Ρεύμα: Στροφή στα σταθερά τιμολόγια αντί για επιδοτήσεις – “Η κυβερνητική συνταγή – “ανάχωμα” 

Ρεύμα: Στροφή στα σταθερά τιμολόγια αντί για επιδοτήσεις – “Η κυβερνητική συνταγή – “ανάχωμα” 
a white electric cap, a light bulb and euro banknotes on an electric bill. Increase in the cost of electricity for residential customers and business users. Payment of electricity bills. Increasing the concept of electricity prices.

Τα μπλε τιμολόγια προβάλλονται ως βασική επιλογή προστασίας από τις αυξήσεις στη χονδρεμπορική αγορά, καθώς η κυβέρνηση δεν εξετάζει, στην παρούσα φάση, την επαναφορά οριζόντιων ενισχύσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Περιορισμένος ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος.

Στα προγράμματα σταθερής χρέωσης καλούνται να στραφούν οι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις από τις νέες ανατιμήσεις στην αγορά ρεύματος.

Η κυβερνητική κατεύθυνση, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, είναι προς την αξιοποίηση των διαθέσιμων μπλε τιμολογίων, καθώς δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σχεδιασμός για την εφαρμογή οριζόντιων επιδοτήσεων στους λογαριασμούς.

Η άνοδος των χονδρεμπορικών τιμών, πάντως, δημιουργεί εύλογη ανησυχία για την εξέλιξη των χρεώσεων στη λιανική αγορά, ιδιαίτερα ενόψει της χειμερινής περιόδου, κατά την οποία οι ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνονται. Ωστόσο, το υπουργείο εκτιμά ότι οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους εργαλεία για να περιορίσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις της αγοράς, χωρίς να απαιτείται άμεση ενεργοποίηση κρατικών ενισχύσεων.

Στο επίκεντρο βρίσκονται τα σταθερά τιμολόγια, τα οποία διασφαλίζουν προκαθορισμένη τιμή προμήθειας για συγκεκριμένη διάρκεια σύμβασης. Με αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτής γνωρίζει εκ των προτέρων τη χρέωση που θα πληρώνει για την ενέργεια που καταναλώνει, αποφεύγοντας τις άμεσες επιπτώσεις από τις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου.

Από την πλευρά του ΥΠΕΝ επισημαίνεται ότι η παρουσία ανταγωνιστικών προγραμμάτων σταθερής τιμολόγησης στην αγορά προσφέρει μια εναλλακτική δυνατότητα προστασίας για τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα. Η επιλογή, βεβαίως, προϋποθέτει σύγκριση των διαθέσιμων προσφορών, καθώς το τελικό κόστος εξαρτάται από τη χρέωση, τη διάρκεια της σύμβασης και τους επιμέρους όρους κάθε προγράμματος.

Τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζουν τις παρεμβάσεις
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να προκρίνει την επιστροφή σε ένα μοντέλο γενικευμένων επιδοτήσεων, όπως εκείνο που εφαρμόστηκε κατά τις προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις. Οι δυνατότητες χρηματοδότησης νέων μέτρων θεωρούνται περιορισμένες, καθώς ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος δεν επιτρέπει τη διαρκή κάλυψη των αυξήσεων μέσω κρατικών ενισχύσεων.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στην επιλογή του κατάλληλου τιμολογίου από τους ίδιους τους καταναλωτές, με τα σταθερά προγράμματα να αποκτούν αυξημένη σημασία ενόψει των επόμενων μηνών.

Η αγορά

Για την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026, πάντως, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 267,32 ευρώ/MWh, καταγράφοντας μεν μείωση 15% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα, αλλά παραμένοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Η μέγιστη τιμή στη διάρκεια του 24ώρου έφτασε τα 343,90 ευρώ/MWh, ενώ η χαμηλότερη διαμορφώθηκε στα 209,71 ευρώ/MWh.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Η ελληνική τιμή βρέθηκε υψηλότερα από εκείνες της Γερμανίας (252,85 ευρώ/MWh), της Γαλλίας (246,37 ευρώ/MWh), της Ιταλίας (260,57 ευρώ/MWh), αλλά και της Ισπανίας (182,09 ευρώ/MWh). Αντίθετα, χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στη Φινλανδία, στα 74,61 ευρώ/MWh, και στη Σουηδία, όπου η τιμή διαμορφώθηκε μόλις στα 16,35 ευρώ/MWh. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τις σημαντικές αποκλίσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά και τη δυσκολία διαμόρφωσης ενός ενιαίου περιβάλλοντος ενεργειακού κόστους.

