ΙΟΝ: Πωλητής και αγοραστής θέλουν να ξεπεράσουν τους "μύθους" τους

ΙΟΝ
ΙΟΝ EUROKINISSI

Μια σύμπραξη με πολλούς συμβολισμούς, αλλά και οικονομικές συνέργειες.

Τους τελευταίους μήνες, οι επιχειρηματικές συμφωνίες και εξαγορές ελληνικών εταιρειών δεν έχουν λείψει, συνοδευόμενες μάλιστα από αποτιμήσεις που ζαλίζουν. Η εξαγορά ωστόσο της ΙΟΝ από τον Σπ.Θεοδωρόπουλο, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς αφορά δύο φορείς –αγοραστή και πωλητή- που έχουν φτιάξει τους μύθους τους, και ίσως προσπαθούν να τους ξεπεράσουν..

Η ΙΟΝ, στα 92 χρόνια παρουσίας της στην Ελλάδα έχει καταστήσει τα προϊόντα της εν πολλοίς, ως «εθνικά». Η οικονομική της κατάσταση ήταν και παραμένει ανθηρή, άρα δεν ανήκει στην κατηγορία των συμφωνιών «ανάγκης», που είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια, ούτε βεβαίως κατατάσσεται ανάμεσα στις νεοφυείς επιχειρήσεις με τις «κρυμμένες» υπεραξίες.

ADVERTISING

Παρέμενε επί χρόνια μια μαζεμένη, καλής απόδοσης επιχείρηση, η οποία ωστόσο από το σύνολο του κύκλου εργασιών της εξήγαγε μόλις το 10%-14% σε διαχρονική βάση. Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα οικονομικά στοιχεία, το 2020, ο τζίρος της ΙΟΝ, ήταν 118,9 εκατ. ευρώ, τα κέρδη EBITDA στα 19 εκατ.ευρώ και τα κέρδη προ φόρων στα 11,7 εκατ. ευρώ. Το ενεργητικό της ανερχόταν σε 145,6 εκατ. ευρώ, η καθαρή θέση της στα 77,3 εκατ. ευρώ, οι συνολικές της υποχρεώσεις στα 65,6 εκατ. ευρώ, ενώ απασχολούσε 931 εργαζομένους, διαθέτοντας τρεις μονάδες σε Αθήνα, Άρτα και Σόφια.

Προφανώς δεν είχε ανάγκη να πουληθεί, αλλά δυσκολευόταν και να διεθνοποιηθεί, μια και ο ανταγωνισμός στην κατηγορία της είναι τεράστιος. Αν και η ΙΟΝ Αμυγδάλου – που λανσαρίστηκε το 1947!- παραμένει η «πρώτη αγάπη και παντοτινή» για τους Έλληνες, η Σοκοφρέτα και η Noisseta έχουν αποτυπωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο, αλλά και η πιο νεαρή Break αποτέλεσε ένα από τα πιο επιτυχημένα λανσαρίσματα της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, εν τούτοις, η ΙΟΝ είχε μικρό αποτύπωμα στο διεθνή ανταγωνισμό.

Πολλά έχουν υπονοηθεί, όσον αφορά τη διαδοχή στην εταιρεία, για την οικογενειακή διοίκηση κ.ο.κ. ωστόσο, τίποτα από τα παραπάνω τα προηγούμενα χρόνια δεν ζημίωσαν την εταιρεία. Εξάλλου πολλάκις έχει δεχθεί κρούσεις εξαγορών (είχε μάλιστα παραχωρήσει το 25% της εταιρεία στην πολυεθνική Kraft, νυν Mondelez το 1988, ποσοστό που επαναγοράστηκε το 1998), αλλά και προτάσεις από Nestle, Vivartia κ.α., χωρίς να υποκύψει. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το «μαλακό υπογάστριο» των πωλητών, εν προκειμένω της Τίνας Κωτσιοπούλου, διαδόχου στη διοίκηση της οικογενειακής επιχείρησης, που την οδήγησε να αποδεχθεί την πρόταση Θεοδωρόπουλου, ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία, που παράγοντες της αγοράς εκτιμούν πως το συγκεκριμένο deal σηματοδοτεί μια οργανωμένη προσπάθεια «εξωστρέφειας» του ελληνικού τροφίμου.

Δεν υπήρξε έρευνα, ανάλυση, υπουργικός λόγος και κυβερνητική πρωτοβουλία τα τελευταία χρονιά που να μην προτάσσει ως κλάδο αιχμής το τρόφιμο. Στο πλαίσιο αυτό ο Σπ.Θεοδωρόπουλος υπήρξε MVP. Έχτισε μια εταιρεία διεθνούς βεληνεκούς, όπου ο διεθνής τζίρος της αφορούσε το 90% του συνολικού της. Προσπάθησε να δημιουργήσει μέγεθος και μέσω της Vivartia αλλά δεν τα βρήκαν, με τον επίσης ισχυρό Δ. Δασκαλόπουλο. Πούλησε τελικώς το δημιούργημα του στην Mondelez, κατακτώντας περίοπτη θέση στο επιχειρηματικό Hall of Fame.

Το έχει να καταστήσει την ΙΟΝ global brand; O χρόνος θα δείξει. Στο μεταξύ, πληροφορίες συμπληρώνουν το πάζλ της συμφωνίας, καθώς ο επιχειρηματίας Σπ. Θεοδωρόπουλος φέρεται να διατηρεί εταιρείες πρώτων υλών, οι οποίες βρέθηκαν προφανώς εκτός περιμέτρου του deal με την Chipita, και οι οποίες αναζητούν συνέργειες με νέες εταιρείες. Μήπως ΙΟΝ?

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Οικονομία
SHARE:

24Media Network