Τζιώτης: Η τελευταία ευκαιρία για τη Βουλιαγμένη
Διαβάζεται σε 9'
Ο Δημήτρης Τζιώτης γράφει στο NEWS 24/7 για τη μάχη επανασύστασης του ανεξάρτητου Δήμου Βουλιαγμένης, τις πιέσεις που απειλούν τη φυσιογνωμία της περιοχής και την ανάγκη να αποκτήσει ξανά η τοπική κοινωνία τα θεσμικά εργαλεία για να προστατεύσει την ταυτότητα και το μέλλον της.
- 03 Αυγούστου 2026 14:08
Η Βουλιαγμένη βρίσκεται σήμερα μπροστά στη σημαντικότερη πρόκληση της ιστορίας της. Η συζήτηση για το μέλλον της δεν αφορά πλέον μόνο την πολεοδομία, την ανάπτυξη ή το Νόμο Καλλικράτη, από τον οποίο ξεκίνησε η καταστροφή της. Αφορά την ίδια την ταυτότητά της. Η Βουλιαγμένη μεταλλάσσεται με ταχύτητα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν. Το φυσικό περιβάλλον πιέζεται, η κοινωνική της σύνθεση βιάζεται, η οικονομία της προσαρμόζεται στα παραδείγματα πόλεων που απειλούνται από τον υπερτουρισμό και οι μόνιμοι κάτοικοι βλέπουν τον τόπο τους να απομακρύνεται από όσα τον έκαναν μοναδικό.
Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που συσσωρεύτηκαν επί δεκαπέντε χρόνια. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η κατάργηση του ανεξάρτητου Δήμου Βουλιαγμένης. Από εκείνη τη στιγμή, η περιοχή έχασε το βασικότερο εργαλείο που διέθετε για να προστατεύει τη φυσιογνωμία της. Έχασε τη δυνατότητα να σχεδιάζει η ίδια το μέλλον της.
Η συζήτηση για την επανασύσταση του Δήμου Βουλιαγμένης αποκτά, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ιδιαίτερη σημασία. Αφορά στην προστασία ενός τόπου που δημιουργήθηκε μέσα από μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή και ο οποίος σήμερα κινδυνεύει να χαθεί.
Η Βουλιαγμένη δεν υπήρξε ποτέ άλλη μια περιοχή της Αττικής. Το ίδιο το ελληνικό κράτος το αναγνώρισε ήδη από το 1935, όταν η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη αποφάσισε την απόσπασή της από τη Βάρη και τη δημιουργία της Κοινότητας Βουλιαγμένης. Η επιλογή αυτή δεν έγινε για λόγους πληθυσμιακούς ούτε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Έγινε επειδή η Βουλιαγμένη ήταν τόσο μοναδική που έπρεπε να προστατευτεί.
Το όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη Βουλιαγμένη στηρίχθηκε στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, στη χαμηλή δόμηση, στην αρχιτεκτονική ποιότητα και στη δημιουργία ενός διεθνούς παραθαλάσσιου προορισμού που θα ξεχώριζε ακριβώς επειδή δεν θα έμοιαζε με τους υπόλοιπους.
Το 1985, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησε ακόμη ένα βήμα, αναγνωρίζοντας τη Βουλιαγμένη ως ανεξάρτητο Δήμο. Η Βουλιαγμένη είχε αποκτήσει διοικητική ωριμότητα, οικονομική αυτοτέλεια και μια σαφή περιβαλλοντική ταυτότητα.
Είναι εντυπωσιακό ότι τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις, σε διαφορετικές εποχές, κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα. Η Βουλιαγμένη δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη περιοχή της Αττικής. Η προστασία της απαιτούσε δική της αυτοδιοικητική οργάνωση.
Αυτό ακριβώς ανατράπηκε το 2010. Με τον «Καλλικράτη», η Βουλιαγμένη εντάχθηκε σε έναν μεγάλο δήμο μαζί με τη Βούλα και τη Βάρη, που κατασκευάσθηκε στα χαρτιά. Λόγω της οικονομικής κρίσης, οι συνενώσεις των δήμων στηρίχθηκαν σε δημοσιονομικά κριτήρια. Η ιστορία κάθε περιοχής, η πολεοδομική της εξέλιξη, το φυσικό της περιβάλλον και οι ιδιαίτερες ανάγκες της έμειναν σε δεύτερο πλάνο. Η λογική των μεγάλων διοικητικών σχημάτων υπερίσχυσε της τοπικής ταυτότητας.
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ξέχασαν τις αρχές των ιδρυτών τους, τόσο του Κωνσταντίνου Καραμανλή όσο και του Ανδρέα Παπανδρέου.
Η περιοχή έπαψε να αποτελεί το αποκλειστικό αντικείμενο μιας δημοτικής διοίκησης. Οι ανάγκες της εντάχθηκαν σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο, όπου συνυπήρχαν διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές κοινωνικές απαιτήσεις και διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης.
Το Υπόμνημα του Δημάρχου Κασσιδόκωστα
Η εξέλιξη αυτή είχε προβλεφθεί με εντυπωσιακή ακρίβεια. Λίγους μήνες πριν από την εφαρμογή του «Καλλικράτη», ο επί είκοσι τέσσερα χρόνια δήμαρχος Βουλιαγμένης, Γρηγόρης Κασιδόκωστας, κατέθεσε στο Υπουργείο Εσωτερικών ένα αναλυτικό υπόμνημα, με το οποίο ζητούσε να εξαιρεθεί η Βουλιαγμένη από τις υποχρεωτικές συνενώσεις. Το ενδιαφέρον του υπομνήματος δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι υπερασπιζόταν την αυτονομία του Δήμου. Βρίσκεται κυρίως στο ότι τεκμηρίωνε γιατί η Βουλιαγμένη αποτελούσε μια μοναδική περίπτωση για ολόκληρη τη χώρα.
Ο Δήμος Βουλιαγμένης δεν ήταν ένας μικρός δήμος που αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της διοίκησης. Ήταν ένας πλήρως οργανωμένος δήμος, με οικονομική αυτοτέλεια, διοικητική επάρκεια και διαχειριστική ικανότητα. Διέθετε Τεχνική Υπηρεσία, Οικονομική Υπηρεσία, Πολεοδομικό Γραφείο, Δημοτική Αστυνομία, Υπηρεσία Πρασίνου και Περιβάλλοντος, υπηρεσίες πυρασφάλειας, κοινωνικής πρόνοιας, δημοτικό ιατρείο, νομική υπηρεσία, πληροφορική και διαχειριστική επάρκεια για την υλοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Πολλοί μεγαλύτεροι δήμοι εκείνης της περιόδου δεν διέθεταν αντίστοιχη οργάνωση.
Η οικονομική του κατάσταση ήταν εξίσου ισχυρή. Ο Δήμος χρηματοδοτούσε μόνος του το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του, χωρίς να εξαρτάται από έκτακτες κρατικές ενισχύσεις. Είχε τη δυνατότητα να σχεδιάζει έργα, να τα υλοποιεί και να διατηρεί υψηλό επίπεδο δημοτικών υπηρεσιών. Η αυτοτέλεια δεν αποτελούσε αίτημα. Ήταν μια πραγματικότητα που είχε ήδη αποδειχθεί στην πράξη.
Το σημαντικότερο όμως επιχείρημα του υπομνήματος δεν ήταν διοικητικό. Ήταν περιβαλλοντικό. Η Βουλιαγμένη αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φυσικά τοπία της Αττικής. Περίπου το εβδομήντα τοις εκατό της έκτασής της καλυπτόταν από πράσινο. Η Λίμνη Βουλιαγμένης προστατευόταν από ειδικά προεδρικά διατάγματα. Μεγάλο τμήμα της περιοχής υπαγόταν σε ιδιαίτερα καθεστώτα περιβαλλοντικής προστασίας. Οι όροι δόμησης ήταν αυστηρότεροι από τις περισσότερες περιοχές της Αττικής. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν αποτελούσε μία ακόμη δημοτική αρμοδιότητα. Αποτελούσε τον πυρήνα της δημοτικής πολιτικής.
Αυτό ήταν και το ουσιαστικό μήνυμα του υπομνήματος. Η Βουλιαγμένη ζητούσε να παραμείνει ανεξάρτητη επειδή είχε διαφορετική αποστολή. Η διοίκηση ενός τόσο ευαίσθητου παράκτιου οικοσυστήματος απαιτούσε καθημερινή ενασχόληση, εξειδικευμένες πολιτικές και απόλυτη προτεραιότητα στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Μέσα σε έναν μεγάλο δήμο, όπου συνυπήρχαν διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές πιέσεις, αυτή η προτεραιότητα ήταν αναπόφευκτο να εξασθενήσει.
Η πρόβλεψη που επιβεβαιώθηκε
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η πρόβλεψη του Γρηγόρη Κασσιδόκωστα επιβεβαιώνεται απόλυτα. Η Βουλιαγμένη εξακολουθεί να είναι ένας από τους ομορφότερους τόπους της Ελλάδας. Η φυσιογνωμία της όμως μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς. Οι επενδυτικές πιέσεις αυξάνονται συνεχώς. Η εικόνα της περιοχής μεταλλάσσεται μέσα από εκατοντάδες παρεμβάσεις που συσσωρεύονται χρόνο με τον χρόνο.
Η εικόνα όμως της Βουλιαγμένης δεν αλλάζει μόνο πολεοδομικά. Μεταβάλλεται και κοινωνικά. Για πολλές δεκαετίες η Βουλιαγμένη ήταν μια ζωντανή κοινότητα. Οι οικογένειες παρέμεναν στον τόπο τους για γενιές. Οι γειτονιές διατηρούσαν τη συνοχή τους. Η τοπική αγορά εξυπηρετούσε πρωτίστως τους κατοίκους της περιοχής και στη συνέχεια τους επισκέπτες. Η σχέση των ανθρώπων με τον τόπο ήταν σχέση καθημερινής ζωής.
Η εικόνα αυτή μεταβάλλεται δραματικά. Νέοι άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Βουλιαγμένη αδυνατούν να αγοράσουν ή ακόμη και να ενοικιάσουν κατοικία στην περιοχή. Οικογένειες που έζησαν εκεί επί δεκαετίες αναγκάζονται να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές, καθώς το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία της πόλης. Μια πόλη αποκτά ταυτότητα μέσα από τους ανθρώπους της. Οι γειτονιές αποκτούν χαρακτήρα όταν οι κάτοικοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί, όταν οι επιχειρήσεις εξυπηρετούν μια σταθερή τοπική κοινωνία. Όσο μειώνεται ο μόνιμος πληθυσμός και αυξάνονται οι κατοικίες που χρησιμοποιούνται περιστασιακά ή αποκλειστικά ως επενδυτικά ακίνητα, τόσο αποδυναμώνεται η κοινωνική συνοχή που χαρακτήριζε διαχρονικά τη Βουλιαγμένη.
Παράλληλα μεταβάλλεται και η οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής. Η τοπική οικονομία προσαρμόζεται ολοένα περισσότερο στις ανάγκες του επισκέπτη και ολοένα λιγότερο στις ανάγκες του μόνιμου κατοίκου. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τις τιμές. Αφορά τον συνολικό προσανατολισμό της οικονομικής δραστηριότητας. Η κατοικία αντιμετωπίζεται ως επένδυση. Η γη ως χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Η ανάπτυξη μετριέται κυρίως με την αξία των συναλλαγών και πολύ λιγότερο με την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή.
Η μάχη του αυτονόητου
Αντίστοιχες συζητήσεις διεξάγονται σήμερα στη Βαρκελώνη, στη Βενετία, στη Λισαβόνα, στη Μαγιόρκα και σε άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου οι τοπικές κοινωνίες αναζητούν τρόπους να προστατεύσουν την καθημερινή ζωή απέναντι στις πιέσεις του υπερτουρισμού και της διεθνούς αγοράς ακινήτων. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι πολλές από αυτές τις περιοχές διαθέτουν ισχυρούς τοπικούς θεσμούς και μεγαλύτερο βαθμό αυτοδιοικητικής αυτονομίας, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προσαρμοσμένα στις δικές τους ανάγκες.
Η Βουλιαγμένη ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Από το 2010 και μετά, η δυνατότητα να σχεδιάζει η ίδια τις προτεραιότητές της περιορίστηκε σημαντικά. Οι αποφάσεις για έναν τόπο με μοναδικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά εντάχθηκαν σε μια ευρύτερη διοικητική λογική, όπου η Βουλιαγμένη αποτελεί μία μόνο από τις δημοτικές ενότητες του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης. Η πραγματικότητα αυτή δυσκολεύει αντικειμενικά την εφαρμογή μιας εξειδικευμένης πολιτικής αποκλειστικά για τις ανάγκες της περιοχής.
Γι’ αυτό η επανασύσταση του Δήμου Βουλιαγμένης αποτελεί τη μοναδική επιλογή για να διασωθεί ένα μέρος της ταυτότητας αυτού του τόπου για τις επόμενες γενιές. Αποτελεί τη μοναδική επιλογή να αποκτήσει ξανά η τοπική κοινωνία τα θεσμικά εργαλεία που απαιτούνται για να προστατεύσει το φυσικό περιβάλλον, να διαφυλάξει τη χαμηλή δόμηση, να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της ανεξέλεγκτης τουριστικής ανάπτυξης, να στηρίξει τους μόνιμους κατοίκους και να σχεδιάσει ένα μέλλον που θα υπηρετεί πρώτα τον τόπο και ύστερα την αγορά.
Η Βουλιαγμένη δεν χρειάζεται να γίνει κάτι διαφορετικό. Χρειάζεται να διατηρήσει εκείνα που την έκαναν μοναδική. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της επανασύστασης του ανεξάρτητου Δήμου Βουλιαγμένης. Και αυτή είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να διασωθεί η ταυτότητα ενός τόπου της Ελλάδας που κινδυνεύει να χαθεί για πάντα.
Με την πρόταση που κατέθεσε η ΕΛΑΣ στο Σχέδιο Αριστοτέλης για τη νέα αρχιτεκτονική του ελληνικού κράτους, ο Αλέξης Τσίπρας είπε τη μεγάλη αλήθεια, έκανε την αρχή. Τώρα είναι υποχρέωση, τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, να διορθώσουν το μεγάλο λάθος τους.
* Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας. Το νέο βιβλίο του με τίτλο «Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση