Οι τρεις κυβερνήσεις της Κατοχής

Διαβάζεται σε 8'
Γερμανοί διαπραγματευτές και ο Έλληνας διοικητής, στρατηγός Τσολάκογλου (στο κέντρο), διακρίνονται εδώ να υπογράφουν τα έγγραφα για την τελική συνθηκολόγηση της Ελλάδας στις 14 Μαΐου 1941
Γερμανοί διαπραγματευτές και ο Έλληνας διοικητής, στρατηγός Τσολάκογλου (στο κέντρο), διακρίνονται εδώ να υπογράφουν τα έγγραφα για την τελική συνθηκολόγηση της Ελλάδας στις 14 Μαΐου 1941 (AP Photo)

Κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, η Ελλάδα βρέθηκε υπό τη διοίκηση τριών κυβερνήσεων. Tων δωσιλόγων, της εξόριστης και της αυτοδιοικούμενης «Κυβέρνησης του Βουνού».

Από τη γερμανική εισβολή του 1941 μέχρι την Απελευθέρωση του 1944, η Ελλάδα γνώρισε όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις διαφορετικές μορφές κυβερνητικής εξουσίας.

Η πρώτη ήταν η κυβέρνηση των δωσιλόγων, συνεργατών των κατακτητών, η δεύτερη ήταν η κυβέρνηση που κατέφυγε στο εξωτερικό λίγες ημέρες μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και η τρίτη ήταν η κυβέρνηση του Βουνού που δημιουργήθηκε από το ΕΑΜ.

Από το “Όχι” στη γερμανική Κατοχή

Από την ηρωική στάση των Ελλήνων στον ελληνοϊταλικό πόλεμο οδηγηθήκαμε στην τριπλή Κατοχή.

Τι είχε συμβεί; Στις 6 Απριλίου 1941, η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα από τα βόρεια σύνορα, ενώ η χώρα εξακολουθούσε να πολεμά την Ιταλία. Η γερμανική πολεμική μηχανή γρήγορα κατέβαλε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.

Η Ελλάδα βρέθηκε υπό τριπλή κατοχή, γερμανική, ιταλική και βουλγαρική. Η χώρα διαιρέθηκε σε ζώνες κατοχής, με διαφορετικές διοικητικές και στρατιωτικές αρχές.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εμφανίστηκαν τρεις διαφορετικές κυβερνητικές δομές, με διαφορετική νομιμοποίηση, πολιτικούς στόχους και πραγματική εξουσία.

Οι τρεις κατοχικές κυβερνήσεις στην Αθήνα

Οι κυβερνήσεις αυτές διορίστηκαν από τους Γερμανούς και ελέγχονταν πλήρως από αυτούς.

Πρώτος Πρωθυπουργός ο Γεώργιος Τσολάκογλου, (1941–1942)

Τον Απρίλιο του 1941, ενώ ο ελληνικός στρατός εξακολουθούσε να πολεμά, πρωτοστάτησε στη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, χωρίς την εξουσιοδότηση της νόμιμης ελληνικής κυβέρνησης.

Στις 30 Απριλίου 1941 ανέλαβε την πρωθυπουργία της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης, με την έγκριση των γερμανικών αρχών.

Μετά την Απελευθέρωση δικάστηκε ως δωσίλογος και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε στη φυλακή το 1948.

Δεύτερος δωσίλογος πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, (1942–1943)

Ήταν καθηγητής Ιατρικής, με στενούς δεσμούς με τη Γερμανία.

Μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε για τη συνεργασία του με τους κατακτητές.

Τρίτος Πρωθυπουργός ο Ιωάννης Ράλλης, (1943–1944).

Η κυβέρνησή του συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη συγκρότηση και τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, τα οποία είχαν ως βασικό στόχο την καταπολέμηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ενώ συμμετείχαν σε επιχειρήσεις καταστολής, συλλήψεις και βίαιες ενέργειες εναντίον αντιστασιακών και αμάχων.

Μετά την Απελευθέρωση συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε στη φυλακή το 1946.

2. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση: Από την Αθήνα στο Λονδίνο και το Κάιρο

Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατάρρευση του μετώπου, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού εγκατέλειψαν την ηπειρωτική Ελλάδα, μεταβαίνοντας αρχικά στην Κρήτη. Με την επίθεση των Γερμανών στην Κρήτη μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αίγυπτο. Η εξόριστη κυβέρνηση απολάμβανε την αποδοχή των Συμμάχων και δη των Βρετανών.

Πρώτος Πρωθυπουργός ο Εμμανουήλ Τσουδερός, (1941–1944).

Ο Εμμανουήλ Τσουδερός ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 21 Απριλίου 1941, λίγες ημέρες πριν από την κατάληψη της Αθήνας.

Η κυβέρνησή του αποτελούσε συνέχεια της προπολεμικής κρατικής εξουσίας, με τον ίδιο βασιλιά και σημαντική θεσμική κληρονομιά από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

Αυτό είναι ένα σημείο που συχνά παραλείπεται από την ιστορική αφήγηση. Πολλά στελέχη του δικτάτορα Μεταξά εξακολουθούσαν να κατέχουν θέσεις στην κυβέρνηση Τσουδερού όπως ο Μανιαδάκης.

Ο Τσουδερός παραιτήθηκε στις 14 Απριλίου 1944.

Δεύτερος Πρωθυπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος, (Απρίλιος 1944) ο οποίος ήταν γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η πρωθυπουργία του διήρκεσε μόλις δώδεκα ημέρες, από τις 14 έως τις 26 Απριλίου 1944.

Η πολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, η βρετανική επιρροή και η ανάγκη συγκρότησης μιας ευρύτερης κυβέρνησης καθιστούσαν πλέον αναγκαία μια νέα πολιτική συμφωνία.

Τρίτος Πρωθυπουργός ο Γεώργιος Παπανδρέου, (από τον Απρίλιο του 1944).

Κεντρικός στόχος του ήταν η συγκρότηση κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, στην οποία θα συμμετείχαν εκπρόσωποι των πολιτικών δυνάμεων της εξορίας αλλά και της Αντίστασης.

Η ανάγκη αυτή είχε προκύψει από μια πραγματικότητα που ήταν πλέον αδύνατο να αγνοηθεί. Στο εσωτερικό της Ελλάδας, το ΕΑΜ είχε εξελιχθεί σε ένα τεράστιο αντιστασιακό κίνημα, ενώ ο ΕΛΑΣ αποτελούσε τη μεγαλύτερη ένοπλη αντιστασιακή οργάνωση της χώρας. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να αντιμετωπιστούν.

3. Η Κυβέρνηση του Βουνού

Ενώ οι κατοχικές κυβερνήσεις λειτουργούσαν στην Αθήνα και η αναγνωρισμένη ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν στο εξωτερικό, μια τρίτη μορφή εξουσίας συγκροτήθηκε στις περιοχές που είχαν απελευθερωθεί από την Αντίσταση.

Η δημιουργία της συνδέθηκε με τη μεγάλη ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ, λοιπόν, κατάφερε να ελευθερώσει μεγάλες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι οποίες ονομάστηκαν Ελεύθερη Ελλάδα.

Στις περιοχές αυτές, που έγιναν γνωστές ως Ελεύθερη Ελλάδα, δημιουργήθηκαν θεσμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, λαϊκής δικαιοσύνης, εκπαίδευσης και κοινωνικής μέριμνας. Η ανάγκη κεντρικού συντονισμού οδήγησε στη συγκρότηση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της ΠΕΕΑ.

Η ίδρυση της ΠΕΕΑ στη Βίνιανη

Στις 10 Μαρτίου 1944, στη Βίνιανη Ευρυτανίας, συγκροτήθηκε η ΠΕΕΑ με πρωτοβουλία του ΕΑΜ.

Πρώτος πρόεδρός της ήταν ο συνταγματάρχης Ευριπίδης Μπακιρτζής.

Η Επιτροπή είχε διπλή αποστολή. Αφενός να οργανώσει τη διοίκηση στις απελευθερωμένες περιοχές και να υποστηρίξει τον αγώνα κατά των κατακτητών. Αφετέρου να συμβάλει στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Η ΠΕΕΑ δεν αποτελούσε κυβέρνηση αναγνωρισμένη από τους Συμμάχους. Διέθετε όμως πραγματική διοικητική παρουσία και αποδοχή σε σημαντικές περιοχές της χώρας.

Στις 18 Απριλίου 1944 πρόεδρός της ανέλαβε ο συνταγματολόγος και πανεπιστημιακός Αλέξανδρος Σβώλος, μια προσωπικότητα με δημοκρατικές και σοσιαλιστικές αντιλήψεις, που δεν ανήκε στο ΚΚΕ.

Η συμμετοχή του, όπως και άλλων μη κομμουνιστών, αποτυπώνει την προσπάθεια της ΠΕΕΑ να αποκτήσει ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα.

Οι εκλογές του Απριλίου 1944

Η ΠΕΕΑ προχώρησε άμεσα σε εκλογές για την ανάδειξη Εθνικού Συμβουλίου.

Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1944, μέσα στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της Κατοχής. Σύμφωνα με τις ιστορικές εκτιμήσεις, συμμετείχαν περίπου 1.800.000 πολίτες.

Για πρώτη φορά σε εκλογική διαδικασία τέτοιας κλίμακας στην Ελλάδα συμμετείχαν και γυναίκες, ενώ το δικαίωμα ψήφου επεκτάθηκε σε νέους και νέες από την ηλικία των 18 ετών.

Οι εκλογές δεν ήταν πανελλαδικές με τη συνήθη έννοια, καθώς μεγάλα τμήματα της χώρας παρέμεναν υπό τον έλεγχο των κατακτητών.

Ούτε όμως επρόκειτο για μια εσωκομματική ψηφοφορία του ΚΚΕ.

Εξελέγησαν αντιπρόσωποι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, καθώς και ανεξάρτητοι. Ανάμεσά τους βρίσκονταν αγρότες, εργάτες, εκπαιδευτικοί, επιστήμονες, στρατιωτικοί και κληρικοί.

Από τις τρεις κυβερνητικές δομές που εξετάζουμε, μόνο η ΠΕΕΑ προχώρησε σε εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αντιπροσωπευτικού σώματος.

Κορυσχάδες, Μάιος 1944: Το Εθνικό Συμβούλιο της Ελεύθερης Ελλάδας

Από τις 14 έως τις 27 Μαΐου 1944 το Εθνικό Συμβούλιο συνεδρίασε στο δημοτικό σχολείο των Κορυσχάδων, κοντά στο Καρπενήσι.

Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου εξελέγη ο φιλελεύθερος στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης.

Αντιπρόεδροι ήταν ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ και ο Ιωάννης Μιχαήλ.

Η παρουσία του μητροπολίτη, όπως και προσωπικοτήτων διαφορετικής πολιτικής προέλευσης, δείχνει ότι το Εθνικό Συμβούλιο δεν περιοριζόταν σε κομμουνιστικά στελέχη.

Από την Απελευθέρωση στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας

Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν από την Αθήνα.

Στις 18 Οκτωβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου επέστρεψε στην Αθήνα επικεφαλής της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, της οποίας ο σχηματισμός συμφωνήθηκε στο Συνέδριο του Λιβάνου.

Η ΠΕΕΑ, που είχε ήδη εκπροσωπηθεί στην κυβέρνηση, αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της στις 5 Νοεμβρίου 1944.

Τρεις κυβερνητικές εξουσίες, τρεις διαφορετικές πραγματικότητες

Η ιστορία των τριών κυβερνητικών δομών της Κατοχής αποτυπώνει το βαθύ πολιτικό και θεσμικό ρήγμα που προκάλεσε η ξένη κατοχή στην Ελλάδα.

Η πρώτη περίπτωση ήταν η διοίκηση που συνεργάστηκε με τον κατακτητή.

Η δεύτερη ήταν η διεθνώς αναγνωρισμένη ελληνική κυβέρνηση, η οποία όμως βρισκόταν μακριά από την κατεχόμενη χώρα και εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη βρετανική υποστήριξη.

Η τρίτη ήταν μια διοικητική και πολιτική δομή που δημιουργήθηκε μέσα από την Αντίσταση, οργάνωσε θεσμούς στην Ελεύθερη Ελλάδα και προχώρησε στην εκλογή Εθνικού Συμβουλίου με μαζική συμμετοχή πολιτών.

Οι διαφορές τους δεν αφορούσαν μόνο τα πρόσωπα ή τις πολιτικές παρατάξεις. Αφορούσαν τη νομιμοποίηση, την κυριαρχία, την εκπροσώπηση και τελικά το ποιος θα καθόριζε το μέλλον της Ελλάδας μετά την αποχώρηση των κατακτητών.

Η Κατοχή δεν υπήρξε μόνο μια περίοδος ξένης στρατιωτικής κυριαρχίας. Υπήρξε και μια περίοδος κατά την οποία τέθηκε με ιδιαίτερη ένταση το ερώτημα ποιος έχει το δικαίωμα να κυβερνά και από πού αντλεί αυτή την εξουσία.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των συγκρούσεων που σημάδεψαν την Ελλάδα και μετά την Απελευθέρωση.

Ενδεικτική ιστοριογραφία:

  • Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ: Η εμπειρία της Κατοχής
  • Γιάννης Σκαλιδάκης, Η Ελεύθερη Ελλάδα: Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943–1944)
  • Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα
  • Πολυμέρης Βόγλης, Η αδύνατη επανάσταση: Η κοινωνική δυναμική του Εμφυλίου Πολέμου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα