Να μη χάσει η Ελλάδα τις ευκαιρίες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης

Η ρομποτική στην Ελλάδα
Η ρομποτική στην Ελλάδα INTIME NEWS

Η καθηγήτρια Ρομποτικής Διάνα Βουτυράκου, συμμετέχοντας στο αφιέρωμα "Η Ελλάδα στο μέλλον", γράφει στο NEWS 24/7 για τις λύσεις που προσφέρει η τεχνολογία, αρκεί να είναι ανθρωποκεντρική και για την ανάγκη χρηματοδότησης της έρευνας, για να μην είναι η χώρα μας ουραγός των εξελίξεων.

Η ρομποτική είναι ένας κλάδος που ήδη κατέχει μία σημαντική θέση στην ανθρώπινη καθημερινότητα αλλά και στην εργασία. Το 2020 εκτιμάται ότι χρησιμοποιούνταν 12 εκτατομμύρια ρομποτικές μονάδες παγκοσμίως, ενώ μόνο μεταξύ 2017 και 2020 προστέθηκαν 1.7 εκατομμύρια ρομπότ στη βιομηχανία.

Στον αντίποδα της αυξητικής αυτής τάσης όμως, ο αριθμός των βιομηχανικών ρομπότ σύμφωνα με την International Federation of Robotics στην Ελλάδα ανέρχεται σε 17 ανά 10.000 εργαζομένους -με αρκετές μελέτες να σημειώνουν ότι ο πραγματικός αριθμός είναι ακόμα μικρότερος-, όταν ο αντίστοχος Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 114 ρομπότ ανά 10.000 εργαζομένους.

Με γνώμονα τα παραπάνω, δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα/ανησυχία σχετικά με το μέλλον της ρομποτικής στη χώρα τόσο σε σχέση με την ανάπτυξη όσο και με την υιοθέτηση ρομποτικών λύσεων, που όπως κάθε πολύπλοκο πρόβλημα απαιτεί σύνθετες λύσεις.

  Αρχικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα  για την ανάπτυξη ρομποτικών μηχανημάτων πηγάζει από το γεγονός ότι βασική προϋπόθεση της είναι η ύπαρξη κατάλληλων βιομηχανικών υποδομών. Η απουσία αυτών στην Ελλάδα, είναι ένας από τους κύριους λόγους που οι εγχώριες εταιρείες ρομποτικής ασχολούνται κυρίως με consulting, δηλαδή τροποποιούν εισαγόμενα ρομποτικά συστήματα (π.χ. βραχίονες) ώστε να εναρμονίζονται στις ανάγκες και τις απαιτήσεις του εκάστοτε πελάτη τους.

Επιπρόσθετα,  η πανδημία του covid-19,  ενίσχυσε ή/και επιτάχυνε την εδραίωση remote εργασιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο χώρο λοιπόν της ρομποτικής η εξ αποστάσεως εργασιά θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία τόσο για διακρατικές συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων, εταιρειών ή ερευνητικών κέντρων όσο και για εργασία σε μεγάλες βιομηχανίες ρομποτικής του εξωτερικού έχοντας ως βάση την Ελλάδα.

 Χωρίζοντας έπειτα τη ρομποτική σε επιμέρους κλάδους όπως η μηχανολογία, η ηλεκτρολογία ή η ανάπτυξη λογισμικού, θα εντοπίσουμε κλάδους που μπορούν να εξελιχθούν άμεσα στη χώρα μας προσπερνόντας την τροχοπέδη της έλλειψης υποδομών.

Για παράδειγμα η έρευνα και ο σχεδιασμός της ανάπτυξης ενός “έξυπνου” λογισμικού ή της βελτίωσης/βελτιστοποίησης ρομποτικών λύσεων θα μπορούσαν να αποτελούν ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι προάγεται η καινοτομία και φυσικά υπάρχει η αναγκαία τεχνογνωσία.

  Δυστυχώς ούτε και σε αυτόν των τομέα τα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά, αφού μόλις 1 στις 4 επιχειρήσεις στη χώρα διαθέτει τμήμα R&D, ενώ εκτιμάται πως μόλις 55.000 άνθρωποι, εργάζονται σε τομείς έρευνας και ανάπτυξης.

Παράλληλα όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος σε αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας ανέρχεται σε στατιστικά 106,84 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους, στην Ελλάδα ο αντίστοιχος αριθμός αιτήσεων είναι 8,38.  Επιπλέον και στο δημόσιο τομέα η κατάσταση είναι παρόμοια ιδιαίτερα και λόγω των μειωμένων κονδυλίων για έρευνα στα δημόσια πανεπιστήμια και τη μη επαρκή δημόσια χρηματοδότηση σε ερευνητικά κέντρα.

Οι ερευνητές-υποψήφιοι διδάκτορες στα ελληνικά πανεπιστήμια σε αντίθεση με τα πανεπιστήμια του εξωτερικού κατά κανόνα εργάζονται αμισθί και συνεπώς αναλαμβάνουν παράλληλα με την έρευνά τους εξωτερικές εργασίες για την κάλυψη των αναγκών τους, κάτι που δικαιολογεί και το ότι μόλις το 1,4% των υποψήφιων διδακτόρων στην Ελλάδα είναι από χώρες του εξωτερικού όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε 21,4%.  Τα παραπάνω στατιστικά αποτελούν και μερικούς από τους λόγους για την τελευταία θέση της Ελλάδας στη δημιουργία φιλικού περιβάλλοντος για καινοτομία.

