Πολιτική απογυμνωμένη από κάθε ηθική; Οχι στο όνομά μας…
Διαβάζεται σε 4'
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Μπένιαμιν Νετανιάχου ανοίγει θέματα που ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά όρια της πολιτικής κριτικής.
- 26 Σεπτεμβρίου 2026 07:13
Η κάθε κυβέρνηση ασκεί πολιτική σύμφωνα με το πρόγραμμά της και τους εν γένει στόχους της λαμβάνοντας τη σχετική εντολή από το εκλογικό σώμα.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η κάθε κυβέρνηση βρίσκεται σε θέση να πράττει ότι θέλει άσχετα από τις επιθυμίες και τη θέληση της κοινής γνώμης.
Δεν συγκυβερνά, προφανώς, η κυβέρνηση με την κοινή γνώμη αλλά οφείλει να εντοπίζει τη χρυσή τομή έτσι ώστε να μην διακρίνεται δυσαρμονία μεταξύ των δύο.
Με τη συνάντησή του με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχασε αυτή τη μάχη από τα αποδυτήρια. Δεν έδειξε να τον ενδιαφέρει, όμως εμείς οφείλουμε να το επισημαίνουμε.
Το να συναντά ο Ελληνας Πρωθυπουργός καταζητούμενο (από το Διεθνές Δικαστήριο) ξένο ηγέτη του οποίου η χώρα διεξάγει γενοκτονία κατά άλλης χώρας με τη βούλα του ΟΗΕ αποτελεί επιλογή που δεν βρίσκει σύμφωνο μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού. Προκαλεί, κοντολογίς, το δημόσιο αίσθημα, δημιουργεί δυσαρέσκεια αλλά και οργή.
Μήπως η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη για συνάντηση με τον Νετανιάχου έχει να κάνει με το ρεαλισμό και τον πραγματισμό που χαρακτηρίζει τις διεθνείς σχέσεις;
Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς (και να βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια) ότι ο ρεαλισμός δεν μπορεί να ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με τον κυνισμό.
Ρεαλιστικό, ας πούμε, ήταν να καταλήξει σε μία συμφωνία η Ελλάδα με τη Βόρεια Μακεδονία για το όνομα της δεύτερης όπως πράγματι συνέβη με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Αυτή ήταν μία ρεαλιστική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η στενή συμμαχία τη σήμερον ημέρα με το Ισραήλ και οι “θερμές” συναντήσεις του Ελληνα ηγέτη με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό δεν συνιστούν πραγματισμό αλλά βαθύ κυνισμό. Η ελληνική εξωτερική πολιτική δείχνει να απογυμνώνεται από κάθε είδους ηθική την ώρα μάλιστα που στη χρόνια διαμάχη της με την Τουρκία επικαλείται συνεχώς το διεθνές δίκαιο, δηλαδή το νόμο, το όποιο δίκαιο.
Η στάση της δημιουργεί συγχύσεις και δεν μπορεί να έχει κανένα λαϊκό έρεισμα. Και ήταν, την ίδια ώρα, κάτι παραπάνω από άστοχο ο Κυριάκος Μητσοτάκης να υποδέχεται με χαμόγελα και χειραψίες τον άνθρωπο ο οποίος με την παρουσία του άδειασε την κεντρικά σάλα του ΟΗΕ κατά την ομιλία του. Ακόμα και το τάιμινγκ, εκτός όλων των άλλων, ήταν κάκιστο.
Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μία στενή ηθικολογία, λαϊκίστικου τύπου, την οποία πράγματι θα μπορούσε να ξεπεράσει η ελληνική κυβέρνηση. Η περίπτωση είναι αρκούντως πιο σοβαρή και εν προκειμένω ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Από τη μία η εκάστοτε κυβέρνηση δεν χρειάζεται έγκριση για την κάθε της κίνηση, από την άλλη όμως οι πολίτες δεν δίνουν σε καμία περίπτωση λευκή επιταγή να γίνονται στο όνομά τους πράγματα που δεν εκφράζουν στοιχειωδώς τις αξίες τους.
Μπορεί μία κυβέρνηση να πορεύεται χωρίς την παραμικρή ηθική πυξίδα, ακόμα και στο σημερινό κόσμο των πολλαπλών γεωπολιτικών προκλήσεων και του γενικευμένου κυνισμού; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.
Σε διαφορετική περίπτωση η εκάστοτε κυβέρνηση πορεύεται σε μονοπάτια στα οποία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να βαδίσουν οι πολίτες της χώρας της, άσχετα αν την επέλεξαν με την ψήφο τους ή όχι. “Σπάει” κάθε είδους συμβόλαιο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων χωρίς οι τελευταίοι να διαθέτουν τη δυνατότητα της ανάκλησης της εντολής τους παρά μόνο όταν έρχεται η ώρα των επόμενων εκλογών.
Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι η δημοκρατία. Η πολιτική, που ασκείται στο όνομα των πολιτών, δεν νοείται να κινείται σε σύμπαντα από τα οποία απουσιάζει κάθε ηθικός φραγμός και στα οποία κυριαρχεί το στυγνό συμφέρον, έτσι όπως οι εκάστοτε κυβερνώντες το ορίζουν.
Δικαίως, μετά τα όσα συνέβησαν στη Νέα Υόρκη, οι πολίτες μπορούν να βροντοφωνάξουν όχι στο όνομά μας και να το εννοούν πραγματικά. Πρόκειται για ένα είδος πολιτικής ανυπακοής, ιδιαίτερα γόνιμης και μάλλον επιβεβλημένης από την κοινή αντίληψη περί δικαίου.