4 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΑΤΕΙΑΣ: CAMPING, ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ ΝΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ
Βρεθήκαμε για τέσσερις ημέρες στην Ελάτεια της Φθιώτιδας, στους πρόποδες του Παρνασσού, ζήσαμε στον ρυθμό του φεστιβάλ και αφήσαμε τους ανθρώπους του να μας αφηγηθούν τη δική τους ιστορία.
Αν έχεις υπάρξει μέλος σε Σύλλογο Νεολαίας χωριού στην ελληνική επαρχία θα ξέρεις ότι έρχεται μια στιγμή μέσα στα χρόνια που θα ακουστεί αυθόρμητα η φράση. «Να κάνουμε κάτι για τον τόπο μας».
Οι ιδέες πέφτουν στο τραπέζι ευκολότερα το καλοκαίρι κάτω από τον πλάτανο. Μια γιορτή. Ένα πανηγύρι διαφορετικό. Μια συναυλία. Ένα θεατρικό. Κάτι που θα γεμίσει ξανά το χωριό με κόσμο. Στο δικό μου ορεινό χωριό, στη Φθιώτιδα, στα σύνορα με την Ευρυτανία, η πιο φιλόδοξη ιδέα της γενιάς μας ήταν ένα πάρτι με φωτορυθμικά στον αυλόγυρο της Αγίας Κυριακής και μια Πανταβλιάδα – ένα φεστιβάλ τάβλι χωρίς όριο ηλικίας. Ήταν ο δικός μας τρόπος να τονώσουμε τη ζωή του χωριού μας.
Στην Ελάτεια της Φθιώτιδας, μια παρέα νέων ανθρώπων αποφάσισε να το πάει όσο πιο μακριά γίνεται.
Το Μουσικό Φεστιβάλ Ελάτειας γεννήθηκε από τον Σύλλογο Νεολαίας και από μια ομάδα νέων ανθρώπων που επένδυσαν χρόνο, εργασία και προσωπικές στιγμές στον τόπο όπου μεγάλωσαν. Η Αναστασία, ο Γιάννης, ο Χρήστος, ο Νίκος, ο Τζίμης, ο Κωνσταντίνος και ο Γιώργος ανήκουν στην παρέα που βρίσκεται πίσω από τη διοργάνωση. Η αρχή έγινε με το River Party, μια καλοκαιρινή συνάντηση των νέων του χωριού. Οι πρώτες οργανωμένες συναυλίες ήρθαν το 2018 και το 2019. Η συμμετοχή μεγάλωνε κάθε χρόνο, το πρόγραμμα απλωνόταν σε περισσότερες ημέρες και η περιοχή άρχισε να υποδέχεται επισκέπτες που ταξίδευαν ειδικά για το φεστιβάλ.
Στα πρώτα χρόνια, κάθε επιλογή κουβαλούσε ρίσκο. Ένας μικρός επαρχιακός σύλλογος έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη καλλιτεχνών, συνεργατών και κοινού, να οργανώσει τη φιλοξενία χιλιάδων ανθρώπων και να στηρίξει οικονομικά μια διοργάνωση που μεγάλωνε γρηγορότερα από τις αρχικές προσδοκίες. Το τριήμερο της δέκατης διοργάνωσης αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο: ο κόσμος είχε αρχίσει να ταξιδεύει στην Ελάτεια για ολόκληρη την εμπειρία, να στήνει τη σκηνή του και να ζει για λίγες ημέρες στον ρυθμό του φεστιβάλ.
Το camping βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ιστορίας. Μετατρέπει τη συναυλία σε τετραήμερη συμβίωση και τον χώρο σε προσωρινή γειτονιά. Οι φιλίες συνεχίζονται μετά το τελευταίο τραγούδι, οι παρέες ανοίγουν, οι κιθάρες βγαίνουν από τις θήκες και το ετήσιο ραντεβού αποκτά τη διάρκεια μικρών διακοπών. Η ομάδα της διοργάνωσης περιγράφει αυτή την αίσθηση κοινότητας ως το στοιχείο που θέλει περισσότερο να προστατεύσει, καθώς το φεστιβάλ μεγαλώνει.
Και όλα τούτα φιλοξενούνται σε έναν μαγευτικό τόπο, τον οποίο οι διοργανωτές φροντίζουν και προστατεύουν. Η σκηνή του φεστιβάλ Ελάτειας έχει φόντο τον Παρνασσό. Στην άλλη πλευρά απλώνεται το Καλλίδρομο και χαμηλότερα ο κάμπος. Ο χώρος συνορεύει με τον αρχαιολογικό χώρο της Ελάτειας, έναν τόπο που χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, αργότερα ως λατομείο και στη συνέχεια απέκτησε ξανά διαφορετικές χρήσεις μέσα στους αιώνες. Το βλέμμα ταξιδεύει από τη μία κορυφογραμμή στην άλλη και επιστρέφει στη σκηνή.
Αυτή η ανοιχτωσιά έχει κάτι που σε ξεκουράζει και αφήνει την ενέργεια να απλωθεί πέρα από τον ορίζοντα.
Αυτό θελήσαμε να ζήσουμε και περάσαμε τέσσερις ημέρες στην Ελάτεια. Δεν πήραμε φουλ δόση από το φεστιβάλ όπως οι εκατοντάδες άνθρωποι που κοιμήθηκαν στις σκηνές τους κάτω από τα δέντρα. Επιλέξαμε να μείνουμε σε δωμάτια του χωριού. Μέχρι αργά τη νύχτα, όμως, βρισκόμασταν στον χώρο του φεστιβάλ.
Μιλήσαμε με τους ανθρώπους που το δημιούργησαν, με εθελοντές που επιστρέφουν κάθε χρόνο με προσμονή, με κατασκηνωτές που θεωρούν την Ελάτεια καλοκαιρινό τους προορισμό και με παιδιά που ονειρεύονται να γίνουν οι επόμενοι μουσικοί που θα ανέβουν σε αυτή τη σκηνή. Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις συζητήσεις καταλάβαμε ότι οι συναυλίες είναι η κορύφωση μιας εμπειρίας που αρχίζει πολύ πριν ανάψουν τα φώτα της σκηνής.
Κανείς δεν φαίνεται να βιάζεται. Οι παρέες απλώνουν κουβέρτες, μετακινούν καρέκλες, κουβαλούν ψυγειάκια, βρίσκουν τη θέση τους.
Από μακριά, το camping μοιάζει με μικρό “Γαλατικό χωριό”. Πολύχρωμες σκηνές κάτω από τα δέντρα, απλωμένες χωρίς αυστηρή γεωμετρία, σαν να φύτρωσαν μέσα στο δάσος. Κάποιοι κάνουν γιόγκα στη σκιά. Δύο παιδιά παίζουν σκάκι. Λίγο πιο πέρα ακούγεται το γνώριμο χτύπημα από τις ρακέτες. Μια παρέα έχει ανοίξει τάβλι. Οι κιθάρες εμφανίζονται σχεδόν αυθόρμητα κάθε φορά που πέφτει ο ήλιος. Ειδικά μετά από το τέλος των συναυλιών, όταν όλοι γυρνούν, για το “σβήσιμο”.
Τέσσερις ημέρες είναι αρκετές για να χτιστεί μια μικρή κοινότητα, όπου οι διοργανωτές, οι εθελοντές, οι κατασκηνωτές, οι μουσικοί και οι κάτοικοι του χωριού μοιράζονται τον ίδιο χώρο και τον ίδιο χρόνο.
Η ανθρωπογεωγραφία του φεστιβάλ
Το ψυγειάκι μοιάζει να αποτελεί το ανεπίσημο σύμβολο του φεστιβάλ. Μικρό, μεγάλο, καινούργιο, παλιό, αυτοκόλλητα από άλλες εκδρομές, ξεθωριασμένα χρώματα. Οι ιδιοκτήτες του το παίρνουν παντού. Από το camping μέχρι τη συναυλία, από το αυτοκίνητο μέχρι τη σκηνή και πάλι πίσω.
Διάσπαρτα στον χώρο ακόμα και παιδικά καρότσια. Δίπλα σε ένα βλέπουμε να στηρίζεται το κοντάρι μιας δίμετρης πειρατικής σημαίας, η οποία λίγο αργότερα θα κυματίσει μπροστά στον Εθισμό. Στην πλαγιά του βουνού οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έχουν στήσει τις καρέκλες τους, ενώ μπροστά στη σκηνή ανακυκλώνονται οι αποφασισμένοι για χορό μέχρι τελικής πτώσεως.
Η Αγγελική Πέππα, κατασκηνώτρια και από τις πρώτες σταθερές παρουσίες του Φεστιβάλ Ελάτειας, γνωρίζει καλά αυτή τη χαρακτηριστική ανθρωπογεωγραφία. Ήρθε πρώτη φορά το 2022, τη χρονιά που ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ανέβασαν τον πήχη του φεστιβάλ στα ύψη. Σήμερα λέει με χαμόγελο πως η Ελάτεια είναι «το χωριό της».
Οι άνθρωποι στις διπλανές σκηνές έγιναν φίλοι της. Γνωρίστηκαν εδώ πριν από τέσσερα χρόνια και από τότε ανανεώνουν κάθε καλοκαίρι το ίδιο ραντεβού. Άλλοι έρχονται από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, άλλοι κουβαλούν τις κιθάρες τους, άλλοι φτάνουν νωρίς για να εξασφαλίσουν το σωστό σημείο. Οι παλιοί ξέρουν πού πέφτει ο πρωινός ήλιος, ποια πλευρά κρατά περισσότερη σκιά και από πού κατεβαίνει το βραδινό κρύο.
Η Αγγελική μιλά για το camping σαν έναν τόπο επικοινωνίας, όπου οι συζητήσεις κρατούν μέχρι το ξημέρωμα. Παίζουν μουσική, γνωρίζονται, ανταλλάσσουν απόψεις και αφήνουν τις παρέες ολοένα να μεγαλώνουν. Η ίδια, παιδί του ωδείου, βρισκόταν πάντα κοντά στη μουσική. Στην Ελάτεια άρχισε να φαντάζεται πιο καθαρά τον εαυτό της πάνω στη σκηνή.
Σήμερα γράφει και ηχογραφεί δικά της τραγούδια. Ένα από αυτά έχει τίτλο «Ελεύθερος». Η λέξη ταιριάζει παράξενα όμορφα σε αυτόν τον τόπο: στα δέντρα, στον κάμπο, στις σκηνές. Το όνειρό της είναι να επιστρέψει στην Ελάτεια από την άλλη πλευρά, ως ερμηνεύτρια πια, πάνω στη σκηνή.
Την ίδια στιγμή, παράλληλα με τους κατασκηνωτές, μια δεύτερη «παρέα» κινείται αδιάκοπα σε όλο τον χώρο. Είναι οι 120 εθελοντές που ζουν «στα κόκκινα» τους ρυθμούς του τετραημέρου. Ο εθελοντισμός, η αγάπη για τον τόπο και η συλλογική προσπάθεια εξακολουθούν να αποτελούν τα θεμέλια της διοργάνωσης, ακόμη κι αν η ανάπτυξή της έφερε μεγαλύτερες απαιτήσεις, περισσότερες ευθύνες και μια διαρκή αγωνία να διατηρήσει τον χαρακτήρα της.
Η ομάδα των διοργανωτών μιλά συχνά για την ανάγκη να προστατεύσει την αίσθηση κοινότητας που το συνόδευσε από την αρχή.
Και ύστερα ανάβουν τα φώτα της σκηνής – Όσα ζήσαμε στο συναυλιακό κομμάτι του φεστιβάλ
Η πρώτη ημέρα του φεστιβάλ μάς βρήκε μουδιασμένους καθώς οι ειδήσεις για τις φωτιές στο Πόρτο Γερμενό ήταν το βασικό θέμα συζήτησης. Λίγο λίγο, η μουσική άρχισε να αλλάζει τη διάθεση. Ο ντόπιος Γιώργος Χριστοδουλάτος άνοιξε το πρόγραμμα και ακολούθησαν ο Εθισμός και οι Λόγος Τιμής. Οι ρίμες αντήχησαν στις πλαγιές, οι πειρατικές σημαίες σηκώθηκαν πάνω από το κοινό και οι πρώτες μεγάλες παρέες μαζεύτηκαν μπροστά στη σκηνή. Η εικόνα είχε κάτι σχεδόν κινηματογραφικό: πίσω οι κορυφογραμμές, μπροστά εκατοντάδες άνθρωποι που τραγουδούσαν μαζί και προβολείς φώτιζαν κατά τόπους το βουνό.
Οι Πυξ Λαξ έκλεισαν την πρώτη βραδιά με τον τρόπο που το κάνουν εδώ και δεκαετίες. Οι παλιές ιστορίες συνάντησαν τα τραγούδια του νέου δίσκου και το κοινό πέρασε με άνεση από τη νοσταλγία στο σήμερα. Ο Πλιάτσικας τραγούδησε «Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα», και οι φωνές όλων ενώθηκαν αυθόρμητα.
Το απόγευμα της Παρασκευής ο χώρος άρχισε να γεμίζει ξανά. Η Ανδριάνα Αχιτζάνοβα άνοιξε τη σκηνή και λίγο αργότερα η Νεφέλη Φασούλη με τα γυαλιά ηλίου και τη βεντάλια της συγκέντρωσε πολλές νεαρές παρέες στις πρώτες σειρές. Η αναμονή για τη Νατάσσα Μποφίλιου ήταν εμφανής. Όταν ανέβηκε στη σκηνή, η βραδιά απέκτησε αμέσως άλλο παλμό. Η Ελάτεια της ταίριαξε και εκείνη ταίριαξε στην Ελάτεια.
Το κλείσιμο της δεύτερης μέρας ανέλαβε η Ματούλα Ζαμάνη, ένα αγαπημένο πρόσωπο του φεστιβάλ, που στάθηκε δίπλα στη διοργάνωση από τα πρώτα της βήματα. Η σχέση αυτή φάνηκε και κάτω από τη σκηνή. Το κοινό την “αγκάλιασε” σαν κάποιον που επιστρέφει σε γνώριμο τόπο.
Ανάμεσα στα live, μια μικρή συνάντηση στα παρασκήνια έδωσε ακόμη έναν λόγο να θυμόμαστε το φετινό Φεστιβάλ Ελάτειας.
Κάθε χρόνο το φεστιβάλ συνδέει τη μουσική με την προσφορά. Η φετινή στήριξη προς το Μουσικό Σχολείο Λαμίας αποτελεί έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα προσφοράς που συνοδεύει το Φεστιβάλ Ελάτειας εδώ και χρόνια. Στο παρελθόν, τα έσοδα της διοργάνωσης κατευθύνθηκαν σε οικογένειες της περιοχής που δοκιμάστηκαν από σοβαρά προβλήματα υγείας, σε ανθρώπους που δίνουν τη μάχη με τον καρκίνο ή χρόνιες ασθένειες και σε δομές που στηρίζουν κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο, το φεστιβάλ συνεχίζει να προσφέρει και όταν η μουσική έχει πια σωπάσει.
Ο Πανταζής, ο Ορέστης, η Ήρα και ο Θανάσης, 16χρονοι μαθητές του Μουσικού Σχολείου Λαμίας, μας μίλησαν στα παρασκήνια με τον ενθουσιασμό παιδιών που κάνουν ένα μικρό βήμα πιο κοντά στο όνειρό τους. Να ασχοληθούν με τη μουσική. Όπως μας είπαν η χειρονομία των διοργανωτών του φεστιβάλ είχε πρακτική αξία και βαθύ συμβολισμό.
«Η στήριξη αυτή σημαίνει πολλά για το σχολείο μας. Θα μας δώσει τη δυνατότητα να αγοράσουμε νέα μουσικά όργανα, να συντηρήσουμε τον εξοπλισμό μας και να καλύψουμε ανάγκες που παραμένουν εδώ και χρόνια. Κάθε τέτοια πρωτοβουλία μάς βοηθά να συνεχίσουμε τις πρόβες, τις συναυλίες και όλες τις δράσεις μας με καλύτερες προϋποθέσεις. Είναι μια ουσιαστική βοήθεια και είμαστε πραγματικά ευγνώμονες», μας είπαν οι μαθητές του Μουσικού Σχολείου Λαμίας.
Συμμαθητές τους μίλησαν με τους καλλιτέχνες, αντάλλαξαν λίγες κουβέντες με τη Νατάσσα Μποφίλιου, παρακολούθησαν τον τρόπο με τον οποίο στήνεται μια συναυλία και επέστρεψαν στις παρέες τους με ένα χαμόγελο.
Το πρωί του Σαββάτου ο χώρος έχει αποκτήσει πια τον δικό του ρυθμό. Οι κατασκηνωτές χαιρετιούνται σαν να γνωρίζονταν χρόνια, οι πρώτοι καφέδες κάνουν τον γύρο της παρέας και οι φωνές από το μεσημεριανό γλέντι της Banda Entopica αντηχούν στις πλαγιές.
Πριν πέσει ο ήλιος, η Βασιλική Μιχαλοπούλου πήρε το βάπτισμα του πυρός κάνοντας την πρώτη της εμφάνιση στη Ελάτεια με τον κόσμο να απολαμβάνει κάθε λεπτό. Ακολούθησαν ο Jaul και ο Novel 729 με το κοινό να πυκνώνει μπροστά στη σκηνή και τις πρώτες σειρές να φωνάζουν κάθε στίχο.
Ο Γιάννης Χαρούλης έκλεισε τη βραδιά με το γνώριμο κρητικό εκρηκτικό τελετουργικό του. Μπουκαλάκια με νερό και τσίπουρο εκτοξεύτηκαν στον αέρα, σκορπίζοντας δροσοσταλίδες πάνω από τα κεφάλια μας – μια εικόνα που ακολουθεί τις συναυλίες του εδώ και χρόνια. Λίγο πριν να ακουστούν τα «Μαλαματένια Λόγια» μας είπε: «Περιμένω τη στιγμή που θα ‘ξεπλυθούμε’ και θα ξανακοιταχτούμε αθώοι» και τραγούδησε Μαρκόπουλο, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου.
Το τελευταίο βράδυ η διάθεση έμοιαζε περισσότερο με συνάντηση φίλων, παρά με αποχαιρετισμό. Η Μαρίνα Σπανού βρήκε μπροστά της ένα κοινό σχεδόν συνομήλικό της. Οι ιστορίες της, οι στίχοι της και ο τρόπος που επικοινωνεί έδωσαν μια τελείως άλλη ατμόσφαιρα στον χώρο. Η παρουσία της συμπλήρωσε ακόμη μία ψηφίδα στο πολύχρωμο μουσικό μωσαϊκό του τετραημέρου.
Λίγο αργότερα ανέβηκε στη σκηνή ο ένας και μοναδικός Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Η εικόνα μπροστά από τη σκηνή άλλαξε ξανά. Άνθρωποι που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσαν τις συναυλίες καθισμένοι στις καρέκλες τους, σηκώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Διαφορετικές γενιές βρέθηκαν στο ίδιο σημείο, τραγουδώντας τα ίδια τραγούδια με την ίδια ένταση.
Το απόλυτο φινάλε του φεστιβάλ ήρθε με πολύ χορό και τον Πάνο Βλάχο να τραγουδάει μεταξύ άλλων: “Με τι φράγκα – Με τι φράγκα – Πήρες τα Balenciaga“. Το προηγούμενο βράδυ η Βασιλική (Μιχαλοπούλου) είχε ερμηνεύσει το τραγούδι που της έγραψε ο Πάνος με τίτλο “Σακάκι” και αρκετοί σχολιάσαμε αυθόρμητα ότι θα θέλαμε να το ακούσουμε να το ερμηνεύουν μαζί.
Όλα τελείωσαν με τους διοργανωτές να αγκαλιάζονται και να λένε τα “ευχαριστώ” τους στον κόσμο. Για εκείνους, κάθε διοργάνωση που ολοκληρώνεται αφήνει πίσω της έναν ολόκληρο χρόνο απαιτητικής προετοιμασίας και μια εμπειρία που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Όταν τα φώτα της σκηνής έσβησαν, οι κιθάρες συνέχισαν να ακούγονται ανάμεσα στις σκηνές, λίγο πριν ξημερώσει Δευτέρα και αρχίσει το ξεστήσιμο.
Οι τέσσερις μέρες του φεστιβάλ ένωσαν ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών μουσικών προτιμήσεων και διαφορετικών διαδρομών. Την ίδια στιγμή, γύρω από τη σκηνή συνεχίζει να υφαίνεται μια αόρατη κοινότητα ανθρώπων, που δίνουν ραντεβού κάθε χρόνο στο ίδιο σημείο με το συναίσθημα ότι “ανήκουν εδώ”.
Στο τέλος μας έμειναν τα λόγια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από σκηνής, λίγο πριν ερμηνεύσει στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου. Λόγια που έδωσαν τον πιο ανθρώπινο επίλογο σε αυτό το τετραήμερο:
«Ό,τι και να συμβαίνει, το κεφάλι ψηλά. Μη σε παίρνει από κάτω…
Το παιχνίδι παίζεται ακόμα.»