1821

Η Ευρώπη των Ελλήνων

GBWFAR geography / travel, Germany, Greece, war of independence, 1821 - 1829, The Sacred Band of Thebes figthing against the Turk, Turkish men, print, published by Friedrich Campe, private collevtion, Additional-Rights-Clearences-Not Available. Image shot 1800. Exact date unknown.
ALAMY STOCK PHOTO

Η έννοια της Ευρώπης για τους Έλληνες είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σημασία που είχε η Ελλάδα για την Ευρώπη∙ η αρχαία Ελλάδα, ως λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού ήδη από τον 18ο αιώνα, κατοχύρωνε  την ανωτερότητα των Ευρωπαίων απέναντι  στον υπόλοιπο κόσμο.

Έτσι, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, η κλασική Ελλάδα είχε γίνει το πρότυπο κάθε ευρωπαϊκής αστικής κοινωνίας. Οι νεότεροι Έλληνες, λοιπόν, δεν χρειάστηκε, όπως άλλοι λαοί, να επινοήσουν ή να επανεπινοήσουν οι ίδιοι το ιστορικό τους παρελθόν.

Παρά το ότι η συγκυρία της Επανάστασης δεν επέτρεψε την αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού των Ελλήνων, η δημιουργία του κράτους, ωστόσο, θα αποτελέσει σημαντική τομή στις σχέσεις τους με την «προστάτιδα» Ευρώπη. Στα νέα συμφραζόμενα, η ελληνική εθνική ιδέα παύει πλέον να έχει για τους Ευρωπαίους το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ και ο φιλελληνισμός είχε αρχίσει να εκλείπει με το τέλος της Επανάστασης. Όχι τόσο γιατί οι Ευρωπαίοι διαπίστωναν ότι οι Νεοέλληνες δεν έμοιαζαν στα αρχαία αγάλματα ούτε και διέθεταν τη σοφία του Σωκράτη και την εντιμότητα του Αριστείδη, αλλά κυρίως επειδή δεν μπορούσαν να δεχθούν αυτό που για τους κατοίκους του νεαρού βασιλείου ήταν αυτονόητο: ότι η δημιουργία του κράτους ήταν η απαρχή της διαδικασίας επέκτασής του. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ο ελληνικός αλυτρωτισμός συνιστούσε στοιχείο ανυπακοής της Ελλάδας απέναντι τους.

Από την πλευρά τους οι Έλληνες, έχοντας υιοθετήσει για τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) τον όρο «προστάτιδες» -χωρίς αυτός να εμφανίζεται σε κανένα επίσημο κείμενο-, καθιστούσαν σαφή τον τρόπο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν τις ευρωπαϊκές εγγυήσεις για τη δημιουργία του κράτους τους∙ η δεδομένη εξάρτησή τους από τους «ισχυρούς», στους οποίους αναγνώριζαν ότι όφειλαν την ύπαρξή τους, σήμαινε παράλληλα την υποστήριξη που περίμεναν στη μετέπειτα πορεία τους. Έτσι η οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτό το «δεδομένο» εκλαμβανόταν ως «αθέτηση» της «υποχρέωσής» τους. Άλλωστε τα τρία κόμματα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης μαρτυρούν τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι επαναστατημένοι Έλληνες στη στήριξη της Ευρώπης και την προτίμησή τους στη Δύναμη, της οποίας την επέμβαση ευνοούσαν ή προσδοκούσαν περισσότερο. Η «υποχρέωση» όμως αυτή των Ευρωπαίων είχε πολύ βαθύτερες ρίζες από τις «ευθύνες» που ανέλαβαν οι Δυνάμεις απέναντι στο νεοσύστατο κράτος μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου: σήμαινε ότι όφειλαν να εξαργυρώσουν πολιτικά την πνευματική οφειλή τους απέναντι στην αρχαία Ελλάδα.

