Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ φεύγει και οι ΗΠΑ μετρούν 93 κενές πρεσβείες

Διαβάζεται σε 9'
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ φεύγει και οι ΗΠΑ μετρούν 93 κενές πρεσβείες
AP Julia Demaree Nikhinson

Η Αθήνα μπαίνει στη λίστα των κενών πρεσβειών των ΗΠΑ. Πώς οι επιλογές του Τραμπ αποδυναμώνουν την αμερικανική διπλωματία.

Οι ΗΠΑ χάνουν ακόμη μία πρέσβειρα, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί από τη θέση της στην Ελλάδα, με την ίδια να απαντά λίγο αργότερα πως οι μέρες της στην χώρα μας “μάλλον τελειώνουν”.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται να προστεθεί σε ένα ευρύτερο πρόβλημα για την αμερικανική διπλωματία, καθώς δεκάδες πρεσβείες των ΗΠΑ ανά τον κόσμο παραμένουν χωρίς επικεφαλής.

93 από τις 196 θέσεις πρέσβεων παραμένουν κενές

Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ προσθέτει την Αθήνα στον κατάλογο των αμερικανικών διπλωματικών αποστολών που δεν διαθέτουν επικεφαλής. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, 93 από τις συνολικά 196 θέσεις πρέσβεων των ΗΠΑ παραμένουν κενές.

AP Photo/Mark Schiefelbein

Το πρόβλημα παραμένει παρά το γεγονός ότι, στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, η Γερουσία ενέκρινε τον διορισμό 10 νέων πρέσβεων, λίγο πριν διακόψει τις εργασίες της ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν οι νέοι επικεφαλής των αμερικανικών διπλωματικών αποστολών στην Κένυα, τη Νικαράγουα, τη Μαλαισία και το Κιργιστάν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Λευκός Οίκος δεν έχει καν προτείνει υποψηφίους για την κάλυψη των κενών θέσεων, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη θητεία του Τραμπ έχει ήδη συμπληρώσει ενάμιση χρόνο. Σε άλλες, οι υποψηφιότητες έχουν κατατεθεί, αλλά δεν έχουν προχωρήσει οι απαραίτητες διαδικασίες στη Γερουσία, η οποία ελέγχεται από το ίδιο κόμμα με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Εάν η θέση στην Αθήνα προστεθεί τελικά στον κατάλογο των κενών θέσεων, θα ανακύψουν ερωτήματα τόσο για τη διαδικασία ελέγχου των υποψηφίων όσο και για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται οι πρέσβεις, με την πολιτική αφοσίωση να φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις να υπερισχύει της επαγγελματικής εμπειρίας.

Όπως αναφέρει το theconversation.gr, μεταξύ των χωρών που στερούνται επικεφαλής αμερικανικής διπλωματικής αποστολής βρίσκονται σημαντικοί εταίροι της Ουάσιγκτον, με καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή στρατηγική των ΗΠΑ.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον αριθμό των κενών θέσεων, αλλά συνδέεται και με τις ευρύτερες αλλαγές που συντελούνται στη στελέχωση των αμερικανικών πρεσβειών.

Αυξάνονται οι πολιτικοί διορισμοί στη διπλωματία

Ένα από τα βασικά ζητήματα αφορά την αύξηση του ποσοστού των πρεσβευτών που επιλέγονται με πολιτικά κριτήρια, αντί να προέρχονται από το σώμα των διπλωματών καριέρας. Πρόκειται για έμπειρους διπλωμάτες που έχουν συνήθως τουλάχιστον 20 χρόνια υπηρεσίας.

Οι πολιτικοί διορισμοί δεν αποτελούν νέα πρακτική στις ΗΠΑ. Ωστόσο, το ποσοστό των πρεσβευτών που δεν έχουν ακολουθήσει επαγγελματική διπλωματική σταδιοδρομία είναι υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες. Παράλληλα, αρκετοί από τους διορισμένους είναι πολιτικοί υποστηρικτές ή χρηματοδότες του εκάστοτε προέδρου, χωρίς σημαντική κυβερνητική εμπειρία.

Κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα, οι πολιτικοί διορισμοί αντιστοιχούσαν περίπου στο 30% του συνόλου. Το ποσοστό αυξήθηκε στο 40% κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ και παρέμεινε σε ανάλογα επίπεδα επί Τζο Μπάιντεν.

Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική: περίπου το 80% των υποψηφιοτήτων που έχει προωθήσει ο Λευκός Οίκος στη Γερουσία αφορά πολιτικά διορισμένους.

istock

Πολλοί από τους υποψηφίους δεν διαθέτουν τα προσόντα που συνήθως απαιτούνται για την ανάληψη σημαντικών διπλωματικών καθηκόντων. Αντίθετα, αρκετοί έχουν επιλεγεί λόγω των προσωπικών τους σχέσεων με τον πρόεδρο, της πολιτικής τους στήριξης ή της οικονομικής συνεισφοράς τους στις προεκλογικές του εκστρατείες.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Λι Λίπτον, ο οποίος έχει αναλάβει τη θέση του πρέσβη των ΗΠΑ στις Φιλιππίνες, έναν σημαντικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον. Ο Λίπτον είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, μέλος της λέσχης Mar-a-Lago του Τραμπ και χρηματοδότης της πολιτικής του εκστρατείας.

Η πρακτική της τοποθέτησης φίλων και υποστηρικτών σε πρεσβευτικές θέσεις εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες. Αυτό που έχει αλλάξει, είναι ότι πλέον επεκτείνεται και σε χώρες στρατηγικής σημασίας, όπως η Χιλή, το Ισραήλ, το Περού, οι Φιλιππίνες, η Τουρκία και η Αίγυπτος, όπου παραδοσιακά επιλέγονταν κυρίως διπλωμάτες καριέρας.

Ένα επιπλέον ζήτημα αφορά τους διορισμούς σε μικρότερες και απομακρυσμένες χώρες. Οι πρέσβεις που διατηρούν εκτεταμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες στις ΗΠΑ ενδέχεται να μην περνούν αρκετό χρόνο στη χώρα όπου υπηρετούν. Παραδοσιακά, οι πρέσβεις αναμένεται να περνούν το πολύ έναν μήνα τον χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, κανόνας που μπορεί να υπονομεύεται όταν οι προσωπικές και επαγγελματικές τους υποχρεώσεις βρίσκονται κυρίως στην Αμερική.

Ο κρίσιμος ρόλος του αναπληρωτή πρέσβη

Προβληματισμό προκαλεί επίσης ο τρόπος με τον οποίο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διαχειρίζεται τις θέσεις των αναπληρωτών επικεφαλής των διπλωματικών αποστολών, γνωστών ως DCMs.

ISTOCK

Κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, οι πολιτικά διορισμένοι πρέσβεις συχνά ενθαρρύνονταν να αντικαθιστούν τους αναπληρωτές που είχαν κληρονομήσει από τις προηγούμενες διοικήσεις. Η διαδικασία επιλογής νέων προσώπων ήταν χρονοβόρα, με αποτέλεσμα σημαντικές θέσεις να παραμένουν ακάλυπτες για μήνες.

Το 2025, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προχώρησε ακόμη περισσότερο, ακυρώνοντας τοποθετήσεις ανώτερων διπλωματών που βρίσκονταν καθ’ οδόν για να αναλάβουν καθήκοντα σε πρεσβείες και ξεκινώντας νέα διαδικασία επιλογής.

Οι κινήσεις αυτές εντάχθηκαν στην ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να απομακρύνει στελέχη της δημόσιας διοίκησης που αρκετοί υποστηρικτές του MAGA περιέγραφαν ως μέρος ενός λεγόμενου «βαθέος κράτους».

Ωστόσο, οι αναπληρωτές πρέσβεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία των διπλωματικών αποστολών. Βοηθούν τους πολιτικά διορισμένους επικεφαλής να διαχειριστούν τη γραφειοκρατία, να εφαρμόσουν τις πολιτικές κατευθύνσεις της Ουάσιγκτον και να αξιολογήσουν κατά πόσο οι αποφάσεις τους ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα επί του πεδίου.

Σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι πολιτικοί διορισμοί, η παρουσία ενός έμπειρου αναπληρωτή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την αποτελεσματικότητα μιας πρεσβείας, ιδίως όταν ο επικεφαλής της δεν διαθέτει ανάλογη διπλωματική εμπειρία.

Το διπλωματικό κενό και ο ανταγωνισμός με Κίνα και Ρωσία

Ο συνδυασμός των κενών θέσεων, των πολιτικών διορισμών και των αλλαγών στο προσωπικό των πρεσβειών, υποβαθμίζει σταδιακά μια διπλωματική υπηρεσία που θεωρούνταν από τις αποτελεσματικότερες παγκοσμίως.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μεταξύ των χωρών που δεν διαθέτουν Αμερικανό πρέσβη βρίσκονται κράτη με κομβικό γεωπολιτικό ρόλο. Η Λευκορωσία και η Βουλγαρία, για παράδειγμα, βρίσκονται σε μια περιοχή που επηρεάζεται άμεσα από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία.

Χωρίς επικεφαλής αμερικανικής διπλωματικής αποστολής παραμένουν επίσης χώρες όπως το Κουβέιτ, το Κατάρ και η Μαυριτανία, οι οποίες έχουν σημασία για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και τη διαχείριση κρίσεων σε ευαίσθητες γεωπολιτικές περιοχές.

ISTOCK

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται ακόμη η Ινδονησία, η μεγαλύτερη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας και η πολυπληθέστερη χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα στον κόσμο, η Αίγυπτος, σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, καθώς και το Πακιστάν, μια πυρηνική δύναμη. Κενές παραμένουν θέσεις και σε χώρες όπως η Αϊτή και η Γουατεμάλα, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αμερικανική πολιτική στο μεταναστευτικό.

Χάρτης με τις χώρες που δεν διαθέτουν Αμερικανό πρέσβη.

Η απουσία πρεσβευτών δημιουργεί προβλήματα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον στερείται ενός ανώτατου διπλωματικού εκπροσώπου που θα μπορούσε να παρέμβει άμεσα σε περιόδους κρίσης. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής έχουν λιγότερες δυνατότητες να μεταφέρουν αποτελεσματικά τις θέσεις και τις ανησυχίες τους στην αμερικανική κυβέρνηση.

Όταν οι πρεσβείες δεν διαθέτουν επικεφαλής ή στελεχώνονται από πολιτικά πρόσωπα με περιορισμένη εμπειρία, οι χώρες υποδοχής ενδέχεται να εκλάβουν την κατάσταση ως ένδειξη ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον. Αυτό μπορεί να τις οδηγήσει στην αναζήτηση στενότερων σχέσεων με άλλες δυνάμεις.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο σε μια περίοδο κατά την οποία η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν επιδιώκουν να ενισχύσουν τη διεθνή επιρροή τους, αξιοποιώντας ενδεχόμενα διπλωματικά κενά που αφήνουν οι ΗΠΑ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή Ασίας και Ειρηνικού. Ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθεί να περιορίσει την κινεζική επιρροή, χώρες όπως τα Φίτζι, η Ινδονησία και το Λάος εξακολουθούν να μην έχουν Αμερικανό πρέσβη. Την ίδια στιγμή, οι διπλωματικές σχέσεις της Κίνας με το Πακιστάν, έναν πρώην σημαντικό εταίρο των ΗΠΑ στον τομέα της ασφάλειας, ενισχύονται, ενώ η θέση του Αμερικανού πρέσβη στο Ισλαμαμπάντ παραμένει κενή.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως η Γεωργία και το Καζακστάν, όπου δεν υπάρχουν Αμερικανοί πρέσβεις, την ώρα που ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή της Μόσχας στην ευρύτερη περιοχή.

Σε μεγάλα τμήματα του κόσμου, από την Αφρική έως τον Ειρηνικό, οι αμερικανικές πρεσβείες μπορεί να παραμένουν ανοιχτές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις στερούνται της αναγκαίας ηγεσίας.

Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια και τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα