Γιατί μιλάμε όλοι σαν ψυχολόγοι; istockphoto

“ΕΙΝΑΙ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚ” – ΓΙΑΤΙ ΜΙΛΑΜΕ ΟΛΟΙ ΣΑΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟΙ;

Από το «αυτός είναι σίγουρα διπολικός» μέχρι το «μου κάνεις gaslighting», η ψυχολογική ορολογία έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας γλώσσας. Η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Ναταλία Παπανικολάου εξηγεί στο NEWS 24/7 πώς το therapy speak επηρεάζει τις σχέσεις, την αυτογνωσία και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους άλλους.

«Είναι νάρκισσος», «αυτό είναι gaslighting», «έχω τραύμα», «έχει OCD». Η ψυχολογική ορολογία έχει περάσει από τα γραφεία των θεραπευτών στις συζητήσεις μεταξύ φίλων, στα social media και στις ερωτικές σχέσεις, προσφέροντας έτοιμες εξηγήσεις για συμπεριφορές, συναισθήματα και δύσκολες εμπειρίες. Όλο και συχνότερα, ερμηνεύουμε τον εαυτό μας και τους άλλους μέσα από όρους που προέρχονται από την ψυχολογία, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουμε πλήρως τι σημαίνουν.

Η μεγαλύτερη εξοικείωση με την ψυχική υγεία αποτελεί σημαντική κοινωνική κατάκτηση. Όροι που κάποτε ήταν άγνωστοι ή στιγματισμένοι έχουν γίνει μέρος της καθημερινής συζήτησης, βοηθώντας πολλούς ανθρώπους να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν όσα βιώνουν. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ψυχολογική γνώση μετατρέπεται σε εργαλείο εύκολων χαρακτηρισμών; Όταν μια διαφωνία βαφτίζεται gaslighting, κάθε εγωιστική συμπεριφορά αποδίδεται στον ναρκισσισμό και κάθε δύσκολο συναίσθημα περιγράφεται ως τραύμα;

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «therapy speak», βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα της ψυχολογίας διαμορφώνει την καθημερινή μας επικοινωνία. Η Ναταλία Παπανικολάου, ψυχολόγος MSc και ψυχοθεραπεύτρια, μιλά στο NEWS 24/7 για τους λόγους που μας ελκύουν οι ψυχολογικές ερμηνείες, τους κινδύνους της επιφανειακής χρήσης τους και τα όρια ανάμεσα στην αυτογνωσία και την εύκολη κατηγοριοποίηση του εαυτού μας και των άλλων.

istockphoto

Ναταλία Παπανικολάου: Therapy Speak, όταν η ψυχολογία γίνεται η γλώσσα της καθημερινότητας

Η ψυχολογική ορολογία έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μας, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους. Πόσο μας βοηθά, όμως, να κατανοήσουμε πραγματικά την ανθρώπινη συμπεριφορά;

Τα τελευταία χρόνια, η ψυχολογία φαίνεται πως έχει εγκαταλείψει τα στενά όρια των επιστημονικών συγγραμμάτων και της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, διεκδικώντας μια ολοένα μεγαλύτερη θέση στην καθημερινότητά μας. Ένας σύντροφος με δύσκολες ή δυσλειτουργικές συμπεριφορές χαρακτηρίζεται «νάρκισσος», μια δυσάρεστη εμπειρία περιγράφεται ως «τραύμα», μια διαφωνία μπορεί να ερμηνευθεί ως «gaslighting», ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις αξιολογούνται συχνά υπό το πρίσμα της ψυχοπαθολογίας.

Οι έννοιες αυτές εμφανίζονται πλέον με αξιοσημείωτη ευκολία σε συζητήσεις μεταξύ φίλων, σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα στην επικοινωνία. Πρόκειται για μια ευρύτερη πολιτισμική μεταβολή, κατά την οποία η γλώσσα της ψυχικής υγείας ενσωματώνεται σταδιακά στον τρόπο που περιγράφουμε, ερμηνεύουμε και αξιολογούμε την ανθρώπινη εμπειρία.

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «therapy speak» και περιγράφει ακριβώς τη χρήση εκφράσεων και εννοιών που προέρχονται από την ψυχολογία, την ψυχιατρική και την ψυχοθεραπεία στην καθημερινή επικοινωνία, ιδιαίτερα όταν αυτές χρησιμοποιούνται με τρόπο απλουστευτικό ή απομακρυσμένο από το αρχικό τους περιεχόμενο.

Πώς συνηθίσαμε να μιλάμε με όρους ψυχολογίας;

Η αυξανόμενη εξοικείωση με την ψυχολογική ορολογία συνδέεται καταρχάς με μια ιδιαίτερα θετική κοινωνική εξέλιξη, τη σταδιακή αποδυνάμωση του στίγματος γύρω από την ψυχική υγεία και την ανάγκη των ανθρώπων για βαθύτερη κατανόηση του εαυτού τους και των άλλων. Ζητήματα που άλλοτε αντιμετωπίζονταν με αμηχανία ή αποσιωπούνταν, σήμερα συζητούνται ανοιχτά. Η ψυχοθεραπεία έχει αποκτήσει κοινωνική αποδοχή, ενώ η ανάγκη για συναισθηματική φροντίδα και ψυχική ενδυνάμωση αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ευημερίας.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει, παράλληλα, η ανάπτυξη των ψηφιακών μέσων.

Πλατφόρμες όπως το TikTok και το Instagram έχουν καταστήσει τη γνώση για την ψυχική υγεία προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Σύντομα βίντεο και εύληπτες επεξηγηματικές αναρτήσεις επεξηγούν ψυχολογικές έννοιες μέσα από απλά παραδείγματα, προσφέροντας ερμηνείες για ανθρώπινες συμπεριφορές.

Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι ενημερώνονται πολύ πιο εύκολα για την ύπαρξη και τη λειτουργία των ψυχικών διαταραχών και διαδικασιών. Η συνθήκη όμως αυτή επιφυλάσσει κινδύνους. Η επιστημονική γνώση απαιτεί πλαίσιο, διακρίσεις και προσεκτική αξιολόγηση, στοιχεία που δύσκολα χωρούν σε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων. Έτσι, έννοιες με σύνθετο θεωρητικό και κλινικό υπόβαθρο, όπως ο «ναρκισσισμός» και η «διπολικότητα», συχνά περιορίζονται σε μερικά αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, σε λίστες και bullet points, τα οποία παρουσιάζονται ως επαρκή για την κατανόηση μιας συμπεριφοράς ή ακόμη και για την αναγνώριση μιας ψυχικής διαταραχής.

Γιατί μας ελκύουν οι ψυχολογικές ερμηνείες;

Πέρα από την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η χρήση ψυχολογικών εννοιών ανταποκρίνεται σε μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: την επιθυμία να κατανοήσουμε όσα βιώνουμε.

Οι ψυχολογικές έννοιες προσφέρουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αποκτήσουν νόημα δύσκολα συναισθήματα, επώδυνες εμπειρίες και περίπλοκες διαπροσωπικές σχέσεις. Η αναγνώριση ενός ψυχολογικού φαινομένου και η συνειδητοποίηση πως υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που το βιώνουν δημιουργεί ανακούφιση, καθώς επιτρέπει σε κάποιον να περιγράψει μια εμπειρία την οποία μέχρι πρότινος δυσκολευόταν να εξηγήσει ή να βάλει σε λόγια.

Ταυτόχρονα, το therapy speak προσφέρει κάτι ακόμη ιδιαίτερα ελκυστικό: μια εξήγηση. Μπροστά στην ασάφεια που συχνά χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, ένας ψυχολογικός όρος μπορεί να προσφέρει μια άμεση και ανακουφιστική ερμηνεία. Είναι ευκολότερο, για παράδειγμα, να αποδώσουμε μια συμπεριφορά στον «ναρκισσισμό» παρά να αποδεχτούμε ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι εγωκεντρικοί, αντιφατικοί ή να μας πληγώνουν, χωρίς να κατανοούμε πάντοτε τα κίνητρά τους. Η αναζήτηση αιτίων και κινήτρων αποτελεί θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη και η αιτιοαπόδοση στον ψυχισμό, τον δικό μας ή των άλλων, μπορεί να λειτουργήσει ως μια εύκολη και ανακουφιστική διέξοδος απέναντι στην αβεβαιότητα.

Επιπλέον, η χρήση ψυχολογικών εννοιών προσδίδει κύρος στις προσωπικές μας εκτιμήσεις. Μια υποκειμενική αίσθηση μπορεί να αποκτήσει τον χαρακτήρα αντικειμενικής διαπίστωσης, όταν διατυπώνεται με επιστημονική ορολογία. Με αυτόν τον τρόπο, το therapy speak χρησιμοποιείται ορισμένες φορές για να ενισχύσει τη θέση μας σε μια διαφωνία ή να δικαιώσει την προσωπική μας οπτική.

istockphoto

Όταν οι έννοιες χάνουν το νόημά τους

Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με εκείνο που ο ψυχολόγος Nick Haslam περιέγραψε το 2016 ως «concept creep», δηλαδή τη σταδιακή διεύρυνση της σημασίας εννοιών που σχετίζονται με την ψυχική δυσφορία, τη βλάβη και την παθολογία. Όροι όπως το τραύμα, η κακοποίηση και η ψυχική διαταραχή αποκτούν ολοένα ευρύτερο περιεχόμενο, περιλαμβάνοντας εμπειρίες που προηγουμένως δεν εντάσσονταν απαραίτητα σε αυτές τις κατηγορίες.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι απαραιτήτως αρνητική. Η διεύρυνση της κοινωνικής ευαισθησίας έχει επιτρέψει την αναγνώριση μορφών ψυχικής οδύνης που στο παρελθόν υποτιμούνταν. Ωστόσο, όταν οι έννοιες χρησιμοποιούνται ελεύθερα, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουν σταδιακά την περιγραφική τους ακρίβεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση του όρου «τραύμα» για κάθε δυσάρεστο βίωμα ή του «ναρκισσισμού» για κάθε συμπεριφορά που εκλαμβάνεται ως εγωιστική.

Αντίστοιχα, ο όρος «gaslighting», που περιγράφει μια μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης μέσω της συστηματικής αμφισβήτησης της πραγματικότητας ενός ατόμου, χρησιμοποιείται συχνά ακόμη και για απλές διαφωνίες ή διαφορετικές αναμνήσεις ενός γεγονότος. Ο άνθρωπος που είναι λίγο πιο τακτικός ή τελειομανής βαπτίζεται «OCD» και η απλή μελαγχολία προάγεται σε «κατάθλιψη». Οι μεμονωμένες συμπεριφορές, ωστόσο, δεν αποτελούν ψυχικές διαταραχές. Η κλινική αξιολόγηση προϋποθέτει τη συνεκτίμηση πολλών παραμέτρων, μεταξύ των οποίων η διάρκεια, η ένταση, το ευρύτερο ιστορικό και η επίδραση των συμπτωμάτων στη λειτουργικότητα του ατόμου.

Ποιες οι συνέπειες στις σχέσεις και στην εικόνα του εαυτού;

Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της χρήσης ψυχολογικών όρων είναι η τάση να ερμηνεύονται συνηθισμένες ανθρώπινες δυσκολίες μέσα από το πρίσμα της ψυχοπαθολογίας. Η λύπη, η ανασφάλεια, η απογοήτευση και οι συγκρούσεις αποτελούν αναπόφευκτες πλευρές της ζωής, χωρίς να υποδηλώνουν απαραίτητα κάποια ψυχική διαταραχή.

Παράλληλα, οι ψυχολογικές ετικέτες μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους. Όταν ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται «αποφευκτικός» ή «νάρκισσος», υπάρχει ο κίνδυνος η συμπεριφορά του να ερμηνεύεται αποκλειστικά υπό αυτόν τον χαρακτηρισμό, περιορίζοντας τη δυνατότητα μιας πιο σύνθετης και ουσιαστικής κατανόησης, τόσο του άλλου, όσο και του εαυτού μας και των δικών μας αναγκών που δεν καλύπτονται.

Το ίδιο συμβαίνει και στην αντίληψη του εαυτού. Η ταύτιση με μια ψυχική διαταραχή, ιδιαίτερα χωρίς αξιολόγηση και θεραπεία, μπορεί να επηρεάσει τις προσδοκίες, τις επιλογές και τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο ερμηνεύει τις προσωπικές του δυνατότητες και δυσκολίες, και να λειτουργήσει σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία για το σύνολο της ζωής του ατόμου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ψυχολογική ορολογία μπορεί να μετατραπεί, από εργαλείο αυτογνωσίας, σε μέσο αποφυγής της προσωπικής ευθύνης. Η επίκληση μιας ψυχικής δυσκολίας ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για συμπεριφορές που πληγώνουν τους άλλους, συνοδευόμενη από την προσδοκία ότι το περιβάλλον οφείλει να τις αποδέχεται άνευ όρων. Η στάση αυτή μπορεί να ενισχυθεί και από τους γύρω, όταν κάθε συμπεριφορά αποδίδεται αποκλειστικά στη διαταραχή, περιορίζοντας τις προσδοκίες για προσωπική εξέλιξη και αλλαγή.

Η κατανόηση των ψυχολογικών αιτίων μιας συμπεριφοράς, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη δικαιολόγησή της. Η ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής μπορεί πράγματι να επηρεάζει τη συναισθηματική ρύθμιση και τον συμπεριφορικό έλεγχο, καθιστώντας απαραίτητη την υποστήριξη και την κατανόηση. Η ψυχολογική φροντίδα, όμως, περιλαμβάνει και την καλλιέργεια δεξιοτήτων, την ανάληψη ευθύνης στον βαθμό που αυτή είναι εφικτή, καθώς και τη σταδιακή ενίσχυση της δυνατότητας αλλαγής. Διαφορετικά, το therapy speak κινδυνεύει να παγιώσει ακριβώς εκείνες τις δυσκολίες που αρχικά φιλοδοξούσε να βοηθήσει το άτομο να ξεπεράσει.

Εξίσου σημαντικός είναι ο κίνδυνος υποβάθμισης της εμπειρίας των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πραγματικές και, συχνά, ιδιαίτερα επιβαρυντικές ψυχικές διαταραχές. Όταν, για παράδειγμα, η οριακή διαταραχή προσωπικότητας ταυτίζεται με ένα περιστασιακό συναισθηματικό ξέσπασμα ή η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή περιορίζεται στην υπερβολική αγάπη για την τάξη, η πολυπλοκότητα και η σοβαρότητα αυτών των καταστάσεων κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Οι άνθρωποι που βιώνουν πραγματικά ψυχική διαταραχή ενδέχεται να αισθάνονται ότι η εμπειρία τους παραμένει ακατανόητη και οι ίδιοι αόρατοι, σε μια κοινωνία που εμφανίζεται τόσο ευαισθητοποιημένη απέναντι στην ψυχική υγεία.

Παράλληλα, η συνεχής και αδιαφοροποίητη χρήση κλινικών όρων μπορεί να οδηγήσει σε μια σταδιακή εξοικείωση και υποτίμηση.

Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως, όταν σχεδόν κάθε δυσάρεστη εμπειρία χαρακτηρίζεται «τραυματική» και κάθε ανθρώπινη ιδιαιτερότητα ψυχολογικοποιείται, οι έννοιες κινδυνεύουν να χάσουν τη βαρύτητά τους και να υπάρξει απευαισθητοποίηση. Αναδεικνύεται έτσι ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό παράδοξο: η διαρκώς αυξανόμενη συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία, εάν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική γνώση, ενδέχεται να συμβάλει στην υποτίμηση της σοβαρότητας των ψυχικών διαταραχών και των αναγκών των ανθρώπων που ζουν με αυτές.

Πώς μπορούμε να φτάσουμε σε πιο ουσιαστική ανθρώπινη εμπειρία;

Το «ένιωσα ότι δεν με άκουσες, εγώ αισθάνθηκα διαφορετικά» μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικότερη αφετηρία μιας συζήτησης από την κατηγορία «μου κάνεις gaslighting». Αντίστοιχα, η αναγνώριση ότι μια σχέση μας πληγώνει και δε μας προσφέρει αυτά που έχουμε ανάγκη, δεν απαιτεί απαραιτήτως τη διάγνωση ή την ψυχολογική κατηγοριοποίηση του άλλου.

Η απάντηση, ασφαλώς, δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψη της ψυχολογικής ορολογίας. Η διάδοση της γνώσης γύρω από την ψυχική υγεία αποτελεί σημαντική κοινωνική κατάκτηση, αρκεί να συνοδεύεται από την καλλιέργεια κριτικής σκέψης και ουσιαστικής κατανόησης. Αντί να καταφεύγουμε βιαστικά σε χαρακτηρισμούς, μπορούμε να περιγράφουμε συγκεκριμένες συμπεριφορές, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα που μας προκαλούν και να επικοινωνούμε τις προσωπικές μας ανάγκες, χωρίς τίτλους, με σαφήνεια και ουσιαστική σύνδεση.

Η πραγματική κατανόηση καλλιεργείται μέσα από την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις αποχρώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, χωρίς απόλυτες εξηγήσεις. Άλλωστε, ο σκοπός της ψυχολογίας είναι να διευρύνει την κατανόησή μας για τον άνθρωπο, στρέφοντας την προσοχή στην πολυπλοκότητα των εμπειριών, των κινήτρων και των αναγκών, που σπάνια μπορούν να αποτυπωθούν πλήρως σε έναν μόνο ορισμό.

*Η Ναταλία Παπανικολάου είναι απόφοιτος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ψυχοθεραπεύτρια, με ειδίκευση στην Ψυχολογία της Υγείας και την Ψυχολογία των Σχέσεων.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα