Υποκλοπές: Συγκάλυψη με υπογραφή Αρείου Πάγου – Δεν ανασύρει την υπόθεση

Διαβάζεται σε 8'
Υποκλοπές: Συγκάλυψη με υπογραφή Αρείου Πάγου – Δεν ανασύρει την υπόθεση
SOOC

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών.

Στον «κάλαθο των αχρήστων» βάζει ο Άρειος Πάγος την πολυσυζητημένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία άνοιγε ο δρόμος για εκτενή έρευνα γύρω από τις υποκλοπές μέσω του συστήματος Predator.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, στο οποίο είχε διαβιβαστεί η απόφαση προκειμένου να αποφανθεί αν και με ποιο τρόπο θα γινόταν περαιτέρω έρευνα -όπως ζητούσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου κ. Ασκιανάκης- αποφάσισε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου να ελεγχθεί κανένα απολύτως ζήτημα.

Ειδικότερα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 27-04-2026 Πράξη του, η οποία εκδόθηκε επί της υπόθεσης των υποκλοπών που του υποβλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τυχόν δικές του ενέργειες κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του ΚΠΔ, έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης.

Σύμφωνα με πηγές, «τα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν συνιστούν νέα στοιχεία, κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Συνεπώς τα συμπεράσματα των πορισμάτων του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται».

H πράξη για τις τηλεφωνικές υποκλοπές

Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 27.04.2026 πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Τζαβέλλα, “δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης, από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης της δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, επί της οποίας εκδόθηκαν τα, από 25-07-2024 και 07-01-2025, πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, διότι τα στοιχεία, που εν προκειμένω εισφέρονται και των οποίων γίνεται επίκληση, δεν συνιστούν νέα στοιχεία, κατ’ άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ, ικανά, κατά την κρίση μας, να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης, ενόψει του ότι η σχετική υπόθεση διερευνήθηκε πλήρως, όπως προκύπτει από το σύνολο των εξετασθέντων αποδεικτικών μέσων”.

Στην πράξη αναφέρονται αναλυτικά όλα τα ζητήματα που τέθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, λέγοντας:

Α) Επί της άσκησης ποινικής ευθύνης των Rotem Farkash, Merom Harpaz, Einat Semama, Δημητρίου ΞΥΠΤΕΡΑ, Ιωάννη ΖΟΥΜΠΗ, Ιωάννη ΜΠΟΛΙΑΡΗ, Σωτηρίου ΝΤΑΛΑ, Αιμιλίου ΚΟΣΜΙΔΗ, Κωνσταντίνου ΠΕΤΡΙΣΗ και τυχόν άλλων προσώπων, ως συμμετόχων, στην τέλεση των – εκ των καταγγελθεισών –  αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν οι τέσσερις κατηγορούμενοι Φέλιξ ΜΠΙΤΖΙΟΣ, Sara Aleksandra HAMOU, Tal Jonathan DILIAN και Ιωάννης ΛΑΒΡΑΝΟΣ:

“Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η παραδοχή τους δεν καταδεικνύει, την κατάφαση της ερευνώμενης συμμετοχικής δράσης των ανωτέρω προσώπων, στη διάπραξη των προαναφερθέντων εγκλημάτων, αυτά, ως επί το πλείστον, ήταν στοιχεία, γνωστά, στον διενεργήσαντα την έρευνα, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για νεότερα,ουσιώδη ή άγνωστα, στον κρίναντα εισαγγελικό λειτουργό, στοιχεία, από τα οποία, κατά την κρίση μας, να δικαιολογείται η ανάσυρση της δικογραφίας,από το αρχείο, κατά τα οριζόμενα στην διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 43 του ΚΠΔ” αναφέρει ο Άρειος Πάγος υποστηρίζοντας πως “κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν προέκυψαν νεότερα ουσιώδη στοιχεία, ανατρεπτικά του συμπεράσματος του εκδοθέντος εισαγγελικού πορίσματος” λαθ’ως και ότι μία νέα έρευνα θα οδηγούσε “σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο” η οποία μάλιστα θα παρακώλυε και θα καθυστερούσε την απονομή της Δικαιοσύνης.

Ακόμα δε και τα στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας για την προπληρωμένη κάρτα του Αιμίλιου Κοσμίδη, υπαλλήλου σούπερ μάρκετ, με την οποία είχαν πληρωθεί μολυσμένα μηνύματα, ο Άρειος  Πάγος δεν θα δέχεται να τα ερευνήσει, αναφέροντας ότι “είναι μεν νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη, η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας, ενώ, στην εν λόγω ταυτοποίηση, ουδεμία θετική συμβολή δύναται να έχει η επίκληση της φιλικής σχέσης του Αιμίλιου ΚΟΣΜΙΔΗ, με τον Κωνσταντίνο ΠΕΤΡΙΤΣΗ, εργαζόμενο στο κατάστημα “COSMOTE” Αλίμου, απ’ όπου ο ίδιος είχε παραλάβει την ανωτέρω προπληρωμένη κάρτα, ο οποίος, κατά σχετική αναφορά του ίδιου, προς τον Κωνσταντίνο ΠΕΤΡΙΤΣΗ, φέρεται – χωρίς τούτο να έχει διαπιστωθεί, αποδεικτικώς – ότι «έκανε έναντι αμοιβής εξυπηρετήσεις για την Ε.Υ.Π» και ως εκ τούτου, κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω δεν δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ”.

Β) Επί του αδικήματος της κατασκοπείας: Σύμφωνα με τον ανώτατο εισαγγελέα, το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πιθανολογεί, ανεπιβεβαίωτα, ότι, λόγω της ιδιότητας ορισμένων, εκ των στόχων του κατασκοπευτικού λογισμικού “PREDATOR”, όπως του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, κ. Μιχαήλ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ, του Υπουργού Εξωτερικών, κ. Νικολάου ΔΕΝΔΙΑ, του Αρχηγού Γ.Ε.ΕΘ.Α., Κωνσταντίνου ΦΛΩΡΟΥ, του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, κ. Μιχαήλ ΚΑΡΑΜΑΛΑΚΗ και άλλων Υπουργών, που χειρίζονταν καίρια χαρτοφυλάκια, με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες (κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ), οι καταδικασθένετς και  τυχόν τρίτοι συμμετέχοντες είχαν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα, οαφού οι συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω προσώπων, χδεν ανιχνεύθηκαν ή εξετάστηκαν, ώστε να διαπιστωθεί, αν πράγματι επρόκειτο για κρατικά απόρρητα.

Όσο δε για την αναφορά ότι στη συσκευή κινητού τηλεφώνου του πρώην υπουργού Χρήστου ΣΠΙΡΤΖΗ, υπήρχαν email με απόρρητα έγγραφα, ο Άρειος Πάγος καταλήγει: “δεν επιβεβαιώθηκε, στο πλαίσιο κατάλληλης σχετικής έρευνας (σ.σ. του αντεισαγγελέα Ζήση), στην εν λόγω τηλεφωνική συσκευή, διενεργηθείσας, αμέσως μετά την απόπειρα υποκλοπής στοιχείων και εγγράφων, από αυτήν (την ανωτέρω συσκευή), με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού “PREDATOR”, ώστε να είναι εξακριβωμένη και βέβαιη, η απόπειρα περιέλευσης στην κατοχή ή στη γνώση του δράστη, των σχετικών κρατικών απορρήτων, που φέρονται, ότι περιέχονταν στην ανωτέρω συσκευή, αλλά, απλώς, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, ο Χρήστος ΣΠΙΡΤΖΗΣ, εκτύπωσε και παρέδωσε, επ’ ακροατηρίω, την 26-01-2026, τα ανωτέρω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails), χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή τους”.

Υποκλοπές (φωτογραφία αρχείου)
Υποκλοπές (φωτογραφία αρχείου) Istock

Γ) Επί της διερεύνησης ποινικής ευθύνης των καταδικασθέντων κατηγορουμένων, και τυχόν τρίτων συμμετόχων, στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της παραγωγής, προμήθειας προς χρήση, εισαγωγής, εξαγωγής, κατοχής, διανομής ή με άλλο τρόπο διακίνησης λογισμικών ή συσκευών παρακολούθησης, με δυνατότητα υποκλοπής, καταγραφής και κάθε είδους άντλησης περιεχομένου ή και δεδομένων επικοινωνίας (κίνησης και θέσης), με τα οποία μπορούν να τελεσθούν οι πράξεις του άρθρου 370Α (άρθρο 370ΣΤ § 1 του ΠΚ): “δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις συγκεκριμένων πράξεων εκ μέρους της “INTELLEXA”, ακόμα κι αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι η εν λόγω εταιρεία συνέχιζε να δραστηριοποιείται εμπορικά στην Ελλάδα, μετά την 09-12-2022 και κατά τα έτη 2023 και 2024. Επομένως, από μόνη της, η εκτίμηση, από το δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, της σχετικής αναφοράς του Παναγιώτη ΚΟΥΤΣΙΟΥ, επ’ ακροατηρίω, ως αφορώσας τη δήθεν συνέχιση της κρίσιμης δραστηριότητας της εταιρίας “INTELLEXA” και μετά την 09-12-2022 (προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, διανομή, διακίνηση κλπ λογισμικού ή συσκευών παρακολούθησης), χωρίς την εισφορά και άλλων συγκεκριμένων στοιχείων στην ακροαματική διαδικασία, από την οποία να προκύπτει η ανωτέρω δραστηριότητα, δεν συνιστά νεότερο στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 43 § 6 του ΚΠΔ, τέτοιο, που, κατά την κρίση μας, να δικαιολογεί την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και την επανεξέταση της αρχειοθετηθείσας υπόθεσης”.

pagos

Τι είχε αποφασιστεί

Υπενθυμίζεται πως, στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου είχε διαβιβαστεί ένα σημαντικό μέρος της δικογραφίας των τηλεφωνικών υποκλοπών μέσω Predator, ύστερα από την πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ένοχους τέσσερις κατηγορούμενους στη δίκη για τις υποκλοπές (Λαβράνος, Μπίτζιος, Χάμου και Ντίλιαν).

Η Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας είχε μελετήσει τις 1930 σελίδες της πρωτόδικης απόφασης και κυρίως το διατακτικό αυτής, σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να διαβιβάσουν τα πρακτικά της δίκης στις εισαγγελικές αρχές προκειμένου να ερευνηθούν πρόσθετα αδικήματα και η εμπλοκή νέων προσώπων.

Στη συνέχεια κατά πληροφορίες, είχε αποφασίσει να διαβιβαστούν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ακολουθώντας την πορεία και της αρχικής προκαταρκτικής εξέτασης, τα εξής σκέλη τα οποία θα σχηματίσουν δύο ξεχωριστές δικογραφίες:

-Η διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας (148ΠΚ) από τους 4 καταδικασθέντες αλλά και τρίτα πρόσωπα εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού με δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης στα αρχεία καταγραφής και την έκταση των δεδομένων που μπορεί να αποσπασθούν σε συνδυασμό με τους αποδέκτες των μηνυμάτων που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το λογισμικό κατασκοπείας «Predator»» όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση.

-Η τυχόν ποινική ευθύνη συμμετοχικής δράσης στην τέλεση των ένδικων αξιόποινων πράξεων για 9 στελέχη των εμπλεκόμενων εταιρειών και τυχόν άλλων προσώπων, που κατά την απόφαση «δεν αποτελούσαν απλά εκτελεστικά όργανα των κατηγορουμένων, αλλά είχαν εξίσου πλήρη εικόνα καθώς και αποφασιστικές αρμοδιότητες επί των επιχειρήσεων».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα