Περνάμε καλά κι αυτό βγαίνει προς τα οξαποδώ

Περνάμε καλά κι αυτό βγαίνει προς τα οξαποδώ
Η ζωή που άλλαξε για πάντα iStockphoto

Ένα κράμα οργής κι ενοχής σε ακολουθεί σαν του Καβάφη την Πόλη. Η Έλενα Ακρίτα γράφει για το τι συμβαίνει όταν στρέφεις το βλέμμα.

Άκου τώρα.

Μην πας μακριά, προχτές ας πούμε.

Εγώ, ας πούμε.

Κάτι η ζέστη κάτι τα λόγια του παπά, έφτασα τα όρια των αντοχών μου.

Τα έφτασα και τα ξεπέρασα.

Δεν είχε προηγηθεί κάτι.

Δεν είχε συμβεί ένα γεγονός κοσμοϊστορικό, τραγικό, ενοχλητικό έστω.

Ξύπνησα, ήπια μια γουλιά καφέ, έφαγα μισό κουλούρι και τα ‘παιξα. Κανονικά. Γιατί;

Γιατί έτσι.

Δεν ήμουν σε θέση να διαχειριστώ τίποτα. Τίποτα, ούτε το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο, τιποτα, τι-πο-τα.

Τι θα φάμε, το τίποτα.

Τι πρέπει να κάνω σήμερα, το τίποτα.

Σε ποιον πρέπει να τηλεφωνήσω, στον κανέναν.

Χάλασε η βρύση, ας χάλασε.

Δεν ήρθε ο υδραυλικός, μη σώσει κι έρθει.

Δεν ήταν κρίση πανικου, ουδεμία σχέση. Τις έχω ζήσει αυτές τις θεάρες στο πετσί μου, κολλητές έχουμε γίνει πια, από τη μυρωδιά γνωριζόμαστε.

Αυτό είναι κάτι άλλο. Αυτό είναι το τίποτα. Βιώνεις το τίποτα. Και βιώνεις το τίποτα γιατί είσαι ανίκανος να διαχειριστείς το παραμικρό. Το παραμικρό όμως.

Κατάλαβες Τασία μου, κατάλαβα να λες.

Κατέβασα ρολά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Έγειρα το παντζούρι, κινητό, ειδήσεις, ειδοποιήσεις, τζάντζαλα, μάντζαλα τα πάντα.

Με μια ρόμπα χώθηκα στα σκεπάσματα, ρόμπα ωραιότατη καπιτονέ στο χρώμα της ήττας το παστέλ.

Έβαλα το Maid – τηλεοπτική σειρά φοβερή να τη δείτε – κι ετοιμάστηκα μαραθώνιο. Σύρθηκα μέχρι την κουζίνα έφτιαξα ένα βουνό πατάτες τηγανητές, γύρισα στο κρεββάτι και πήρα τη Λιλούκο μου αγκαλιά.

Από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα, κλείδωσα ένοχες, αγωνίες, οργή, θυμό, τα πάντα μου. Ήξερα πως όλα αυτά παραμονεύουν απ’ έξω. Ήξερα πως το επόμενο πρωί, θα μπουκάρουν πάλι μέσα.

Όμως για λίγες ώρες, μες το δωμάτιο, έστησα μια θεατρική παράσταση που έδιωξε κακήν κακώς κάτι τη ζέστη κάτι τα λόγια του παπά κι όλα έγιναν στα μάτια μου μια Ντίσνεϊλαντ μια φαντασμαγορία του κερατά ένα πράμα.

Κατάλαβες Τασία μου, κατάλαβα να λες.

Έβαλα παρωπίδες; Έθαψα το κεφάλι μου στην άμμο; Μπορεί. Αυτό χρειαζόμουνα, αυτό μπορούσα, αυτό έκανα.

Αυτό μπορούμε, αυτό κάνουμε. Όλοι μας.

Παιδιά δεν ξέρω τι συμβαίνει.

Ειλικρινά.

Δεν ξέρω τι σκατά συμβαίνει.

Έτσι μάς κατάντησε αυτή η δυστοπία να την πω, το μαύρο χάλι να το πω, αυτή η κοινωνική δυσοσμία να το πω.

Νιώθουμε σαν να βομβαρδιστήκαμε.

Και σαν να βομβαρδίσαμε.

Νιώθουμε σαν να λαβωθήκαμε.

Και σαν να λαβωσαμε.

Σαν να κακοποιηθηκαμε.

Και σαν να κακοποιήσαμε.

Νιώθουμε θύτες και θύματα μαζί.

Άκου τώρα.

Αλλόκοτο αυτό το υφέρπον κράμα. Υπόγειο, πολύπλοκο και δαιδαλώδες. Έχει βέβαια εξήγηση. Κράμα οργής κι ενοχής – μια καθημερινότητα που δεν σ’ αφήνει πια σε χλωρό κλαρί.

Παλιά καθόσουν να φας με την οικογένεια ή με φίλους. Κουβέντιαζες τα τρέχοντα, διαφωνούσες πολιτικά, έλεγες ανέκδοτα, λίγο νεράκι, λίγο χορταράκι καμιά μαλακία να περάσει η ώρα.

Τώρα πια δεν μιλάς. Ακούς μόνο: ήχους από μαχαιροπήρουνα, τη λαδόκολλα που ξετυλίγει το γυρόπιτο, μια κόρνα από μακριά, ένα ντριν σε λάθος τηλεφώνημα.

Τι θα πεις; Τι να πεις;

«Ας φάμε μια φορά όπως παλιά, χωρίς να μαυρίζουμε την ψυχή μας»;

«Ας ξεχάσουμε για μισή ωρίτσα ό,τι συμβαίνει γύρω μας»;

«Ας μην ψυχοπλακωθούμε, έστω για λίγο»;

«Ας πάει μια – ΜΙΑ – μπουκιά κάτω, γαμώ το στανιό μου»;

Τι θα πεις; Τι να πεις;

Αυτό το κράμα οργής κι ενοχής σε ακολουθεί σαν του Καβάφη την Πόλη.

Την ανοχύρωτη πόλη της δικής σου ζωής.

Όλα όσα θεωρούσες δεδομένα, έχουν πια αξία συλλεκτική.

Αλλιώς μας τα ‘πανε.

Αλλιώς μας μάθανε.

Αλλιώς μας μεγαλώσανε.

Με τα δεδομένα μας αγκαζέ.

Με τα αυτονόητα υπό μάλης.

Η γειτονιά, το σχολείο, σπουδές, πάρτι, μια δουλειά σίγουρη, ένας μισθός, μια σύνταξη – τι πάω και θυμάμαι.

Ένας έρωτας άτυχος, ένα αβυσσαλέο πάθος, ένας γάμος καλός-κακός τρέχα γύρευε.

Φίλοι ήρθανε και φύγανε – μερικοί πιο νωρίς, πιο άδικα, πιο αιφνίδια… Μια άλλη γειτονιά, μια παρέα που σκορπίζει, μια οικογένεια που δημιουργείται για να διαλυθεί κι αυτή με τον καιρό.

Και λες τι να ‘γινε βρε παιδιά ο Τάδε.

Και περνούν τα χρόνια. Και δεν σε νοιάζει πια τι να ‘γινε ο Τάδε. Στο δρόμο να τον δεις δεν θα τον γνωρίσεις. Κι αν τον γνωρίσεις θα αλλάξεις πεζοδρόμιο. Τι να του πεις; Τι να σου πει; Χαθήκαμε; Τη Μαρία την θυμάσαι; Να πιούμε κάνα καφέ. Χάρηκα που σε είδα. Παρομοίως.

Τίποτα λέμε. Τί-πο-τα.

Κατάλαβες Τασία μου, κατάλαβα να λες.

Ζωή οχυρωμένη.

Ζωή ανοχύρωτη. Μια σιχαμένη και μισή.

Έβαλα παρωπίδες; Ακόμα χειρότερα – έθαψα το κεφάλι μου στην άμμο; Μπορεί. Αυτό χρειαζόμουνα, αυτό μπορούσα, αυτό έκανα.

Πήρα μια ανάσα πριν ξαναχωθώ στον ζόφο και στο έρεβος που ελλοχεύει σταθερά πίσω από το κλειστό παντζούρι.

Και στα ίδια ερωτήματα…

Βομβαρδιστήκαμε ή βομβαρδίσαμε;

Χτυπηθήκαμε ή χτυπήσαμε;

Κακοποιηθήκαμε ή κακοποιήσαμε;

Φταίμε ή όχι;

Δεν ξέρω κι ούτε θέλω να το ψάξω.

Ίσως από αύριο.

Ίσως από Δευτέρα.

Στο κάτω κάτω δεν έγινε και τίποτα. Η ζωή μας ανοχύρωτη πόλη.

Κι αυτό σιγά σιγά σαν τη σταγόνα που διαβρώνει τον βράχο – το συνηθίζουμε…

Στην τελική, άμα στρέψεις το βλέμμα από την άλλη μεριά – όλα μοιάζουν πιο εύκολα.

Με μια τηγανιά πατάτες και μια Λιλούκο αγκαλιά.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα