“Μετωπική” ΗΠΑ – Ευρώπης για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
Διαβάζεται σε 7'
Νέα μετωπική σύγκρουση ΗΠΑ και Ευρώπης προκαλούν οι σαρωτικές κυρώσεις της κυβέρνησης Τραμπ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Η απειλή οικονομικού αποκλεισμού, οι αντιδράσεις και το ευρωπαϊκό “όπλο”.
- 09 Οκτωβρίου 2026 22:32
Σε μια πρωτοφανή κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη διεθνή Δικαιοσύνη προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλοντας νέες, εκτεταμένες κυρώσεις στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), με στόχο να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητά του να διερευνά και να διώκει εγκλήματα πολέμου που αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες και συμμάχους τους, μεταξύ των οποίων το Ισραήλ.
Η απόφαση της Ουάσινγκτον, που ανακοινώθηκε την Παρασκευή (9/10), προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανοίγοντας ακόμη ένα μέτωπο στις ήδη δοκιμαζόμενες διατλαντικές σχέσεις.
Το διακύβευμα, ωστόσο, ξεπερνά την αντιπαράθεση της αμερικανικής κυβέρνησης με έναν διεθνή θεσμό. Οι νέες κυρώσεις απειλούν την ίδια τη λειτουργία του Δικαστηρίου, καθώς μπορούν να αποκόψουν τον οργανισμό από κρίσιμες χρηματοπιστωτικές και τεχνολογικές υπηρεσίες που χρειάζεται για να συνεχίσει το έργο του.
Ο οικονομικός αποκλεισμός και το τελεσίγραφο Ρούμπιο
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ανακοίνωσε τα νέα μέτρα με βιντεοσκοπημένο μήνυμα, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση στο Δικαστήριο της Χάγης.
Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι το ΔΠΔ επιχειρεί να ασκήσει δικαιοδοσία σε βάρος Αμερικανών πολιτών, παρότι οι ΗΠΑ δεν έχουν επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης, την ιδρυτική συνθήκη του Δικαστηρίου.
Οι κυρώσεις προβλέπουν τον αποκλεισμό του ΔΠΔ από αμερικανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τεχνολογικές εταιρείες και συναλλαγές σε δολάρια, με μεταβατική περίοδο έξι μηνών για τη διακοπή των συναλλαγών αμερικανικών επιχειρήσεων και πολιτών με τον οργανισμό.
Η σημασία των μέτρων δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Η κυρίαρχη θέση του δολαρίου στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα σημαίνει ότι ακόμη και ευρωπαϊκές τράπεζες και επιχειρήσεις ενδέχεται να περιορίσουν τις συναλλαγές τους με το ΔΠΔ, προκειμένου να αποφύγουν την έκθεσή τους σε αμερικανικές κυρώσεις.
Ο Ρούμπιο κάλεσε μάλιστα τους συμμάχους της Ουάσινγκτον να στηρίξουν την αμερικανική στάση, προειδοποιώντας ότι, σε διαφορετική περίπτωση, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν τις ενέργειες αποδυνάμωσης του Δικαστηρίου.
Το Ισραήλ και η σύγκρουση για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου
Στο επίκεντρο της αμερικανικής αντιπαράθεσης με το ΔΠΔ βρίσκονται και οι δικαστικές έρευνες για ενδεχόμενα εγκλήματα πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.
Τον Νοέμβριο του 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είχε εκδώσει εντάλματα σύλληψης σε βάρος του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ, για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Μεταξύ των καταγγελλόμενων πράξεων περιλαμβάνονται η χρήση της πείνας ως μεθόδου πολέμου και επιθέσεις εναντίον αμάχων.
Το Ισραήλ έχει αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, θέση που υποστηρίζει και η Ουάσινγκτον. Από την πλευρά του, το ΔΠΔ έχει κρίνει ότι μπορεί να ασκεί δικαιοδοσία για εγκλήματα που φέρονται να έχουν διαπραχθεί σε παλαιστινιακά εδάφη, ανεξαρτήτως του εάν το κράτος του οποίου είναι υπήκοοι οι κατηγορούμενοι έχει προσχωρήσει στο Καταστατικό της Ρώμης.
Η απάντηση της Χάγης: «Επίθεση στο κράτος δικαίου»
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο καταδίκασε τις αμερικανικές κυρώσεις ως προσπάθεια παρεμπόδισης της απονομής δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι η ανεξαρτησία του είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση των σοβαρότερων διεθνών εγκλημάτων.
Η πρόεδρος του ΔΠΔ, Τομόκο Ακάνε, ξεκαθάρισε ότι ο θεσμός θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και αμεροληψία, με βάση τον νόμο και τα αποδεικτικά στοιχεία.
Στην αντιπαράθεση παρενέβη και ο ΟΗΕ. Ο εκπρόσωπος του γενικού γραμματέα, Στεφάν Ντουζαρίκ, χαρακτήρισε την αμερικανική απόφαση σοβαρό πλήγμα στις συλλογικές προσπάθειες για διεθνή ποινική δικαιοσύνη.
Ανάλογη ήταν η αντίδραση της Human Rights Watch, η οποία κάλεσε τις κυβερνήσεις που υποστηρίζουν τη λογοδοσία για τα διεθνή εγκλήματα να λάβουν άμεσα μέτρα προστασίας του Δικαστηρίου.
Η Ευρώπη εξετάζει την «πυρηνική επιλογή»
Απέναντι στην αμερικανική πίεση, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τη χρήση ενός μηχανισμού που θα μπορούσε να προστατεύσει το ΔΠΔ από τις συνέπειες των κυρώσεων.
Πρόκειται για τον λεγόμενο «κανονισμό αποκλεισμού» (blocking statute), ο οποίος θεσπίστηκε το 1996 με στόχο την προστασία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και πολιτών από την εξωεδαφική εφαρμογή κυρώσεων τρίτων χωρών.
Ο μηχανισμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση συμμόρφωσης ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με συγκεκριμένες ξένες κυρώσεις και τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημιώσεων για ζημίες που προκαλούνται από την εφαρμογή τους.
Ωστόσο, για να χρησιμοποιηθεί εναντίον των νέων αμερικανικών μέτρων που αφορούν το ΔΠΔ, απαιτείται η κατάλληλη προσαρμογή του πεδίου εφαρμογής του, καθώς σήμερα καλύπτει συγκεκριμένες αμερικανικές κυρώσεις που συνδέονται με την Κούβα και το Ιράν.
Η Ολλανδία, στην οποία εδρεύει το Δικαστήριο, έχει ήδη ξεκινήσει διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ενδεχόμενη ενεργοποίηση του μηχανισμού.
Ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών, Τομ Μπέρεντσεν, έχει χαρακτηρίσει αυτή την επιλογή «πυρηνική», αναγνωρίζοντας το πολιτικό και οικονομικό βάρος μιας τέτοιας αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, οκτώ χώρες -ο Καναδάς, η Δανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο- εξέφρασαν με κοινή ανακοίνωση την έντονη αντίθεσή τους στις κυρώσεις, δεσμευόμενες να συνεχίσουν να στηρίζουν το έργο του ΔΠΔ.
Η ΕΕ, από την πλευρά της, διαμήνυσε ότι προτίθεται να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας του Δικαστηρίου.
Η χρονική… σύμπτωση με το Νόμπελ Ειρήνης
Ιδιαίτερο συμβολισμό προσδίδει στις εξελίξεις το γεγονός ότι οι αμερικανικές κυρώσεις ανακοινώθηκαν μόλις λίγες ώρες μετά την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης 2026 στη Νοτιοαφρικανή νομικό Νάβι Πιλάι, πρώην δικαστή του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και πρώην Ύπατη Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
Η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ τίμησε την Πιλάι για την προσφορά της στην προώθηση της ειρήνης και του διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας τη συμβολή της στην προσπάθεια λογοδοσίας για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονίες.
Η χρονική σύμπτωση είναι αξιοσημείωτη, καθώς η διάκριση αναγνωρίζει ακριβώς τις αρχές της διεθνούς δικαιοσύνης που βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης. Ωστόσο, Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι οι κυρώσεις προετοιμάζονταν επί μήνες και ότι ο χρόνος ανακοίνωσής τους δεν συνδέεται με την απονομή του βραβείου.
Μια σύγκρουση με ευρύτερες συνέπειες
Η σημερινή κρίση δεν αποτελεί την πρώτη αντιπαράθεση Ουάσινγκτον και Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Οι ΗΠΑ διατηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον θεσμό από την ίδρυσή του το 2002. Επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα υπήρξε μεγαλύτερη συνεργασία με τις έρευνές του, ενώ κατά την πρώτη θητεία Τραμπ επιβλήθηκαν κυρώσεις σε αξιωματούχους του Δικαστηρίου.
Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά τα μέτρα στρέφονται ευθέως κατά της επιχειρησιακής δυνατότητας του ίδιου του οργανισμού, δημιουργώντας τον κίνδυνο να επηρεαστούν όχι μόνο οι έρευνες που ενοχλούν την Ουάσινγκτον, αλλά συνολικά η απονομή διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση είναι πλέον διπλή: να προστατεύσει έναν διεθνή δικαστικό θεσμό που υποστηρίζει και, ταυτόχρονα, να διαχειριστεί μια νέα σοβαρή διαφωνία με τον σημαντικότερο διατλαντικό της σύμμαχο.