Δεν ξέρω τι καταλαβαίναμε τότε από την αγάπη ή την απώλεια. Ξέρω όμως ότι πονέσαμε. Το συναίσθημα είχε φτάσει πριν από την κατανόηση.
Τι ήταν αυτό που σε έφερε στον κόσμο της σκηνοθεσίας και του κινηματογράφου;
Θα μπορούσα να πω ότι ήταν μια εσωτερική αναζήτηση. Πιο κυριολεκτικά, όμως, ήταν ο πατέρας μου.
Μια μέρα πριν φύγω για σπουδές στην Αμερική, καπνίζαμε στο μπαλκόνι. Θα πήγαινα στο Pratt για Καλές Τέχνες. Μου είπε: «Δεν δοκιμάζεις και λίγο σκηνοθεσία, αφού θα είσαι στην Αμερική; Είναι η μάνα εκεί. Και η σκηνοθεσία, η έβδομη τέχνη, ίσως σου αρέσει». Κι έτσι άλλαξα κατεύθυνση πριν καν ξεκινήσω. Μια απόφαση που καθόρισε τη ζωή μου πάρθηκε ανάμεσα σε δύο τσιγάρα, με τη σχετική ελαφρότητα μιας πατρικής συμβουλής. Κάτι ήξερε μάλλον.
Στην πορεία ανακάλυψα ότι το σινεμά είναι μια γλώσσα στην οποία μπορούν να συνυπάρχουν όσα στην καθημερινή μας ομιλία μοιάζουν ασυμβίβαστα. Μπορείς να αγαπάς κάποιον και να θέλεις να φύγεις από κοντά του. Να θυμώνεις και την ίδια στιγμή να τον καταλαβαίνεις. Μια εικόνα μπορεί να χωρέσει αυτή την αντίφαση χωρίς να χρειαστεί να τη λύσει.
Έμαθα σιγά σιγά να διαβάζω και να γράφω αυτή τη γλώσσα. Έγινε για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας, αλλά και ψυχικής κάθαρσης. Το όμορφο είναι ότι ο θεατής δεν χρειάζεται να τη σπουδάσει για να την καταλάβει. Μια σιωπή, ένα βλέμμα, μια μικρή κίνηση μπορούν να του πουν όσα εγώ χρειάστηκα χρόνια για να διατυπώσω.
Το “Κράτα Με” είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σου. Τι ήθελες να αφηγηθείς και γιατί ήταν η κατάλληλη ταινία για το πέρασμα στο μεγάλου μήκους;
Ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία ενός κοριτσιού που αναζητά τον απόντα πατέρα της. Και που, όταν τελικά τον βρίσκει, συναντά έναν άνθρωπο. Όχι ακριβώς εκείνον που περίμενε. Έναν άνθρωπο ατελή, με αδυναμίες, που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι αρκετό.
Με ενδιέφερε αυτή η ηλικία επειδή η παιδική μαγεία δεν έχει ακόμη χαθεί, αλλά η πραγματικότητα αρχίζει να γίνεται επίμονη. Οι μεγάλοι παύουν σιγά σιγά να φαίνονται παντοδύναμοι. Ανακαλύπτεις ότι μπορούν να φοβούνται, να αποφεύγουν, να μην ξέρουν. Κι όμως, εξακολουθείς να τους χρειάζεσαι.
Το «Κράτα Με» κλείνει έναν κύκλο που ξεκίνησε με τις μικρού μήκους ταινίες μου. Στο κέντρο υπήρχαν πάντα οι ανθρώπινες σχέσεις, όσα ζητάμε από αυτές και όσα δυσκολευόμαστε να τους δώσουμε. Εδώ ήθελα να μείνω περισσότερο με τους χαρακτήρες, να δώσω χρόνο στην αμηχανία τους, στην αντίστασή τους, στην πιθανότητα να πλησιάσουν.
Ίσως ένα μέρος της ενηλικίωσης να είναι αυτή η δύσκολη μετατόπιση, να μπορείς να δεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, χωρίς η εικόνα που είχες φτιάξει γι’ αυτόν να σου κλείνει διαρκώς τον δρόμο. Και να ανακαλύπτεις αν, μετά από αυτό, υπάρχει ακόμη χώρος για αγάπη.
Πόσο σημαντικό ήταν να δημιουργήσεις μια ταινία βαθιά συνδεδεμένη με την Κύπρο, και πώς προσπάθησες να επικοινωνεί και πέρα από τα σύνορα;
Η Κύπρος δεν κατονομάζεται στην ταινία. Γυρίσαμε εξ ολοκλήρου στο νησί, αλλά η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει σε οποιαδήποτε ελληνόφωνη παραθαλάσσια πόλη. Οι δύο άνθρωποι στο κέντρο της δεν χρειάζονται μια γεωγραφική εξήγηση για να μας αφορούν.
Ο τόπος, βέβαια, είναι παντού. Στους συνοικισμούς προσφύγων, στο γνωστό σαντουιτσάδικο της πόλης, στη νωχελικότητα του καλοκαιριού, στον ήχο των τζιτζικιών. Και σε εκείνο το ξεχασμένο ναυπηγείο, που για μένα έχει κάτι βαθιά νοσταλγικό. Εκεί φέρνουν τα σπασμένα πράγματα για να τα επισκευάσουν. Εκεί ετοιμάζουν και τις βάρκες που θα φύγουν. Με συγκινούσε αυτή η συνύπαρξη, η φροντίδα για κάτι που έχει φθαρεί και η προετοιμασία για ένα ταξίδι.
Είχα ανάγκη να κάνω την πρώτη μου ταινία στον τόπο μου. Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον είδα με τα μάτια ενός ενήλικα, αλλά κουβαλούσα ακόμη τις αναμνήσεις του παιδιού που είχε φύγει. Ανάμεσα στις δύο αυτές ματιές άρχισα να καταλαβαίνω πράγματα για το παρελθόν μου και για τον άνθρωπο που είχα γίνει.
Υπάρχει για μένα και μια πολιτική ανάγνωση κάτω από την ιστορία. Η Ίρις είναι μικρή, παραμελημένη και περιμένει έναν ενήλικα που θα αναλάβει την ευθύνη να την προστατέψει. Κατά μία έννοια, βλέπω μέσα της και την Κύπρο, με την προσδοκία ότι οι ισχυρότεροι γύρω της θα σταθούν κάποτε στο ύψος αυτής της ευθύνης. Στην ταινία, τελικά, κάτι μετακινείται. Στην ιστορία του τόπου μου ακόμη περιμένουμε.
Αυτή η προσδοκία, όμως, πηγαίνει και βαθύτερα. Από παιδιά θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάποιος ξέρει περισσότερα από εμάς, ότι βλέπει τον κίνδυνο και θα επέμβει εγκαίρως. Στην αρχή μπορεί να είναι ο πατέρας. Αργότερα το κράτος. Για πολλούς ανθρώπους, ο Θεός. Αλλάζει η μορφή εκείνου στον οποίο απευθυνόμαστε· η ανάγκη να μη βρισκόμαστε μόνοι απέναντι στον κόσμο παραμένει.Και όταν η προστασία δεν έρχεται, τι κάνουμε με αυτή την ανάγκη;
Η Ίρις θυμώνει, απογοητεύεται, δεν είναι καν βέβαιη ότι της αρέσει ο πατέρας της. Παραμένει όμως ανοιχτή απέναντί του. Δεν απαιτεί να λυθούν όλα για να δοκιμάσει να τον πλησιάσει. Εκεί βρίσκεται για μένα μια δυνατότητα συγχώρεσης. Να βλέπεις καθαρά αυτό που σε πλήγωσε και να αποφασίζεις τι σχέση μπορείς να έχεις μαζί του από εδώ και πέρα.
Κάποια στιγμή αλλάζει και η ερώτηση. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι ποιον μπορείς εσύ να προστατέψεις.
Βέβαια, έχουμε και το προνόμιο της μυθοπλασίας. Μπορούμε να δοκιμάσουμε το τέλος που θα θέλαμε εμείς να συμβεί. Η πραγματικότητα δεν μας δίνει πάντοτε αυτή την ευκαιρία. Για το διεθνές κοινό, ακολούθησα την ίδια ανθρώπινη σχέση. Δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να εξηγήσω την Κύπρο. Πιστεύω ότι, όταν κοιτάξεις κάτι προσωπικό με αρκετή ακρίβεια και ειλικρίνεια, μπορεί κάποιος πολύ μακριά σου να αναγνωρίσει εκεί κάτι δικό του.
Με την ταινία ήρθε η συμμετοχή στο Σάντανς και το Βραβείο Κοινού. Τι θυμάσαι περισσότερο και τι σημαίνει για μια νέα Κύπρια σκηνοθέτρια;
Η επιλογή και μόνο ήταν για εμάς ένα μικρό θαύμα. Ήμασταν η πρώτη κυπριακή ταινία που προβλήθηκε ποτέ στο Σάντανς. Ένα έργο που είχε ξεκινήσει τόσο κοντά μου βρισκόταν ξαφνικά πολύ μακριά, μπροστά σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν τίποτα για εμάς.