Οι προκλήσεις είναι πολλές και η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει αν θα προηγηθεί στις εξελίξεις των καιρών μας ή θα τις ακολουθήσει καθυστερημένα.

Για να μπορέσει λοιπόν η ρομποτική να ευδοκοιμήσει στο μέλλον στην Ελλάδα απαιτείται η διαμόρφωση των  κατάλληλων συνθηκών που όπως όλα γύρω μας, ξεκινούν από το κομμάτι της εκπαίδευσης.

Για αυτό το λόγο, θα πρέπει οι φοιτητές να λαμβάνουν την απαραίτητη τεχνογνωσία κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό πλαίσιο, με γνώμονα ότι αυτοί θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς εργαζόμενους και ερευνητές.

Χρειάζεται λοιπόν η άμεση δημιουργία σύγχρονων και πλήρως εξοπλισμένων εργαστηρίων στα δημόσια Πανεπιστημιακά ιδρύματα, καθώς αξιόλογο ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό διαθέτουν ήδη, κάτι που θα επιτευχθεί μόνο με την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τις πανεπιστημιακές υποδομές.

Έπειτα στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης απαιτείται η άμεση και αυξανόμενη χρηματοδότηση ερευνητικών έργων μέσα από τη  διαμόρφωση ενός πολιτικού συστήματος του θα παρέχει κίνητρα τόσο στον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα να επενδύει στο R&D, και φυσικά η εν συνεχεία σχεδίαση των αναγκαίων ενεργειών για διασφάλιση της οικονομικής και παραγωγικής αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων αυτών.

Ένα πιο κοντινό μέλλον για τη ρομποτική στη χώρα, που ελπίζω να αρχίσουμε να επιδιώκουμε περισσότερο, έγγυται στο κομμάτι της άμεσης και ευρείας υιοθέτησης ρομποτικών λύσεων σε διάφορους τομείς όπως η ιατρική, η εκπαίδευση, η βιομηχανία με αυτοσκοπό την βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων. Και για να διασφαλισθεί αυτή η ανθρωποκεντρική μετάβαση στην νέα τεχνολογική εποχή χρειάζεται η διεπιστημονική και δια βίου εκπαίδευση των δημιουργών των ρομποτικών λύσεων, αλλά και των τελικών χρηστών τους είτε αυτοί είναι γιατροί, είτε νομικοί, είτε εκπαιδευτικοί.

Παράλληλα έμφαση, θα πρέπει να δίνεται αφενός στις συνεργατικές -διατμηματικές, διακρατικές- λύσεις και αφετέρου στην εκπαίδευση όλων των ειδικοτήτων στην επιστήμη της Ηθικής, που θα πρέπει να μελετάται σε κάθε ρομποτική -ή και τεχνολογική- εφεύρεση. Τέλος ο ψηφιακός εγγραμματισμός των πολιτών πρέπει να είναι κυρίαρχο μέλημα, της πολιτείας συλλογικά και κάθε ενός ατόμου ξεχωριστά, καθώς δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε ένα τεχνολογικό αύριο που οι πολίτες δεν θα μπορούν να συμμετέχουν σε αυτό, ή και να το κατανοήσουν.

Η 4η βιομηχανική επανάσταση είναι η νέα πραγματικότητα και η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να την αντιμετωπίσει ως μία ευκαιρία για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη και υιοθέτηση ανθρωποκεντρικών ρομποτικών λύσεων.

Η χώρα μας διαθέτει στη βάση της το ανθρώπινο δυναμικό, ικανό να συμβάλει σε καινοτόμες εξελίξεις, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει ρομποτικές λύσεις, ένα δυναμικό που πρέπει να επιδιώκουμε  να κρατήσουμε στη χώρα μας επιβραβεύοντας και διευκολύνοντας την έρευνά του.

Για να αξιοποιηθεί λοιπόν σωστά, προϋποθέτει μία κρατική υποστήριξη (οικονομική, ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και διευκόλυνση της γραφειοκρατίας στην έρευνα) και μία συνέργια του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην ενίσχυση της έρευνας και της μετέπειτα εφαρμογής της.

Χρειάζεται ακόμα η τεχνολογική κατάρτιση κάθε νέου, αφού σε οποιοδήποτε σχεδόν επάγγελμα του μέλλοντος θα αξιοποιεί με κάποιο τρόπο την τεχνολογία και φυσικά η εκπαίδευση των πολιτών μεγαλύτερων ηλικιών, ώστε να εξασφαλισθεί ότι η τεχνολογική αυτή πρόοδος δεν θα οδηγήσει στον αποκλεισμό από την εργασία, την καθημερινότητα ή τα κοινά, κανενός πολίτη.

Πηγές Στατιστικών Δεδομένων: IMARC Group , Διανεοσις, International Federation of Robotics, Hellenic Institute for Advanced Studies, ΕΝΑ Ιnstitute

*Η Διάνα Βουτυράκου είναι Καθηγήτρια εκπαιδευτικής ρομποτικής και ιδρύτρια της ΜΚΟ Unique Minds

27 άρθρα σημαντικών προσωπικοτήτων που μοιράζονται σκέψεις και απόψεις για την Ελλάδα και τη θέση της στο μέλλον. Ανακαλύψτε περισσότερα στο αφιέρωμα "2022: Η Ελλάδα Στο Μέλλον"

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Τεχνολογία, Κορονοϊός, τηλεργασία, έρευνα
SHARE: