AP

ΗΠΑ: ΤΙ ΘΑ ΚΑΘΟΡΙΣΕΙ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ;

Το κόστος διαβίωσης, η ενέργεια και ο πόλεμος στο Ιράν είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν τους Αμερικανούς πολίτες.

Οι ενδιάμεσες εκλογές λειτουργούν διαχρονικά ως δημοψήφισμα για την εκάστοτε αμερικανική ηγεσία στον Λευκό Οίκο. Αυτό αναμένεται να συμβεί και στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου με γνώμονα τα πεπραγμένα, τις παραλείψεις και της συνέπειες της μέχρι τώρα δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. 

Στην κάλπη κρίνονται οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, περίπου το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας, 36 θέσεις κυβερνητών και τοπικά αξιώματα. Το διακύβευμα είναι κατά πόσο ο πρόεδρος στον Λευκό Οίκο θα διατηρήσει τα νομοθετικά του ερείσματα ή θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν μεγαλύτερο κλοιό ελέγχου από τους Δημοκρατικούς.

Με βάση τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί το τελευταίο διάστημα, τρία είναι τα βασικά θέματα που φαίνεται να ξεχωρίζουν και αναμένεται να  επηρεάσουν σημαντικά την ψήφο: Το κόστος διαβίωσης, το άλμα στις τιμές της ενέργειας και ο πόλεμος με το Ιράν. Η ιδιαιτερότητα αυτής της εκλογικής αναμέτρησης έγκειται στο ότι η εξωτερική πολιτική και η εσωτερική οικονομία συνδέονται με έναν άμεσο τρόπο, πιέζοντας τα οικονομικά των Αμερικανών πολιτών.

Ιστορικά, το κόμμα του εκάστοτε Αμερικανού προέδρου σχεδόν πάντα χάνει δυνάμεις στις ενδιάμεσες εκλογές. Εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, έχουν ήδη δεσμευτεί να ξεκινήσουν εκτεταμένες έρευνες για ζητήματα διαφθοράς, καταπάτησης του κράτους δικαίου και κατάχρησης εξουσίας από τον Ντόναλντ Τραμπ και αξιωματούχους της αμερικανικής διοίκησης. 

Ωστόσο, η ανατροπή των δυνάμεων και των συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει την κυβερνητική πολιτική. Για να ακυρωθεί ένα προεδρικό διάταγμα απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων, αριθμός πρακτικά απλησίαστος στο σημερινό πολωμένο πολιτικά τοπίο. Έτσι, μια νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Καπιτώλιο θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση της εκλογικής της βάσης για άμεση σύγκρουση με τον Τραμπ και στους αυστηρούς θεσμικούς περιορισμούς που θέτει το Σύνταγμα. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που στις ενδιάμεσες εκλογές συνήθως δεν καταγράφεται υψηλής έντασης επιθετική ρητορική μεταξύ των υποψήφιων, αλλά μια εξαιρετικά ήπια -ειδικά για τα ευρωπαϊκά δεδομένα- εκλογική αντιπαράθεση στις προεκλογικές εκστρατείες.

Το κόστος διαβίωσης: Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ δεικτών και πραγματικότητας

AP

Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters και Ipsos, το 47% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων κατατάσσει το κόστος διαβίωσης ως τον σημαντικότερο παράγοντα που θα καθορίσει την ψήφο του. Παράλληλα, έρευνα του Pew Research Centre δείχνει ότι το 29% ζητά από τους υποψηφίους να εστιάσουν αποκλειστικά σε οικονομικά ζητήματα.

Εκ πρώτης όψεως, τα μακροοικονομικά μεγέθη εμφανίζουν ανθεκτικότητα. Η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 3,8% και ο ενθουσιασμός γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη τροφοδότησε με νέες επενδύσεις εταιρίες εισηγμένες στην Wall Street. Όμως, αυτά τα κέρδη δεν έφτασαν ποτέ στα νοικοκυριά.

Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παρέμεινε στάσιμο το τρίτο τρίμηνο του έτους και ο δείκτης προσωπικής αποταμίευσης υποχώρησε στο 4,1%, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2022. Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας παρουσιάζει κόπωση, καθώς τον Σεπτέμβριο προστέθηκαν μόλις 29.000 νέες θέσεις εργασίας και η ανεργία ανέβηκε στο 4,2%. 

Οι μισθοί αυξήθηκαν κατά περίπου 3% σε ετήσια βάση, σημειώνοντας τον χαμηλότερο ρυθμό αύξησης από τον Μάιο του 2021, ενώ οι τιμές κατέγραψαν άνοδο 3,4%. Στο πεδίο της στέγασης, η μέση τιμή κατοικίας αυξήθηκε κατά 6%, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις την τελευταία διετία. 