Η φιλελληνική στάση της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, είχε πείσει τους Έλληνες ότι ως το «κατεξοχήν έθνος» ήταν οι εκλεκτοί των Ευρωπαίων. Γρήγορα ωστόσο θα απογοητευτούν από τη στάση των εγγυητών της ανεξαρτησίας τους απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα. Αδυνατώντας να κατανοήσουν τα αίτια της αλλαγής, προσπαθούσαν να πείσουν τους «ευεργέτες» τους για τα δίκαια των ελληνικών διεκδικήσεων, όταν με αφορμή τις κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος ξεσηκώνονται εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος, το 1853, θα διαλύσει τις αυταπάτες των Ελλήνων για μία νομοτελειακά φιλελληνική Ευρώπη και θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη δοκιμασία στις σχέσεις της Ελλάδας με τους «ευεργέτες» της, προσφέροντας παράλληλα τις προϋποθέσεις ώστε, στη συνείδηση των περισσότερων Ελλήνων, η Ρωσία να διαχωριστεί από τις υπόλοιπες εγγυήτριες Δυνάμεις. Άλλωστε, με πολιτισμικά κριτήρια, η ομόδοξη Δύναμη δεν ανήκε, τουλάχιστον για τους δυτικότροπους Έλληνες, στην Ευρώπη, ενώ οι «ανατολικοί» και το ρωσικό κόμμα, θεωρούσαν ότι η Ρωσία αντιπροσώπευε το σημαντικότερο στοιχείο της ταυτότητάς τους: τη θρησκεία τους, η οποία τους διαφοροποιούσε και τους προφύλασσε από το «δυτικό πνεύμα». Η Ανατολική αυτή κρίση λοιπόν, που οδήγησε στο κοινό μέτωπο της Αγγλίας και της Γαλλίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εναντίον της Ρωσίας, ανέδειξε τη θρησκεία ως το κατεξοχήν επιχείρημα των Ελλήνων εναντίον των δύο χριστιανικών Δυνάμεων που προτίμησαν την ημισέληνο και το κοράνι έναντι του σταυρού και του ευαγγελίου.

Αν όμως η Ευρώπη απογοήτευσε τους Έλληνες ως «προστάτιδα» Δύναμη που δεν υποστήριξε «το αγαπημένο παιδί της» στις πρώτες του προσπάθειες για την εθνική ολοκλήρωση, στο ζήτημα των θεσμών και του Συντάγματος θα γίνει το απόλυτο πρότυπο και το στήριγμά τους εναντίον της βαυαρικής απολυταρχίας.

Τα προοδευτικά Συντάγματα της Επανάστασης και οι υποσχέσεις των Δυνάμεων, και κυρίως της Αγγλίας, για συνταγματική διακυβέρνηση, είχαν δημιουργήσει προσδοκίες στους Έλληνες για άμεση παραχώρηση Συντάγματος, οι οποίες διαψεύστηκαν από την εγκαθίδρυση απόλυτης μοναρχίας. Από την πλευρά τους, οι Βαυαροί υποστήριζαν ότι αυτό το καθεστώς ήταν το απαραίτητο μεταβατικό στάδιο, προκειμένου οι Έλληνες να διδαχθούν τους σύγχρονους θεσμούς ώστε να εξελιχθούν σε ένα δυτικού τύπου κράτος. Από την άλλη, οι δυτικές ευρωπαϊκές Δυνάμεις, ενοχλημένες από την πολιτική των Βαυαρών και του Όθωνα, στήριζαν, αν και με διαφοροποιήσεις και διακυμάνσεις, τα συνταγματικά αιτήματα των Ελλήνων, χωρίς όμως να έχουν πεισθεί για την συνταγματική τους ωριμότητα. Η έστω και έμμεση ανάμειξή τους στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ενθουσίασε τους επαναστάτες, οι οποίοι θεώρησαν τους «φωτισμένους» Ευρωπαίους ως σωτήρες της Ελλάδας από τον βαυαρικό αυταρχισμό, επιβεβαιώνοντας έτσι τον ρόλο τους ως «προστάτιδων» και εγγυητριών της ανεξαρτησίας τους. Αφετέρου, στη συνείδηση μεγάλης μερίδας Ελλήνων, το Σύνταγμα συνιστούσε μεταξύ άλλων και το απαραίτητο «διαβατήριο» ώστε η Ελλάδα να εισέλθει «στον ευρωπαϊκό κόσμο» και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των «φωτισμένων εθνών».

Ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Ναυμαχία του Ναυαρίνου. ALAMY STOCK PHOTO

Η εικόνα της Ευρώπης, όμως, θα κλονιστεί όταν αυτή θα θεωρηθεί υπεύθυνη για τους περιορισμούς που τέθηκαν στο νέο Σύνταγμα∙ η συνεργασία της Αγγλίας και της Γαλλίας με τον Λουδοβίκο Α΄ της Βαυαρίας, με στόχο να διατηρηθούν ισχυρές οι εξουσίες του μονάρχη, η οποία συμπαρέσυρε τους αρχηγούς των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ρωσικού, προκάλεσε την αντίδραση εκείνων που εναντιώθηκαν σε αυτή τη σύμπραξη, αλλά και του Τύπου. Για τη νεόκοπη αυτή αντιπολίτευση, η «φωτισμένη» Δύση δεν θα είναι πλέον ο αντίποδας των απολυταρχικών Βαυαρών, αλλά θα ταυτίζεται μαζί τους, δημιουργώντας έναν νέο διαχωρισμό ανάμεσα στους υποστηρικτές του έθνους και τους «ξένους»∙ πολλώ δε μάλλον που οι τελευταίοι θα θεωρηθούν υπεύθυνοι για τη θέσπιση του «ξένου σώματος» της Γερουσίας και την ισοβιότητα των μελών της.

Η «φωτισμένη» Ευρώπη, ωστόσο, μπορεί στο ζήτημα των θεσμών και του Συντάγματος να ήταν πρότυπο και καθοδηγητής του ελληνικού βασιλείου στα πρώτα του βήματα, στα θέματα της θρησκείας όμως οι «δυτικοί» θεωρήθηκαν επικίνδυνοι από μεγάλη μερίδα Ελλήνων.

Η πρωτοβουλία των «ετερόδοξων» καθολικών Βαυαρών να δημιουργήσουν αυτοκέφαλη, ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο Ελλαδική Εκκλησία (1833), προκάλεσε ζωηρές αντιπαραθέσεις στην ελληνική κοινωνία, διχάζοντας τους Έλληνες σε «ανατολικούς» και «δυτικούς». Για τη φιλορωσική φιλορθόδοξη μερίδα, η Δυτική Ευρώπη θα ξαναγίνει η «χώρα των Λατίνων» και η «μισητή Δύση» που ευθυνόταν για τα δεινά του ελληνισμού, το δε Αυτοκέφαλο κρίθηκε υπεύθυνο για την αποκοπή του Βασιλείου από τις εθνικές ρίζες του, και κατά συνέπεια επιζήμιο για την εθνική ολοκλήρωση. Οι υποστηρικτές της ανεξάρτητης Ελλαδικής Εκκλησίας θα ταυτιστούν από τους αντιπάλους τους με τους «επικίνδυνους» καθολικούς και προτεστάντες. Η φιλοδυτική μερίδα από την πλευρά της, συνεπής στο πνεύμα του Κοραή και του Φαρμακίδη, θα υπερασπίζεται την ανεξάρτητη από την κυριαρχία του Σουλτάνου Εκκλησία.

Παράλληλα η παρουσία των προτεσταντών ιεραποστόλων θα πυροδοτήσει έντονες διαφωνίες ανάμεσα στις δύο πλευρές της Ορθοδοξίας∙ τα «ξένα ήθη», οι «ξένες θρησκείες», τα «ξένα φρονήματα» στην εκπαίδευση των νέων θα θεωρηθούν από τους «ανατολικούς» ως μείζων απειλή για τον «εθνισμό» των Ελλήνων, εν αντιθέσει με τους «δυτικούς», που θεώρησαν την εκπαίδευση που παρείχαν οι μισιονάριοι ως συμβολή στον «φωτισμό» των Ελλήνων. Οι αντιπαραθέσεις θα γίνονται όλο και πιο έντονες, ιδίως στα τέλη της δεκαετίας του 1830, ενώ ανησυχία θα προξενήσει και η δράση της Καθολικής Εκκλησίας στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί όμως, η πολιτική της θα θεωρηθεί επικίνδυνη και από τις δύο πλευρές της Ορθοδοξίας∙ ο Καθολικισμός και ο «σατανικός» Πάπας, επιβαρυμένοι με το τραύμα που προξένησε στον ελληνισμό η τέταρτη Σταυροφορία, εκλαμβάνονται ως απειλή και αρνητικό θρησκευτικό πρότυπο και από την δυτικότροπη μερίδα των Ελλήνων.

Ο συμβιβασμός που επήλθε ανάμεσα στην Αθήνα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 1850, εξασφάλισε την επικράτηση του καισαροπαπισμού, μολονότι μακροπρόθεσμα η «δυτική» πλευρά δεν θα βγει κερδισμένη. Η επιτήρηση της Εκκλησίας από το κράτος τής έδινε απλώς τη δυνατότητα να ταυτιστεί με την πολιτική του ελληνικού βασιλείου και, από εδώ και στο εξής, να το στηρίζει απέναντι στην όποια «επικίνδυνη» δυτικότροπη απειλή.

Στη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα οι Έλληνες θα συνεχίσουν να απογοητεύονται από την Ευρώπη που θεωρούνταν υπεύθυνη για την ακύρωση κάθε απόπειρας των Ελλήνων για την εθνική ολοκλήρωση. Ο αντιδυτικισμός συνεχώς αυξάνεται με αποκορύφωμα την περίοδο μετά τον ήττα του 1897. Τώρα όμως ο αντιευρωπαϊσμός δεν θα στοχεύει μόνο την πολιτική της Ευρώπης, αλλά κυρίως τις ευρωπαϊκές ιδέες και τα δυτικά πρότυπα. Στις βαθύτατες πολιτικές διαιρέσεις που ήρθαν στην επιφάνεια την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, αναμφίβολα η Ευρώπη, στη συντηρητική ή την προοδευτική της μορφή, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ως σύμβολο του Διαφωτισμού χρησιμοποιήθηκε ως εκφοβισμός από τους μεν για να απομακρυνθεί η φιλελεύθερη δημοκρατία και να διαφυλαχθεί η εθνική ενότητα, ενώ η αυταρχική όψη της Ευρώπης, την οποία τότε εκπροσωπούσε η Γερμανία, χρησιμοποιήθηκε από τους αντιπάλους ως απειλή για τον πολιτισμό, τη Δημοκρατία και τις πανανθρώπινες αξίες. Σταθερή πάντως διατηρήθηκε η προσήλωση της μιας πλευράς των Ελλήνων στη «φωτισμένη Ευρώπη». Το άλλο στρατόπεδο παρέμεινε ακλόνητο στην απόρριψή της∙ ξεκινώντας από τη Ρωσία, τον ομόδοξο θεματοφύλακα της ανατολικής του ταυτότητας, θα βρίσκει πάντα ερείσματα στον εκάστοτε αντίπαλο του «δυτικού πνεύματος».

  • Η Λίνα Λούβη ειναι Καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας
    Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
    "Νεότερη Ιστορία: Πολιτική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους (19ος-20ος αιώνας)"

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: 1821, Ιστορία, Ελλάδα 2021, Πάντειο
SHARE: