Γαλλία: 250 γυναίκες κατήγγειλαν υπάλληλο υπουργείου ότι τις νάρκωνε για να τις βλέπει να ουρούν πάνω τους
Διαβάζεται σε 10'
Απίστευτη υπόθεση στη Γαλλία, με 250 γυναίκες να καταγγέλλουν υπάλληλο του υπουργείου Πολιτισμού, ότι τους έδινε κρυφά διουρητικά σε υποτιθέμενες συνεντεύξεις για δουλειά, ώστε να τις βλέπει να ουρούν πάνω τους.
- 19 Αυγούστου 2026 12:55
Μια νέα ανατριχιαστική υπόθεση στη Γαλλία, που προκαλεί σοκ και αποτροπιασμό, βλέπει το “φως” της δημοσιότητας.
Σχεδόν 250 γυναίκες πιστεύεται ότι έπεσαν θύματα του Κριστιάν Νεγκρ, ενός ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου του υπουργείου Πολιτισμού, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα 2009 και 2018, υποβάλλοντάς τες σε αυτό που είναι γνωστό ως “χημική υποταγή” (=η χρήση φαρμακευτικών ή άλλων ουσιών με σκοπό να αποκτήσει κάποιος έλεγχο πάνω σε ένα άλλο άτομο).
Η έννοια της “χημικής υποταγής” βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτηση, όταν αποκύφθηκε η υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό στη Γαλλία το 2024. Ο σύζυγός της κρίθηκε ένοχος ότι τη νάρκωνε και προσκαλούσε αγνώστους να τη βιάσουν, ενώ εκείνη ήταν αναίσθητη.
Ειδικότερα, ο Νεγκρ καλούσε γυναίκες σε υποτιθέμενες συνεντεύξεις για δουλειά και κατά τη διάρκεια αυτών, τους χορηγούσε κρυφά διουρητικά. Η δράση του γινόταν, συνήθως, μέσω ενός καφέ που τους προσέφερε, ενώ σκοπός του ήταν οι γυναίκες αυτές να φτάσουν σε σημείο που δεν άντεχαν να συγκρατήσουν την ανάγκη τους για ούρηση και εν τέλει να ουρήσουν είτε πάνω τους είτε μπροστά του σε δημόσια θέα.
Η αστυνομία εκτιμά ότι ο Νεγκρ χρησιμοποιούσε διουρητικά, φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων, μεταξύ των οποίων και η υπέρταση, και τα οποία προκαλούν αυξημένη παραγωγή ούρων από τον οργανισμό.
Οι μαρτυρίες των θυμάτων του Νεγκρ – Οι περιπτώσεις της Αναΐς και της Μαρί-Ελέν
Ήταν Ιούλιος του 2011 και η Αναΐς, τότε 27 ετών, βρισκόταν σε συνέντευξη για μια θέση εργασίας στο υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, στο Παρίσι. Συνήθως δεν έπινε καφέ, αλλά όταν ο Νεγκρ της πρόσφερε έναν, εκείνη δέχθηκε από ευγένεια. Όπως αφηγείται στο BBC Global Women, εκείνος έφτιαξε ο ίδιος τον καφέ, όμως «είχε άσχημη γεύση… οπότε ήπια περίπου τον μισό».
Η συνάντηση είχε αρχίσει στο γραφείο, αλλά λίγα λεπτά αργότερα ο Νεγκρ πρότεινε να βγουν έξω. Καθώς περπατούσαν στους δρόμους του Παρισιού, η Αναΐς άρχισε να αισθάνεται μια ανεξήγητη και ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει. Λέει ότι του είπε πως έπρεπε επειγόντως να βρει τουαλέτα.
«Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και μου είπε: “Α, θέλεις να κάνεις τσίσα;”». «Ένιωσα σαν παιδί. Μου φάνηκε πολύ παράξενος ο τρόπος που με κοίταζε, σχεδόν με ευχαρίστηση».
Σύμφωνα με την ίδια, ο Νεγκρ την οδήγησε στην πόρτα μιας αποθήκης κάτω από μια γέφυρα στον Σηκουάνα και της είπε: «Μπορείς να τα κάνεις εδώ». «Άρχισα να πανικοβάλλομαι», συνεχίζει η Αναΐς. Θεωρώντας ότι η κατάσταση ήταν «υπερβολικά παράξενη», επέμεινε να συνεχίσουν τον δρόμο τους.
Πήγαν προς το Λούβρο για να χρησιμοποιήσει τις τουαλέτες εκεί, αλλά η είσοδος κόστιζε ένα ευρώ και η ίδια είχε αφήσει το πορτοφόλι της στα γραφεία του υπουργείου. Ο Νεγκρ της είπε ότι ούτε εκείνος είχε μετρητά.
Απεγνωσμένη και πονώντας από την προσπάθεια να συγκρατηθεί, η Αναΐς βρήκε ένα καφέ που της επέτρεψε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.
«Ήμουν πραγματικά πολύ αδύναμη. Δεν μπορούσα πια να νιώσω καλά τα πόδια μου», λέει η Αναΐς ντε Βος. «Φοβήθηκα. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε». Καθώς πλησίαζε στην τουαλέτα, έχασε τον έλεγχο και ούρησε πάνω της.
Ύστερα από τρεις ώρες μαζί με τον Νεγκρ, λέει ότι «ένιωθα ζαλισμένη και εξαντλημένη». Δεν πήρε τη δουλειά και, παρότι είχε υποψίες για εκείνον, δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει ακριβώς τι ήταν αυτό που την είχε κάνει να αισθανθεί τόσο άβολα.
Το 2019, όμως, έλαβε μια επιστολή από την αστυνομία. Όταν συναντήθηκε με τους αστυνομικούς, πληροφορήθηκε ότι μάλλον η ίδια ήταν μία από τις σχεδόν 250 γυναίκες – θύματα του Νεγκρ, ο οποίος κατηγορούνταν ότι τις είχε ναρκώσει ή τους είχε χορηγήσει ουσίες κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων για υποτιθέμενες θέσεις εργασίας στο υπουργείο.
«Σοκαρίστηκα», λέει. «Αλλά χάρηκα που έμαθα ότι δεν ήμουν τρελή. Κάτι είχε πράγματι συμβεί εκείνη την ημέρα». Την ημέρα που συνάντησε τον Νεγκρ, είχε περάσει στιγμιαία από το μυαλό της Αναΐς η σκέψη ότι ίσως είχε ρίξει κάτι στο ποτό της. Την απέρριψε, όμως, λέγοντας στον εαυτό της: «Είναι το υπουργείο Πολιτισμού. Δεν είναι δυνατόν».
Μια άλλη γυναίκα, που, επίσης, έπεσε θύμα του Νεγκρ, η Μαρί-Ελέν Μπρις, περιγράφει ένα παρόμοιο, τραυματικό περιστατικό. Ο ίδιος της είχε πάρει συνέντευξη για μια θέση στο υπουργείο Πολιτισμού το 2016.
Η ίδια λέει ότι της είπε πως έδειχνε αγχωμένη και της πρότεινε να βγουν για έναν περίπατο ώστε «να ηρεμήσει». Καθώς όμως περπατούσαν κατά μήκος του καναλιού, η Μαρί-Ελέν, όπως και η Αναΐς, άρχισε να αισθάνεται μια ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει, η οποία σύντομα της προκαλούσε έντονο πόνο.
Όπως λέει, ο Νεγκρ τής είπε ότι γνώριζε μια δημόσια τουαλέτα εκεί κοντά, αλλά όταν έφτασαν στο σημείο δεν υπήρχε καμία τουαλέτα. «Είχα αρχίσει πραγματικά να υποφέρω… Ο πόνος είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που είχα ασπρίσει, είχα χλωμιάσει και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου», λέει.
Η Μαρί-Ελέν λέει ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ουρήσει σε δημόσιο χώρο. Ο Νεγκρ, όπως αναφέρει, προσφέρθηκε να την καλύψει με το σακάκι του. «Ντρεπόμουν τρομερά», λέει. «Δεν πήρε στιγμή τα μάτια του από πάνω μου».
Όπως και η Αναΐς, δέχθηκε και εκείνη τηλεφώνημα από την αστυνομία, η οποία την ενημέρωσε ότι συγκαταλεγόταν στα φερόμενα θύματα του Νεγκρ. «Ήταν τεράστιο σοκ», προσθέτει. Η Μαρί-Ελέν λέει ότι, πέρα από την ψυχολογική επιβάρυνση, έχει μείνει και με προβλήματα στο ουροποιητικό σύστημα.
Εξηγεί ότι, παρότι όσα συνέβησαν ενδέχεται να μη συνάδουν με την εικόνα που συνήθως έχει ο κόσμος για μια υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης, η ίδια δεν έχει καμία αμφιβολία για το τι της συνέβη: «Δέχθηκα επίθεση, με νάρκωσαν, με δηλητηρίασαν, αλλά για μένα πρόκειται ξεκάθαρα για σεξουαλική επίθεση».
Ο φάκελος με τα “Πειράματα P”
Η Αναΐς αναφέρει ότι η αστυνομία τής είπε πως στον υπολογιστή του Νεγκρ είχε βρεθεί ένα υπολογιστικό φύλλο με στοιχεία των φερόμενων θυμάτων του, με τίτλο «Experiments P» («Πειράματα P»), και ότι μέσω αυτού κατάφεραν να την εντοπίσουν.
Σύμφωνα με την ίδια, στο έγγραφο καταγράφονταν η ώρα άφιξης των γυναικών για τη συνέντευξή τους, η ώρα που τους χορηγούνταν το διουρητικό, πόσος χρόνος περνούσε μέχρι να ουρήσουν, καθώς και τι εσώρουχα φορούσαν.
Η έρευνα σε βάρος του Νεγκρ ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2018, όταν ένας συνάδελφός του τον έπιασε να φωτογραφίζει μια γυναίκα κάτω από ένα τραπέζι, όπως ανέφερε η εισαγγελία σε ανακοίνωση που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους.
Αρχικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τη θέση του ως περιφερειακός διευθυντής Πολιτιστικών Υποθέσεων και στη συνέχεια, το 2019, απολύθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού.
Οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι το 2018 ο ίδιος είχε παραδεχθεί στους ερευνητές πως είχε «επιβάλει ταπεινωτικές καταστάσεις σε γυναίκες» κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων για εργασία.
Ο Νεγκρ, ο οποίος είναι σήμερα άνω των 60 ετών, βρίσκεται υπό επίσημη δικαστική έρευνα για κατηγορίες που περιλαμβάνουν τη χορήγηση ουσιών, την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και τη σεξουαλική επίθεση. Αναμένει να δικαστεί.
Το ζήτημα της “χημικής υποταγής”
Το ζήτημα της “χημικής υποταγής” έχει αναδείξει στη Γαλλία η βουλευτής Σαντρίν Ζοσό. Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας για το θέμα, όταν ο Γάλλος γερουσιαστής Ζοέλ Γκεριό κρίθηκε φέτος ένοχος ότι είχε ρίξει έκσταση στο ποτό της με σκοπό να της επιτεθεί σεξουαλικά.
Η Ζοσό υποστηρίζει ότι επί μακρόν η Γαλλία δεν έκανε αρκετά ούτε για να στηρίξει τις γυναίκες στις οποίες είχαν χορηγηθεί εν αγνοία τους ουσίες, ούτε για να οδηγήσει τους δράστες στη Δικαιοσύνη.
Με δική της πρωτοβουλία τέθηκε φέτος σε εφαρμογή ένα πιλοτικό πρόγραμμα, βάσει του οποίου γυναίκες που υποψιάζονται ότι τους έχει χορηγηθεί κάποια ουσία εν αγνοία τους μπορούν να δώσουν δείγματα αίματος, ούρων ή μαλλιών σε εργαστήριο για εξέταση, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως να έχουν υποβάλει επίσημη καταγγελία στην αστυνομία.
«Ο κόσμος κινητοποιείται, τα θύματα μιλούν περισσότερο, υποβάλλονται περισσότερες καταγγελίες, και αυτό είναι σημαντικό», λέει η Ζοσό στο BBC Global Women.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιορισμοί. Η Αναΐς, η Μαρί-Ελέν και πολλά ακόμη από τα φερόμενα θύματα του Νεγκρ δεν είχαν υποψιαστεί ότι τους είχε χορηγηθεί κάποια ουσία – και αν οι εξετάσεις δεν γίνουν πολύ σύντομα μετά τη χορήγησή της, οι ουσίες παύουν να ανιχνεύονται σε δείγματα αίματος και ούρων. Στα μαλλιά, οι ουσίες μπορούν να ανιχνευθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ωστόσο όσο περνά ο καιρός γίνεται δυσκολότερο να προσδιοριστεί πότε ακριβώς χορηγήθηκαν.
Η χρήση διουρητικών με αυτόν τον τρόπο είναι «εξαιρετικά ασυνήθιστη», σύμφωνα με τον καθηγητή Ζαν-Κλοντ Αλβαρέζ, ο οποίος είναι επικεφαλής του πιλοτικού προγράμματος στο νοσοκομείο Raymond-Poincaré AP-HP. Όπως λέει, στα 26 χρόνια που εργάζεται ως τοξικολόγος δεν έχει συναντήσει ποτέ κάτι παρόμοιο.
Το εργαστήριο ελέγχει συστηματικά για 400 διαφορετικές ουσίες και «πλέον, στη Γαλλία, αναζητούμε και διουρητικά», προσθέτει.
Έχουν περάσει πλέον 15 χρόνια από τη συνάντηση της Αναΐς με τον Νεγκρ και επτά χρόνια από τότε που μίλησε για πρώτη φορά στην αστυνομία. Όπως και πολλές από τις υπόλοιπες καταγγέλλουσες, δηλώνει απογοητευμένη από τον χρόνο που απαιτείται μέχρι να φτάσει η υπόθεση του Νεγκρ στο δικαστήριο.
Στο μεταξύ, ο φερόμενος ως δράστης συνέχισε να εργάζεται στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού, σύμφωνα με τη Fondation des Femmes, οργάνωση για τα δικαιώματα των γυναικών που στηρίζει περίπου 30 από τις γυναίκες που εμπλέκονται στην υπόθεση.
«Τα πάντα προκαλούν αναστάτωση και είμαι θυμωμένη με τον τρόπο που μας αντιμετωπίζουν», λέει η Αναΐς, η οποία είναι σήμερα 42 ετών. Όπως αναφέρει, μίλησε για πρώτη φορά στην αστυνομία το 2019, αλλά στη συνέχεια δεν είχε καμία ενημέρωση για την υπόθεση μέχρι το 2023, παρότι είχε στείλει επανειλημμένα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις Αρχές. «Για τέσσερα χρόνια ήμουν μόνη, γνωρίζοντας ότι είχα υπάρξει θύμα. Δεν ήξερα τι να κάνω», λέει. «Είμαι πολύ θυμωμένη με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης».
Η Μαρί-Ελέν χαρακτηρίζει αυτή την πολύχρονη αναμονή «δευτερογενή θυματοποίηση». «Ως θύμα, πρέπει να αποδείξω τις συνέπειες που είχε πάνω μου, να πάω σε ψυχίατρο, να συντάξω συγκεκριμένες αναφορές», λέει.
Οι καθυστερήσεις στην εξέλιξη της υπόθεσης έχουν κάνει ακόμη πιο δύσκολο για εκείνη να διαχειριστεί όσα συνέβησαν. «Δεν αισθανόμαστε απαραίτητα ότι μας παίρνουν απολύτως στα σοβαρά», λέει η Μαρί-Ελέν.
Η Καλλιόπη Μινγκείρου από τον ΟΗΕ Γυναίκες δήλωσε στο BBC ότι οι κυβερνήσεις, η αστυνομία και τα συστήματα απονομής δικαιοσύνης πρέπει να κάνουν περισσότερα για την αντιμετώπιση των σεξουαλικών επιθέσεων που διευκολύνονται μέσω της χορήγησης ουσιών. Όπως είπε, οι Αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με «πολύ σοβαρές προκλήσεις», ενώ οι καθυστερήσεις σε υποθέσεις καταγγελλόμενης κακοποίησης «καταστρέφουν τις ζωές των γυναικών».
Το BBC ζήτησε από τη γαλλική αστυνομία, τη Δικαιοσύνη και την κυβέρνηση να απαντήσουν στις επικρίσεις σχετικά με τον χειρισμό της υπόθεσης, όμως δεν έλαβε απάντηση.