Πρότζεκτ Μαρφίν: Όταν η αμφιβολία γίνεται καθήκον του πολίτη
Διαβάζεται σε 5'
Η τήρηση της νομιμότητας είναι η πραγματική τιμή στη μνήμη των θυμάτων και σεβασμός στους συγγενείς τους. Τα άλλα είναι απλή πολιτική σπέκουλα από εκείνους που έκαναν μότο του αυταρχισμού και της πολιτικής αλαζονείας το “Ναι, αλλά για τη Μαρφίν δε λέτε τίποτα”.
- 20 Ιουλίου 2026 06:06
Στις 3 Οκτωβρίου 2013 ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σ. Κεδίκογλου έλεγε στην τηλεόραση «οι τρεις δράστες έχουν συλληφθεί, έχουν ταυτοποιηθεί και έχουν απαγγελθεί κατηγορίες(…), είναι αυτοί που ήταν έξω από την τράπεζα και έβαλαν τη φωτιά».
Τι προηγήθηκε; Μια ανώνυμη γραπτή καταγγελία “αυτόπτη μάρτυρα” ένα χρόνο μετά το έγκλημα της Marfin έδινε τρεις υπόπτους. Ποτέ δεν ερευνήθηκε ποιος έστειλε το ανώνυμο γράμμα. Δε χρειαζόταν άλλωστε: τα ΜΜΕ καλλιεργούσαν κλίμα απόλυτης βεβαιότητας για την επιτυχία των αρχών και την ενοχή των κατηγορουμένων. Μεγαλοδημοσιογράφοι και μικροδημοσιογράφοι προδίκαζαν, δίκαζαν και καταδίκαζαν. Στιγματιζόταν σαν φίλος τρομοκρατών και εμπρηστών όποιος υπενθύμιζε πως οφείλουν να είναι ακλόνητα τα στοιχεία για να μιλάμε για εξιχνίαση.
Ήταν ένα μεγάλο επικοινωνιακό παιχνίδι. Το μήνυμα ήταν πως σχεδόν περίττευε ακόμα και η διεξαγωγή δίκης. «Αυτοί είναι, τι το ψάχνετε;» έλεγαν. Τρία χρόνια μετά υπήρξε ομόφωνη αθωωτική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. Αν τους ακούγαμε, οι αθώοι εμπλεκόμενοι θα βρίσκονταν σήμερα ακόμα στη φυλακή.
Θα έλεγε κανείς ότι αυτό θα γινόταν μάθημα. Μάθημα για την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της, για το υπουργείο να σοβαρευτεί, για τα ΜΜΕ να μη μετέχουν σε κατασκευή ενόχων. Μάθημα και για εμάς, να σκεφτόμαστε και να θυμόμαστε.
Κι όμως, σήμερα ζούμε πάλι σε τέτοιο κλίμα με τις συλλήψεις υπόπτων. Δεν αναφέρομαι στην ουσία της υπόθεσης, αυτή -ελπίζουμε πως- θα φανεί στο δικαστήριο. Εξάλλου, κάποιος καλόπιστος θα πει ότι μπορεί αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά τα πράγματα παρά τα φιάσκα του παρελθόντος. Έλα μου όμως που οι ομοιότητες είναι εξόχως ανησυχητικές: πάλι ανώνυμη επιστολή, μέιλ αυτή τη φορά, πάλι αμφισβητούμενα στοιχεία, πάλι αντίστοιχο κλίμα θριαμβολογίας και τρομολαγνείας.
Έχουμε δικαίωμα να αμφιβάλλουμε; Ναι, έχουμε κάθε δικαίωμα. Και υποχρέωση θα έλεγα.
Πρώτον, το οφείλουμε στους συγγενείς των θυμάτων να μη γίνεται η μνήμη των ανθρώπων τους κλοτσοσκούφι σε επικοινωνιακά πολιτικά παιχνίδια. Αυτός που σέβεται τους νεκρούς και τους οικείους τους, απαιτεί να γίνει σωστή έρευνα και εξιχνίαση. Δεν τους σέβεται όποιος στήνει προσωπική και κομματική καμπάνια πάνω στη στάχτη της Μαρφίν. Και είναι άξια μνείας η αξιοπρεπής και μετρημένη στάση των συγγενών, σε αντίθεση με εκείνο το μέρος της πολιτικής τάξης που γυρεύει να κάνει ταμείο στον πόνο τους.
Δεύτερον, έχουμε υποχρέωση να αμφιβάλλουμε γιατί το δικαιούται το καταρρακωμένο κράτος δικαίου που αυτή τη στιγμή αντανακλάται στα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Για άλλη μια φορά εξαπολύθηκε επικοινωνιακή καταιγίδα: κυβέρνηση και πρόθυμοι «δημοσιογράφοι» με διαρροές, βεβαιότητες και ενίοτε ασύστολα ψεύδη προδικάζουν την ενοχή των συλληφθέντων. Καμιά επιφύλαξη, η υπόθεση εμφανίζεται ως εξιχνιασθείσα. Υποδεικνύουν στη δικαιοσύνη την απόφαση που θέλουν. Και τα λένε αυτοί που θυμούνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και το τεκμήριο αθωότητας κάθε φορά που γαλάζια στελέχη πιάνονται με γίδες στην πλάτη.