Η πίεση της ακρίβειας δεν περιορίζεται στα αστικά κέντρα, αλλά πλήττει καίρια και την αγροτική Αμερική, η οποία αποτέλεσε το θεμέλιο της εκλογικής επικράτησης του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2024. Έρευνα του AP-KFF σε περισσότερους από 2.000 ψηφοφόρους σε αγροτικές περιοχές αποκαλύπτει ότι περίπου οι μισοί θεωρούν την οικονομία χειρότερη σε σύγκριση με την ημέρα επιστροφής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ενώ τα τρία τέταρτα αξιολογούν το κόστος ζωής στις κοινότητές τους ως «μέτριο ή κακό».

Στο πεδίο της ενέργειας, τα στοιχεία της πλατφόρμας GasBuddy καταγράφουν μια εξαιρετικά επιβαρυμένη εικόνα. Η μέση τιμή της βενζίνης έχει εκτοξευθεί κατά περίπου 46% από τον Ιανουάριο του 2025, με το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας να είναι περίπου 15% υψηλότερο σε σχέση με τις αρχές του 2025. Ο συνδυασμός των νέων επιθετικών δασμών με τα ακριβά καύσιμα έχει αυξήσει κατακόρυφα το κόστος λιπασμάτων, ζωοτροφών και μεταφορών, συμπιέζοντας δραματικά τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών.

Ο πόλεμος με το Ιράν: Οι άμεσες συνέπειες στην τσέπη των πολιτών

AP

Η τελευταία φορά που οι ψηφοφόροι σε ενδιάμεσες εκλογές εμφανίστηκαν τόσο απογοητευμένοι και οργισμένοι με τις επιλογές στην εξωτερική πολιτική ήταν το 2006, εξαιτίας των συνεπειών που είχε η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ στην αμερικανική οικονομία. Σήμερα, η επίθεση στο Ιράν και ο πόλεμος που συνεχίζεται διαμορφώνει μια αρνητική δυναμική για τον Αμερικανό πρόεδρο. Οι πολίτες συνδέουν ευθέως τη στρατιωτική ανάφλεξη με το κόστος ζωής, αντιλαμβανόμενοι ότι κάθε κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο τροφοδοτεί τα ασφάλιστρα κινδύνου στο πετρέλαιο και επιδρά άμεσα στο κόστος κατανάλωσης. 

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των πολιτών δηλώνει ότι ακόμη κι αν ο Τραμπ τερμάτιζε τον πόλεμο πριν από τις εκλογές, δεν θα έβλεπε πιο ευνοϊκά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Δεν προβλέπεται όμως κάτι τέτοιο, καθώς η αποστολή επιπλέον 9.000 Αμερικανών στρατιωτών στην περιοχή και τα σενάρια για χτυπήματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν ή για κλιμάκωση του πολέμου δι’ αντιπροσώπων, μέσω του Ιράκ και των Χούθι, εντείνουν τους φόβους. Όπως ακριβώς ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους απάντησε στην ήττα των ενδιάμεσων εκλογών του 2006 με την αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων το 2007, αντίστοιχα και ο Ντόναλντ Τραμπ σήμερα, ακολουθώντας ανάλογη στρατηγική, αναμένεται να απαντήσει με μεγαλύτερη ένταση και επιθετικότητα τόσο στο μέτωπο του πολέμου, όσο και στο ζήτημα των δασμών.

Εάν οι Δημοκρατικοί επικρατήσουν τελικά, θα δεχθούν ισχυρές πιέσεις για τον τερματισμό της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράν. Ωστόσο, η συγκράτηση των στρατιωτικών δαπανών και η άσκηση νομοθετικών πιέσεων στον τομέα των στρατιωτικών επιχειρήσεων συναντά συνήθως τεράστια πρακτικά εμπόδια. Ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών του 1973 απαιτεί έγκριση του Κογκρέσου για επιχειρήσεις άνω των 60 ημερών. Σχετικό ψήφισμα για αποτροπή νέων επιχειρήσεων πέρασε τρεις φορές από τη Βουλή, «μπλοκαρίστηκε» όμως στη Γερουσία με διαφορά μόλις μίας ψήφου. Ακόμη κι αν ψηφιστεί ένα τέτοιο ψήφισμα από το νέο Κογκρέσο, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα του βέτο, όπως έπραξε το 2019 για την Υεμένη και το 2020 για το Ιράν, ενώ τα ομοσπονδιακά δικαστήρια αρνούνται σταθερά να εκδικάσουν τέτοιες υποθέσεις επικαλούμενα «έλλειψη δικαιοδοσίας». Κατά συνέπεια, εάν η αμερικανική διοίκηση σκοπεύει να συνεχίσει τον πόλεμο, έχει κάθε δικαιοδοσία και εξουσία να το πράξει χωρίς να συναντήσει ουσιαστικά εμπόδια.

Υπάρχει, βέβαια, και το εργαλείο του προϋπολογισμού ως μοχλός πίεσης. Στη μεταβατική σύνοδο μετά τις εκλογές, το Κογκρέσο θα κληθεί να ψηφίσει για τα έκτακτα κονδύλια του Πενταγώνου για τον πόλεμο. Οι νομοθέτες είναι σχεδόν απίθανο να εγκρίνουν το σύνολο του αμυντικού προϋπολογισμού ύψους 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που ζήτησε ο Αμερικανός πρόεδρος -ένας προϋπολογισμός που καταγράφει αύξηση κατά 44% σε σχέση με τον προηγούμενο. Καθώς οι ένοπλες δυνάμεις δυσκολεύονται να αντικαταστήσουν πανάκριβα πυραυλικά συστήματα, η οικονομική πίεση θα ενταθεί. Το Κογκρέσο ιστορικά απειλεί με διακοπή χρηματοδότησης, όμως σπάνια διακόπτει πλήρως τους πόρους των στρατευμάτων στο πεδίο. Αντί μιας μετωπικής ρήξης, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να ενσωματώσουν μικρούς, στοχευμένους περιορισμούς δαπανών στα ετήσια νομοσχέδια άμυνας που ο πρόεδρος είναι αναγκασμένος να υπογράψει.

Τα όρια μιας νέας πλειοψηφίας στο Κογκρέσο 

AP

Η ιστορία και η παράδοση των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων αποκαλύπτει ότι μια αλλαγή πλειοψηφίας στο Κογκρέσο δεν μπορεί επηρεάσει άμεσα την οικονομία, τις τιμές ή να αλλάξει καθοριστικά την πορεία των οικονομικών δεικτών, ακόμη και μέσα από συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις. Οι μηχανισμοί του Κογκρέσου, από τις κοινοβουλευτικές έρευνες διαφθοράς μέχρι κάθε είδους θεσμικές πιέσεις, κινούνται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς και δεν μπορούν να μεταφραστούν σε άμεση μείωση τιμών στα ράφια των καταστημάτων ή στα πρατήρια καυσίμων.

Επίσης, το Κογκρέσο δεν μπορεί να διατάξει την άμεση απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων από εμπόλεμες ζώνες. Ο Αμερικανός πρόεδρος αντλεί ευρείες αρμοδιότητες ως αρχιστράτηγος απευθείας από το Άρθρο ΙΙ του Συντάγματος, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την άμεση νομοθετική επιβολή στρατιωτικών αποφάσεων χωρίς ευρεία πλειοψηφία για την ανατροπή του δικαιώματος βέτο. 

Οποιοσδήποτε ουσιαστικός περιορισμός της εκτελεστικής εξουσίας στον τομέα των πολεμικών αρμοδιοτήτων θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον μια αλλαγή στην ηγεσία του Λευκού Οίκου. Εάν στις εκλογές του 2028 οι Δημοκρατικοί εξασφαλίσουν τόσο την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, όσο και την προεδρία, και εφόσον συνεργαστούν με στελέχη των Ρεπουμπλικάνων που τάσσονται υπέρ μιας αλλαγής στρατηγικής, ίσως ανοίξει ένα ιστορικό παράθυρο για συνολική μεταρρύθμιση στο πεδίο των εξωτερικών υποθέσεων. Ένα παράθυρο αντίστοιχο με εκείνο της εποχής μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, όπου η διακομματική συναίνεση επηρέασε καθοριστικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική για τις επόμενες δεκαετίες, με την Ουάσιγκτον να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διπλωματία, τη χαλάρωση των εντάσεων με τη Σοβιετική Ένωση και το άνοιγμα των σχέσεων με την Κίνα.

Μέχρι τις εκλογές του 2028 δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές και η κάλπη της 3ης Νοεμβρίου παραμένει μια δοκιμασία επιβίωσης για τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Με τη βενζίνη να αγγίζει δυσθεώρητα επίπεδα, το κόστος διαβίωσης να ανεβαίνει συνεχώς, τις αποταμιεύσεις να συρρικνώνονται και τον κίνδυνο ενός παρατεταμένου πολέμου να επικρέμαται πάνω από την οικονομία, οι ψηφοφόροι καλούνται να στείλουν ένα πρώτο μήνυμα μέχρι το επόμενο, ισχυρό μήνυμα των προεδρικών εκλογών, εκείνο που θα μπορούσε να ανατρέψει τη σημερινή πολιτικοοικονομική συνθήκη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα