Πότε έγινε ξανά κουλ η ομοφοβία;
Διαβάζεται σε 5'
Η ομοφοβία δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Σήμερα, όμως, επιστρέφει με νέο επικοινωνιακό περίβλημα, ως “θάρρος της άποψης”, “κοινή λογική” και αντίσταση στον υποτιθέμενο “woke φασισμό”. Άρθρο της Μαρίας Σωτηροπούλου στο NEWS 24/7.
- 13 Ιουνίου 2026 07:18
Με την πάροδο του χρόνου, η αλλαγή των ρόλων μέσα σε ένα κοινωνικό αφήγημα είναι συχνά πιο εύκολη απ’ όσο νομίζουμε. Το να αρχίσει κανείς να βάζει «καπελάκια» σε κοινωνικές ομάδες δεν απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια. Μας βολεύει να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους. Είναι, άλλωστε, ένα από τα πιο πρόχειρα εργαλεία με τα οποία ασκούμε κοινωνική κριτική.
Εξίσου εύκολα, όμως, αλλάζουν και αυτά τα «καπελάκια». Ένα τέτοιο rebranding φαίνεται να συμβαίνει σήμερα όχι μόνο σε κοινωνικές ομάδες, αλλά και σε βασικές αξίες, στάσεις και πολιτικές θέσεις. Κάπως έτσι, η ρητορική μίσους και η κανονικοποιημένη ομοφοβία φορούν ξανά τα καπέλα της αντισυστημικότητας, του θάρρους της άποψης, της ελευθερίας του λόγου και της αντίστασης απέναντι στην αποκαλούμενη – συνήθως από τους αντιπάλους της – «woke ατζέντας». Μια ατζέντα που παρουσιάζεται πλέον όχι ως διεκδίκηση ισότητας, αλλά ως ένας δήθεν νέος φασισμός, επειδή υποστηρίζει κάτι που κάποιοι επιμένουν να αποκαλούν «παράλογο».
Το ενδιαφέρον, βέβαια, δεν είναι ότι η ομοφοβία εξακολουθεί να υπάρχει. Το ενδιαφέρον είναι ότι, τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται στο δημόσιο πεδίο με ανανεωμένη αισθητική και διαφορετικό επικοινωνιακό περίβλημα. Δεν εμφανίζεται πάντα ως μίσος. Εμφανίζεται ως «κοινή λογική», ως «δικαίωμα στη διαφωνία», ως «κόντρα στην υπερβολή». Ως άρνηση να υποκύψει κανείς στο υποτιθέμενο καθεστώς της πολιτικής ορθότητας. Και κάπως έτσι, η αμφισβήτηση δικαιωμάτων μετατρέπεται, σχεδόν μαγικά, σε θαρραλέα αντίσταση.
«Μπράβο στους νέους που έχουν το θάρρος της γνώμης τους έναντι του παραλόγου!», «Συγχαρητήρια στα παιδιά που δεν φοβούνται να μιλήσουν!», «Επιτέλους κάποια τα είπε και δεν φοβάται τον φασισμό!», «Ο καθένας έχει την άποψή του, ελευθερία λόγου δεν έχουμε;». Τα σχόλια αυτά δεν υποστηρίζουν κάποιο κοινωνικό κίνημα διεκδίκησης ούτε απευθύνονται σε κοινωνικές μειονότητες που παλεύουν για τα αυτονόητα. Τα σχόλια αυτά βρίσκονταν κάτω από βίντεο στο TikTok, τα οποία, με τη μάσκα της ελευθερίας της έκφρασης, αναπαρήγαγαν κανονικοποιημένη ρητορική μίσους.
Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο cancel culture, όσο κι αν αυτό χρησιμοποιείται συχνά ως η πιο εύκολη εξήγηση. Περισσότερο μοιάζει με έναν ευρύτερο πολιτισμικό αντίλογο που το χρησιμοποιεί ως επικοινωνιακό όχημα. Σε έρευνα του Pew Research Center για το πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες το cancel culture, η ίδια έννοια εμφανίζεται διχασμένη. Για κάποιους συνδέεται με τη λογοδοσία, ενώ για άλλους με τη λογοκρισία και την τιμωρία. Σε αυτό το κενό ακριβώς πατά η σύγχρονη anti-woke ρητορική, μετατρέποντας την κοινωνική κριτική σε φίμωση, τη λογοδοσία σε διωγμό και, τελικά, τον φορέα μιας συντηρητικής ή μισαλλόδοξης άποψης σε θύμα ενός υποτιθέμενου καθεστώτος.
Σε ανάλυση του Frontiers in Political Science για την άνοδο των anti-woke κινημάτων στην Ευρώπη καταγράφεται πως συντηρητικοί πολιτικοί δρώντες υιοθετούν όλο και περισσότερο αυτή τη ρητορική, συχνά επικαλούμενοι την ελευθερία του λόγου, για να επιτεθούν σε ζητήματα που θεωρούν ασύμβατα με τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες. Η ίδια ανάλυση συνδέει τη ρητορική αυτή με την περιθωριοποίηση ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, τη μετανάστευση, το Ισλάμ, θεωρίες συνωμοσίας και ρητορική μίσους.
Το αποτέλεσμα είναι μια σχεδόν πλήρης αντιστροφή ρόλων. Οι μειονότητες, τα Pride, οι φεμινιστικές και ΛΟΑΤΚΙ+ διεκδικήσεις παρουσιάζονται ως «σύστημα», ενώ οι φωνές που αντιτίθενται σε αυτές εμφανίζονται ως αντισυστημικές. Έτσι, η ομοφοβία δεν αυτοπροσδιορίζεται πλέον ως ομοφοβία.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι λιγότερο βολική από το αφήγημα. Σύμφωνα με την έρευνα της European Union Agency for Fundamental Rights για το 2024, στην Ελλάδα το 45% των ΛΟΑΤΚΙ+ ερωτηθέντων δήλωσε ότι ένιωσε διακρίσεις σε τουλάχιστον έναν τομέα της ζωής του μέσα στον χρόνο πριν από την έρευνα, έναντι 37% στην ΕΕ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ίδια έρευνα δείχνει ότι, παρότι καταγράφεται μικρή μείωση στις αναφορές διακρίσεων, αυξάνονται οι αναφορές σωματικών ή σεξουαλικών επιθέσεων.
Με άλλα λόγια, η συζήτηση περί «woke φασισμού» δεν διεξάγεται σε ένα περιβάλλον όπου τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έχουν κατακτήσει κάποια υπερβολική κοινωνική ισχύ. Διεξάγεται σε ένα περιβάλλον όπου η μεγαλύτερη ορατότητα συνυπάρχει με διακρίσεις, παρενόχληση και βία.
Και μάλλον εδώ προκαλείται η βασική παρεξήγηση. Η ορατότητα δεν είναι εξουσία. Το ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα εμφανίζονται περισσότερο στη δημόσια σφαίρα, στη ποπ κουλτούρα, στις εταιρικές καμπάνιες ή στον δημόσιο λόγο, δεν σημαίνει ότι έχουν πάψει να βιώνουν αποκλεισμό. Σημαίνει απλώς ότι δεν είναι πια τόσο εύκολο να παραμένουν αόρατα. Για όσους, όμως, είχαν συνηθίσει να αντιλαμβάνονται τη δική τους εμπειρία ως μοναδική και αυτονόητη, αυτή η ορατότητα μοιάζει με επιβολή.
Για αυτό και η συζήτηση μετατοπίζεται από την ουσία των δικαιωμάτων στο υποτιθέμενο δικαίωμα κάποιων να τα αμφισβητούν χωρίς κοινωνικό κόστος. Δεν συζητάμε πλέον για το αν ένας άνθρωπος μπορεί να ζει, να αγαπά ή να κυκλοφορεί χωρίς φόβο, αλλά για το αν εκείνος που ενοχλείται από την ύπαρξή του έχει «δικαίωμα να το πει». Και εκεί, η ελευθερία του λόγου παύει να λειτουργεί ως δημοκρατική αρχή και γίνεται εργαλείο αναστροφής ρόλων.
*Η Μαρία Σωτηροπούλου είναι Πολιτική Επικοινωνιολόγος.