Γερμανία: Η κρυφή συμφωνία του Μερτς με τους Ταλιμπάν
Διαβάζεται σε 9'
Το Βερολίνο νομιμοποιεί τους Ταλιμπάν για να απελάσει μετανάστες. Τι προβλέπει η συμφωνία που είχε υπογράψει ο Μερτς και μπαίνει σε εφαρμογή, “εμπνέοντας” και άλλες χώρες της ΕΕ.
- 13 Αυγούστου 2026 19:02
Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία του Αφγανιστάν, η κυβέρνηση των Ταλιμπάν αναγνωρίζεται επισήμως για την ώρα μόνο από τη Ρωσία. Ωστόσο κράτη που δεν αναγνωρίζουν επίσημα την κυβέρνησή τους, επιλέγουν να διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Καμπούλ εντείνοντάς τη μάλιστα το τελευταίο διάστημα.
Παρά τη διεθνή πίεση για την συνεχιζόμενη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν, η Βρετανία και κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που διατηρούν επαφές με την Καμπούλ υπό την πίεση της ανόδου της ακροδεξιάς με πρόσχημα το “μεταναστευτικό πρόβλημα”.
Οι Ταλιμπάν ακολουθούν συστηματική διπλωματική στρατηγική, αναπτύσσοντας επαφές με ξένες κυβερνήσεις και υποδεχόμενοι αντιπροσωπείες στην Καμπούλ. Αξιωματούχοι από την Κίνα, την Ιαπωνία, την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και τη Βρετανία έχουν ήδη επισκεφθεί την αφγανική πρωτεύουσα τους τελευταίους μήνες, με τις συναντήσεις αυτές να προβάλλονται ευρέως από την ίδια την ηγεσία των Ταλιμπάν.
Αξιωματούχοι από το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Κιργιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν έχουν πραγματοποιήσει επαφές στην Καμπούλ. Οι χώρες αυτές, χωρίς πρόσβαση σε θάλασσα, αναζητούν εμπορικούς διαδρόμους μέσω του Αφγανιστάν που θα τους εξασφαλίσουν διέξοδο στις θαλάσσιες οδούς. Είναι χαρακτηριστικό πως και η Ινδία έχει εντείνει τις διπλωματικές επαφές με την Καμπούλ παρότι η ίδια αποτελεί στρατηγικό σύμμαχο του Πακιστάν.
Παράλληλα με τη διπλωματική κινητικότητα, οι Ταλιμπάν επιχειρούν να προσελκύσουν επενδύσεις και να ενισχύσουν την οικονομία μέσω διασυνοριακών έργων υποδομής και της αξιοποίησης των φυσικών πόρων της χώρας.
Όπως σημειώνει το AFP, ο μεταλλευτικός τομέας έχει επεκταθεί, με κινεζικές και άλλες εταιρείες να δείχνουν ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα του Αφγανιστάν. Ωστόσο, η περιορισμένη διεθνής αναγνώριση και η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά προς ώρας για τους ξένους επενδυτές.
Οι Ταλιμπάν μπήκαν στη Γερμανία
Τον Ιούνιο, αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν βρέθηκε στις Βρυξέλλες για συνομιλίες με 15 χώρες της ΕΕ σχετικά με την επιστροφή Αφγανών αιτούντων άσυλο που δεν δικαιούνται να παραμείνουν στην Ευρώπη. Η Γερμανία, μάλιστα, προχώρησε τον Ιούλιο στην απέλαση Αφγανού, ο οποίος δεν είχε καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα, για πρώτη φορά μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021. Νωρίτερα είχαν απελαθεί μόνο άτομα που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα στη χώρα.
Εκτενές ρεπορτάζ του POLITICO στέκεται στις διπλωματικές κινήσεις Μερτς και στο άνοιγμά του προς τους Ταλιμπάν. Το POLITICO συνομίλησε μάλιστα με κοπέλες που φυλακίστηκαν δύο φορές στην Καμπούλ, επειδή διαδήλωναν κατά των Ταλιμπάν μετά την ανακατάληψη της πρωτεύουσας από τους Αφγανούς μαχητές το 2021. Στη συνέχεια κατέφυγαν στη Γερμανία αναζητώντας ασφάλεια και πλέον ανησυχούν πως δικοί τους άνθρωποι κινδυνεύουν με απέλαση.
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, ο Μερτς υπέγραψε μια “συμφωνία με τον διάολο” με αντάλλαγμα τη συνεργασία των Ταλιμπάν στην απέλαση Αφγανών μεταναστών υπό την πίεση της ανόδου του AfD. Οι λεπτομέρειες έρχονται τώρα στο φως.
Αναλυτικότερα, η κυβέρνηση του Καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς υπέγραψε αρχικά ένα προσχέδιο με την αφγανική κυβέρνηση, που ανακοινώθηκε τον περασμένο Οκτώβριο. Η αρχική πρόβλεψη παραχωρούσε στους αξιωματούχους των Ταλιμπάν τον έλεγχο των διπλωματικών αποστολών στο Βερολίνο και τη Βόννη, σε αντάλλαγμα για άδεια απευθείας επαναπατρισμού Αφγανών μεταναστών.
Στις αρχές του καλοκαιριού, η συνεργασία αυτή “επισφραγίστηκε” με νέα επικαιροποιημένη συμφωνία που επιτρέπει σε περισσότερους αξιωματούχους των Ταλιμπάν να εργάζονται μέσα στη Γερμανία, με αντάλλαγμα επιπλέον πτήσεις απελάσεων, έως και τρεις τον μήνα. Στο Βερολίνο, οι αξιωματούχοι των Ταλιμπάν σχεδιάζουν μάλιστα να υψώσουν σύντομα την ασπρόμαυρη σημαία του “Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν” στην πρεσβεία, μια σημαία που επανέφεραν όταν ανέλαβαν εκ νέου την εξουσία μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ.
Βάσει του νέου “deal”, η Γερμανία διεύρυνε τις απελάσεις ώστε να συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο Αφγανούς άνδρες που έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα, αλλά και γενικότερα Αφγανούς άνδρες χωρίς σταθερό δικαίωμα παραμονής. Η Γερμανία αποτελεί πλέον εξαίρεση στην Ευρώπη, καθώς είναι η πρώτη χώρα της ΕΕ που επιτρέπει σε αξιωματούχους διορισμένους από τους Ταλιμπάν να υπηρετούν σε διπλωματικές αποστολές εντός της επικράτειάς της.
Πριν από τη συμφωνία, επικεφαλής των αποστολών ήταν δυτικόφιλοι Αφγανοί αξιωματούχοι που εκπροσωπούσαν την πρώην κυβέρνηση κάτι που έχει ανατραπεί.
Η συμφωνία έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή για τον Μερτς, καθώς η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας με την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) να αποτελεί πλέον την πιο δημοφιλή πολιτική δύναμη της χώρας, όπως δείχνουν οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Το AfD προηγείται πράγματι με μεγάλη διαφορά ενόψει των δύο επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων στην πρώην Ανατολική Γερμανία.
Στη Σαξονία – Άνχαλτ, το κόμμα ενδέχεται να αναλάβει κυβερνητική εξουσία για πρώτη φορά από την ίδρυσή του το 2013, αποτέλεσμα που θα αποτελούσε μεγάλη ταπείνωση για τον Μερτς, ο οποίος εξελέγη Καγκελάριος πέρυσι υπόσχοντας περιορισμό της μετανάστευσης. Μάλιστα, δημοσίευμα του Der Spiegel ανέφερε πως οι χριστιανοδημοκράτες εξετάζουν μέχρι και αντικατάσταση του Μερτς.
Η δυναμική του AfD πιέζει τον Καγκελάριο για απελάσεις, ενώ ο ίδιος επιμένει ότι η συνεργασία με τους Ταλιμπάν δεν ισοδυναμεί με νομιμοποίηση ενός καθεστώτος γνωστού για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συνολικά, οι Αφγανοί αποτελούν την τρίτη μεγαλύτερη ομάδα προσφύγων και ατόμων από πολεμικές ζώνες που ζουν στη Γερμανία, μετά τους Ουκρανούς και τους Σύριους.
“Δεν απλώνουμε το χέρι μας προς το καθεστώς των Ταλιμπάν”, δήλωσε ο Μερτς στο γερμανικό κοινοβούλιο τον Ιούνιο. “Αντίθετα, αναζητούμε συνεργασία στο αναγκαίο τεχνικό επίπεδο, που εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον της χώρας μας”, είπε.
Ποιοι Αφγανοί κινδυνεύουν
Για τους Αφγανούς ακτιβιστές δικαιωμάτων στη Γερμανία, μία από τις σοβαρότερες συνέπειες της συμφωνίας είναι ότι θέτει σε ιδιαίτερο κίνδυνο περίπου 35.000 Αφγανούς που έφτασαν στη Γερμανία μέσω ειδικών ανθρωπιστικών προγραμμάτων για άτομα που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα απέναντι στους Ταλιμπάν (π.χ. ακτιβιστές, δημοσιογράφοι, συνεργάτες ξένων δυνάμεων).
Πολλοί εξ αυτών φοβούνται τώρα πως η ανανέωση των αφγανικών διαβατηρίων τους που είναι απαραίτητη για την ανανέωση της ανθρωπιστικής βίζας περνάει εξ ολοκλήρου στα χέρια των Ταλιμπάν, εντός γερμανικών εδαφών. Η ανθρωπιστική βίζα είναι προσωρινή (εκδίδεται στην πρεσβεία ή το προξενείο τρίτης χώρας στην πατρίδα του αιτούντα) και στην ουσία παρέχει χρόνο για να φτάσει κανείς στον προορισμό του και να ζητήσει εκεί μόνιμη, επίσημη προστασία.
Πρακτικά, πολλοί θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τους διώκτες τους για να ανανεώσουν τα χαρτιά τους, κάτι που αν δεν συμβεί θα αναγκαστούν να γυρίσουν πίσω καθώς ακόμη δεν έχουν λάβει άσυλο.
Άλλοι 321.000 Αφγανοί ζουν στη Γερμανία ως πρόσφυγες ή με άλλες μορφές προστατευόμενου καθεστώτος. Αυτοί δεν χρειάζονται κατ’ ανάγκην αφγανικό διαβατήριο, εκτός αν επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για μόνιμη άδεια διαμονής καθώς πρόκειται για άτομα που έφτασαν στη Γερμανία μέσω της κλασικής διαδικασίας ασύλου ή άλλων μορφών προστασίας λόγω του πολέμου.
Η διεύρυνση των απελάσεων εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά σε ενήλικους άνδρες που δεν έχουν μέλη της οικογένειάς τους στη Γερμανία και δεν είχαν λάβει ως τώρα άσυλο. Παλαιότερα, ακόμη και αν απορρίπτονταν οι αιτήσεις ασύλου οι απελάσεις προς το Αφγανιστάν είχαν “παγώσει” για ανθρωπιστικούς λόγους κάτι που πλέον βαίνει προς άρση.
Ποιοι απειλούνται άμεσα; Άτομα που δεν πήραν άσυλο, αλλά έχουν ένα καθεστώς “ανοχής” (Duldung), το οποίο τους επέτρεπε ως τώρα να μένουν προσωρινά στη Γερμανία επειδή η απέλασή τους ήταν πρακτικά αδύνατη. Αν κάνουν κάποιο τυπικό ή διοικητικό λάθος (για παράδειγμα, αν ταξιδέψουν εκτός Γερμανίας χωρίς άδεια ή αν εντοπιστούν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα παράνομα), το καθεστώς προστασίας τους ακυρώνεται αμέσως και οδηγούνται σε κράτηση για απέλαση. Το ίδιο ισχύει και για το αν λήξει η ισχύς των προσωρινών τους εγγράφων, έως την διοικητική εξέταση του αιτήματος ασύλου.
Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Μερτς χειρίζεται τους Ταλιμπάν δημιουργεί ένα προηγούμενο που παρακολουθείται στενά από άλλες χώρες της ΕΕ. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι στην Αυστρία και το Βέλγιο έχουν ήδη δηλώσει ότι παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τη γερμανική συνεργασία με τους Ταλιμπάν χαρακτηρίζοντάς την ως “μοντέλο”.
Ο Χαμίντ Νανγκιαλάι Καμπίρι, πρώην επικεφαλής του αφγανικού προξενείου στη Βόννη που παραιτήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο διαμαρτυρόμενος για την αρχική συμφωνία, προειδοποίησε ότι η επιλογή του Βερολίνου να συνεργαστεί με το αφγανικό καθεστώς “θα του κοστίσει ακριβά”. Κατά τον ίδιο, οι Ταλιμπάν θα χρησιμοποιήσουν τη νέα τους επιρροή για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στην Ευρώπη, μεταξύ άλλων χτίζοντας δίκτυα εκφοβισμού και πίεσης.
Προς επίρρωση των παραπάνω, τον περασμένο Μάιο, η Καμπούλ ανέστειλε απροσδόκητα μια πτήση απέλασης την τελευταία στιγμή για να αποσπάσει επιπλέον παραχωρήσεις από το Βερολίνο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη νέα συμφωνία που επιτρέπει σε περισσότερους αξιωματούχους των Ταλιμπάν να εργάζονται σε διπλωματικές αποστολές στη Γερμανία.
Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν επικρίνει έντονα τη Γερμανία για τα σχέδια απέλασης. “Η αποστολή ανθρώπων πίσω σε μια χώρα στην οποία κινδυνεύουν από διώξεις, βασανιστήρια, σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ή άλλη ανεπανόρθωτη βλάβη παραβιάζει τη βασική αρχή του διεθνούς δικαίου της “μη επαναπροώθησης”, δήλωσε εκπρόσωπος του ΟΗΕ τον Ιούλιο.
Παρά την εντατικοποίηση των επαφών, η επίσημη αναγνώριση των Ταλιμπάν από τη διεθνή κοινότητα παραμένει ακόμη ανέφικτη, κυρίως λόγω της πολιτικής που ασκούν εις βάρος γυναικών και κοριτσιών. Η απαγόρευση πρόσβασης των κοριτσιών στην εκπαίδευση μετά τα 12 τους χρόνια, σε συνδυασμό με τους ευρύτερους περιορισμούς που επιβάλλονται στις γυναίκες, συνεχίζουν να αποτελούν κεντρικό σημείο σύγκρουσης με τη διεθνή κοινότητα.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τον ανώτατο ηγέτη των Ταλιμπάν, Χιμπατουλάχ Αχουντζάντα, και τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αμπντούλ Χακίμ Χακάνι. Και οι δύο αντιμετωπίζουν κατηγορίες που σχετίζονται με τη συστηματική δίωξη γυναικών και κοριτσιών. Παράλληλα, οι Αφγανές εξακολουθούν να αποκλείονται από μια σειρά δημόσιων χώρων, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων των Ηνωμένων Εθνών.