Το Βραβείο Κοινού έχει για μένα μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Όσο κάνεις μια ταινία, ζεις για χρόνια με την αμφιβολία αν αυτό που αισθάνεσαι θα μπορέσει να φτάσει σε κάποιον άλλον. Ο θεατής δεν γνωρίζει την πρόθεσή σου ούτε όσα δυσκολεύτηκες να πετύχεις. Συναντά μόνο την ταινία.
Το ότι άνθρωποι συγκινήθηκαν από τόσο προσωπικά συναισθήματα, που είχα προσπαθήσει να μεταφράσω σε εικόνες, και ότι γίναμε η πρώτη ελληνόφωνη ταινία που βραβεύεται εκεί, μου έδωσε μια βαθιά αίσθηση επικοινωνίας. Κάτι είχε φτάσει στον προορισμό του.
Και επιστρέφω πάλι στον «Τιτανικό», σε εκείνη την αίθουσα της παιδικής μου ηλικίας. Στους αγνώστους που κάθονται δίπλα δίπλα και συγκινούνται μαζί. Αυτό εξακολουθεί να μου φαίνεται συγκλονιστικό, ότι μια ιστορία μπορεί, για λίγο, να μικρύνει την απόσταση ανάμεσά μας.
Το “Σεμέλη” και το “Άρια” εξερευνούν διαφορετικά στάδια σχέσης κόρης και πατέρα. Υπάρχει ένα προσωπικό κινηματογραφικό σύμπαν;
Νομίζω ότι οι τρεις ταινίες σχηματίζουν ένα τρίπτυχο. Στη «Σεμέλη» υπάρχει η παιδική αθωότητα, μια ανάγκη για αγάπη που δεν ξέρει ακόμη πώς να ειπωθεί. Στην «Άρια» αυτή η ανάγκη περνά μέσα από την εφηβεία, την απογοήτευση και την αναζήτηση ταυτότητας. Στο «Κράτα Με» φτάνει σε μια δυνατότητα συγχώρεσης και συνύπαρξης.
Βλέποντάς τες τώρα μαζί, καταλαβαίνω ότι επέστρεφα στην ίδια σχέση, αλλά κάθε φορά από μια διαφορετική ηλικία, με διαφορετικές αντοχές και διαφορετικά ερωτήματα. Οι ταινίες ίσως γνώριζαν τη σύνδεσή τους πριν την καταλάβω εγώ.
Και στις τρεις υπάρχει η επιθυμία να δούμε πραγματικά τον άλλον. Κάτι που ακούγεται απλό, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πόσο συχνά κοιτάζουμε έναν άνθρωπο και βλέπουμε κυρίως όσα περιμέναμε από αυτόν.
Με το “Κράτα Με” η Κύπρος κάνει επίσημη υποβολή για τα Όσκαρ. Πώς βιώνεις αυτή τη στιγμή;
Με συγκίνηση και με ένα σοβαρό αίσθημα ευθύνης. Η πρώτη επίσημη υποβολή της Κύπρου έχει έναν συμβολισμό που ξεπερνά τη δική μου ταινία. Μέσα της υπάρχει η δουλειά ανθρώπων που επιμένουν να κάνουν σινεμά εδώ, συχνά με πολύ λιγότερα μέσα απ’ όσα χρειάζονται.
Όταν προέρχεσαι από έναν μικρό τόπο, συνηθίζεις να υπολογίζεις τις πιθανότητές σου σύμφωνα με το μέγεθός του. Αυτή η στιγμή μάς επιτρέπει να φανταστούμε, να ονειρευτούμε λίγο περισσότερο. Τη νιώθω επίσης ως συνέχεια της προσπάθειας των γυναικών σκηνοθετών που προηγήθηκαν. Οι δυνατότητες που έχουμε σήμερα κουβαλούν και τη δική τους επιμονή. Αν αυτή η ταινία ανοίγει μια πόρτα, θέλω οι επόμενοι να μπορέσουν να περάσουν από εκεί με λιγότερη δυσκολία.
Υπάρχουν σκηνοθέτες ή ταινίες που σε έχουν επηρεάσει; Ποια ταινία σε έκανε να σκεφτείς «θέλω να κάνω κι εγώ ταινίες»;
Με έχει επηρεάσει βαθιά ο Τζον Κασσαβέτης, για το θάρρος με το οποίο αφήνει τους χαρακτήρες του να εκτεθούν. Τους επιτρέπει να γίνουν δύσκολοι, αντιφατικοί, αμήχανοι. Και ο Χιροκάζου Κόρεεντα, για τη διακριτικότητα με την οποία πλησιάζει τα παιδιά και τις σύνθετες σχέσεις μιας οικογένειας. Αναζητώ κι εγώ αυτή τη συνύπαρξη της έκθεσης και της τρυφερότητας: να κοιτάζω τους ανθρώπους χωρίς να τους χαρίζομαι, αλλά με φροντίδα.
Στο «Κράτα Με», για παράδειγμα, δεν κάναμε πρόβες με τον Χρήστο Πασσαλή και τη Μαρία Πέτροβα πριν από τα γυρίσματα. Ήθελα να υπάρχει χώρος για την πραγματική αμηχανία της πρώτης τους επαφής. Να μην έχουν μάθει ήδη πώς να βρίσκονται μαζί. Η σχέση των ηθοποιών μπορούσε έτσι να αναπτύσσεται παράλληλα με τη σχέση των χαρακτήρων.
Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω μία ταινία που με έκανε να θέλω να γίνω σκηνοθέτις. Οι ταινίες των άλλων μού άνοιξαν δυνατότητες. Η ανάγκη να χρησιμοποιήσω αυτές τις δυνατότητες ήταν κάτι πιο προσωπικό, ήθελα να επικοινωνήσω όσα δεν μπορούσα να πω αλλιώς και να δω αν κάποιος θα τα αναγνώριζε. Με συγκινεί ότι αυτή η συνομιλία μπορεί να γίνει με ανθρώπους που δεν θα συναντήσεις ποτέ. Να μοιραστείτε ένα συναίσθημα χωρίς να γνωρίζετε ο ένας το όνομα του άλλου.
Το σινεμά έχει για μένα κάτι από τη μουσική. Μπορεί να σε αγγίξει πριν προλάβεις να εξηγήσεις γιατί. Και καμιά φορά, πολύ αργότερα, ανακαλύπτεις ότι εκείνη η συνάντηση άλλαξε την πορεία σου.
Τι θέλεις να εξερευνήσεις στον κινηματογράφο από εδώ και πέρα;
Λένε ότι οι σκηνοθέτες κάνουν την ίδια ταινία ξανά και ξανά, αλλάζοντας τους χαρακτήρες και την πλοκή. Μπορεί. Ίσως υπάρχουν ερωτήματα που χρειάζονται περισσότερες από μία ιστορίες.
Εμένα εξακολουθούν να με αφορούν οι ανθρώπινες σχέσεις. Το πώς επικοινωνούμε, το πώς αποτυγχάνουμε να επικοινωνήσουμε, το πού πηγαίνουμε συλλογικά. Πώς γίνεται να χρειαζόμαστε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον και να δυσκολευόμαστε τόσο να συνυπάρξουμε;
Σκέφτομαι καμιά φορά ότι, αν ξυπνούσε κανείς ένα πρωί και ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη, η ζωή αμέσως θα έχανε το νόημά της. Οι φιλοδοξίες μας, οι διαφωνίες μας, ακόμη και η ανάγκη να αφηγηθούμε τι μας συνέβη. Χρειαζόμαστε κάποιον που να μπορεί να μας ακούσει. Κι όμως, μέσα στην καθημερινότητα, ξεχνάμε πόση ευθύνη έχουμε απέναντι σε αυτή τη συνύπαρξη.
Η ανθρώπινη φύση με θαμπώνει με τις δυνατότητές της και με προβληματίζει με τις επαναλήψεις της. Μπορούμε να φανταστούμε τόσα πολλά και δυσκολευόμαστε ακόμη με τα πιο βασικά. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε στην τέχνη και στις ιστορίες, για να θυμηθούμε κάτι που γνωρίζουμε, αλλά δεν καταφέρνουμε πάντα να ζήσουμε.
Δεν ξέρω πού ακριβώς θα με οδηγήσουν οι επόμενες ταινίες. Θέλω να υπάρχει μέσα τους κάτι από την ψυχή μου, αλλά και χώρος για την ψυχή εκείνου που θα τις δει. Αν μέσα από αυτή τη συνάντηση μπορώ να υπενθυμίσω κάτι σε κάποιον, και να το θυμηθώ κι εγώ η ίδια, τότε θα συνεχίσω να κάνω ταινίες για όσο αντέχω.