Κάντε ένα απλό πείραμα, μια αναζήτηση στο διαδίκτυο με σχετικές λέξεις κλειδιά για την «εξιχνίαση της Μαρφίν». Θα δείτε τα ίδια κείμενα, τους ίδιους τίτλους, τα ίδια σχόλια αυτολεξεί σε σειρά ΜΜΕ. Δεν είναι δημοσιογράφοι αυτοί που υπογράφουν, δε γνωρίζουν τι θα πει διασταύρωση και έλεγχος της πληροφορίας. Είναι χειριστές του φωτοτυπικού που αναπαράγει τις διαρροές του υπουργείου.
Η τραγωδία της Μαρφίν έπαψε από χρόνια να αποτελεί απλώς μια δύσκολη αστυνομική υπόθεση. Η δεξιά και η ακροδεξιά την έκαναν το ιερό δισκοπότηρο της μνημονιακής και μεταμνημονιακής περιόδου, τρανταχτή απόδειξη της ιδεολογικής τους ηγεμονίας. Όχι γιατί δεν είναι σοβαρό έγκλημα, όχι γιατί δεν πρέπει να διαλευκανθεί. Αλλά ακριβώς γιατί πάνω σε μια υπόθεση που απαιτεί σοβαρή ερευνητική αστυνομική δουλειά σε συνθήκες ψυχραιμίας και επαγγελματισμού, έχει στηθεί ένα τεράστιο πολιτικό πρότζεκτ ιδεολογικού πολέμου, στοχοποίησης πολιτικών και κοινωνικών χώρων. Είναι το προσωπικό στοίχημα του διαχρονικού υπουργού δημόσιας τάξης που καταπίνει αμάσητη κάθε αστυνομική αυθαιρεσία και σκουπίζει από πάνω του κάθε αποτυχία χρεώνοντάς την σε διαχρονικές παθογένειες (καλός μαθητής του πρωθυπουργού γαρ).
Το να ζητάμε να τηρηθούν οι κανόνες του κράτους δικαίου ισοδυναμεί με το πραγματικό αίτημα να συλληφθούν και να λογοδοτήσουν οι δράστες του απαίσιου εγκλήματος. Η τήρηση της νομιμότητας είναι η πραγματική τιμή στη μνήμη των θυμάτων και σεβασμός στους συγγενείς τους. Τα άλλα είναι απλή πολιτική σπέκουλα από εκείνους που έκαναν μότο του αυταρχισμού και της πολιτικής αλαζονείας το «Ναι, αλλά για τη Μαρφίν δε λέτε τίποτα».
Με εργαλείο τη Μαρφίν και στο όνομα της ασφάλειας εκπονείται από την κυβέρνηση και μερίδα των ΜΜΕ μια τεράστια πολιτική επιχείρηση με διπλή στόχευση: να στριμώχνει τους αντιπάλους και να κλιμακώνει τον αυταρχισμό. Με αυτή την ατζέντα θα πάνε στις εκλογές.
Τι μήνυμα εκπέμπουν καθημερινά; Ότι κάθε δυναμική αντίδραση οδηγεί στην τρομοκρατία και σε νέες Μαρφίν. Μας λένε ότι αυτό που ξεκινάει με πορείες, τρικάκια και συνθήματα σε έναν τοίχο, θα πάει στις συμβολικές καταλήψεις και θα καταλήξει σε μολότοφ, βόμβες και πολιτικές δολοφονίες. Άρα, κάθε λαϊκή αντίδραση θέτει τη δημόσια ασφάλεια σε διακινδύνευση.
Αρκεί μια ματιά στον τρόπο αστυνόμευσης κάθε πορείας για να γίνει σαφές τι εννοούμε: όλοι θεωρούνται δυνάμει κουκουλοφόροι και τρομοκράτες. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι έχει συρρικνωθεί. Πάνω σε αυτή την μυθοπλασία της μηδενικής ανοχής χορεύει μια κυβέρνηση φτιαγμένη από σκάνδαλα και φαυλότητα.
Επιλογικά: το αυτονόητο τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων έχει γίνει κουρέλι. Αλλά να είμαστε σαφείς. Ούτε η κυβέρνηση και οι διωκτικές αρχές, φορείς τάχα θεσμικής και επιχειρησιακής σοβαρότητας, δεν έχουν τεκμήριο αθωότητας. Το έχουν χάσει σε μια σειρά υποθέσεων. Στα μάτια πολλών μάλιστα, τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο έχουν τεκμήριο ενοχής.
Αυτό δικαιολογεί την καχυποψία. Αυτό κάνει την αμφιβολία καθήκον του πολίτη.