Στο ελληνικό ενεργειακό μείγμα, οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 49,6% της παραγωγής, ενώ το φυσικό αέριο συμμετείχε με 38,9%, ο λιγνίτης με 6,1% και τα υδροηλεκτρικά με 1,7%. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τον αυξανόμενο ρόλο των ΑΠΕ, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύουν τη σημαντική συμμετοχή του φυσικού αερίου στη διαμόρφωση της ηλεκτροπαραγωγής και, κατ’ επέκταση, στην έκθεση της αγοράς στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Η αλλαγή του ενεργειακού ισοζυγίου και η κυβερνητική επιχειρηματολογία

Σε αυτό το περιβάλλον, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο Athens Investment Forum, τη Δευτέρα, επιχείρησε να αναδείξει τη διαφορετική θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα σε σχέση με το παρελθόν. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «εξάγουμε την ίδια ενέργεια που εισάγαμε πριν από 5-6 χρόνια», σημειώνοντας ότι πλέον η χώρα εξάγει περίπου το 15% της παραγωγής της.

Ο ίδιος απέδωσε αυτή τη μεταβολή στις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα δίκτυα, στις υποδομές φυσικού αερίου και στην αποθήκευση. Παράλληλα, επικαλέστηκε στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκεται 15% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι μόλις 2% υψηλότερη.

Στην ίδια κατεύθυνση, αναφέρθηκε στους διαθέσιμους χρηματοδοτικούς πόρους και στις παρεμβάσεις για την ενεργειακή μετάβαση, επισημαίνοντας ότι μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνονται περισσότερα από 3,3 δισ. ευρώ σε ενεργειακές δράσεις. Ειδικότερα, έκανε λόγο για 200 εκατ. ευρώ για την αποθήκευση ενέργειας, 200 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, καθώς και 50 εκατ. ευρώ για τη Δυτική Μακεδονία.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει, επομένως, στη βελτιωμένη ενεργειακή θέση της χώρας και στη σταδιακή ενίσχυση της ενεργειακής της αυτονομίας. Ωστόσο, η βελτίωση του ισοζυγίου και η αυξημένη εξαγωγική δυνατότητα δεν συνεπάγονται αυτομάτως χαμηλότερες τιμές για τον τελικό καταναλωτή, καθώς η ελληνική αγορά εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις.

Η Ευρώπη μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης

Παράλληλα, η ελληνική πλευρά συνεχίζει να θέτει στα ευρωπαϊκά όργανα το ζήτημα της μεγαλύτερης ευελιξίας στη λήψη μέτρων αντιμετώπισης των ενεργειακών ανατιμήσεων. Στόχος είναι να υπάρχει η δυνατότητα ενεργοποίησης προσωρινών και στοχευμένων παρεμβάσεων, εφόσον οι συνθήκες στην αγορά επιδεινωθούν και οι πιέσεις καταστούν δυσβάστακτες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα, την ανάγκη για άμεση ευρωπαϊκή κινητοποίηση ανέδειξε στο Athens Investment Forum 2026, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα διεκδικεί μεγαλύτερη ευελιξία για την εφαρμογή στοχευμένων και προσωρινών μέτρων στήριξης νοικοκυριών, επιχειρήσεων και βιομηχανίας.
Όπως ανέφερε, η ενεργειακή κρίση ανέδειξε με τον πλέον σαφή τρόπο την ευαλωτότητα της Ευρώπης και το κόστος της εξάρτησής της από τρίτες χώρες. Επικαλέστηκε, μάλιστα, την εκτίμηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, σύμφωνα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δαπανήσει περίπου 120 δισ. ευρώ περισσότερα για την κάλυψη των ίδιων ενεργειακών αναγκών σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που έθεσαν ήδη από τον Μάρτιο την ανάγκη ενεργοποίησης ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια, προκειμένου να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης. Παράλληλα, επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θα αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο για τη στήριξη της κοινωνίας, επιδιώκοντας μεγαλύτερη ευελιξία και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα