ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΝΤΖΑΣ: “ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΤΗΣΕΙΣ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ”
Ο Δημήτρης Καραντζάς σε μία εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με αφορμή τις δύο επερχόμενες σκηνοθεσίες του, αυτή του Ρομπέρτο Τσούκο και του Άμλετ.
Τον Δημήτρη Καραντζα τον παρακολουθώ χρόνια και δεν θα προσποιηθώ τον αντικειμενικό θεατή: είμαι από εκείνες που περιμένουν τις παραστάσεις του, που παρασύρομαι στο ιδιοσυγκρασιακό θεατρικό του σύμπαν και που, ακόμη κι όταν κάτι με δυσκολεύει, θέλω να δω μέχρι πού θα το πάει.
Οι δουλειές του έχουν τη δική τους γλώσσα, συχνά σκοτεινή, απαιτητική, εμμονική, ψάχνουν περισσότερο απ’ όσο εξηγούν και ζητούν από τον θεατή να κάνει κι εκείνος ένα κομμάτι της διαδρομής. Από τον Τσέχωφ και τον Σαίξπηρ μέχρι τον Κολτές, τον Δημητριάδη, τη Σάρα Κέιν και τη Βιρτζίνια Γουλφ, επιστρέφει σε έργα σαν να ψάχνει μέσα τους ένα προσωπικό ερώτημα και όχι απλώς το επόμενο ανέβασμα.
Συναντηθήκαμε στο Αερόστατο, στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι. Και ήταν ωραία γιατί η κουβέντα μας ξέφυγε λίγο από το θέατρο, ίσως γιατί και ο ίδιος μοιάζει να κοιτάζει τελευταία λίγο περισσότερο έξω από αυτό. Στα 39 του ανακάλυψε ότι του αρέσει να οδηγεί — και μάλιστα πολύ.
Μέχρι τότε, όπως λέει, απλώς δεν είχε προλάβει να ασχοληθεί: είχε αφιερωθεί τόσο ολοκληρωτικά στο θέατρο από την εφηβεία του, ώστε πολλά πράγματα της κανονικής ζωής συνέβαιναν γύρω του χωρίς ο ίδιος να συμμετέχει.
Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τα σπίτια του. Βαριόταν εύκολα, ήθελε να φεύγει, φανταζόταν ακόμη και ότι θα μπορούσε να ζει σε ξενοδοχεία, χωρίς τίποτα δικό του, χωρίς την ευθύνη ενός χώρου που πρέπει να φροντίσει. Μέχρι που αυτό άρχισε να αλλάζει κι αυτό. Κοίταξε το σπίτι του διαφορετικά, το ανανέωσε, πέταξε έπιπλα, ασχολήθηκε μαζί του. Και μετά ήρθαν τα φυτά — άλλη μία μικρή, μέχρι πρότινος άγνωστη περιοχή της ζωής.
«Ας δούμε λίγο και την υπόλοιπη ζωή», μου είπε κάποια στιγμή. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ωραία φράση για να ξεκινήσει κανείς μια συζήτηση.
Γιατί απέναντί μου δεν ήταν μόνο ο σκηνοθέτης που ετοιμάζεται να βυθιστεί ξανά στον «Ρομπέρτο Τσούκο» (με τον Δημήτρη Καπουράνη στον ομώνυμο ρόλο στο Θέατρο Προσκήνιο, από τις 23 Οκτωβρίου) του Κολτές και ταυτόχρονα στον «Άμλετ» (που θα κάνει πρεμιέρα τον Δεκέμβριο στο Θέατρο Βεάκη με τη Στεφανία Γουλιώτη στον ομώνυμο ρόλο). Ήταν κι ένας άνθρωπος που, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη την ενήλικη ζωή του μέσα στο θέατρο, αρχίζει να ανακαλύπτει ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν γνωρίζει για τον εαυτό του. «Μάλλον θέλω να συμβούν και άγνωστα πράγματα στη ζωή μου», λέει. Και κάπως έτσι αρχίσαμε να μιλάμε.
“Με τον Ρομπέρτο Τσούκο νομίζω έχω σχέση πάθους. Φαίνεται και από το «Ρομπ» που κάναμε στη Στέγη. Η αρχική πρόταση ήταν ο «Ρομπέρτο Τσούκο», δηλαδή το καθαυτό έργο του Κολτές.
Στην πορεία έγινε μια συζήτηση με τον Ευθύμη Φιλίππου και τελικά κάναμε μια διασκευή, που απομακρύνθηκε από το αρχικό έργο, παρότι παρέμεινε η βασική ιδέα ενός ανθρώπου που για άλλους είναι ήρωας και για άλλους φονιάς, για άλλους τρελός και για άλλους άγιος.
Είχα πάντα ένα άλυτο ζήτημα με το ίδιο το έργο. Με συγκινεί τρομερά ο Κολτές γιατί νιώθω ότι αποφάσισε να ζήσει όλη του τη ζωή ως ξένος στην κοινωνία.
Όλα του τα έργα, κατά κάποιο τρόπο, γράφουν για ανθρώπους που δεν ζουν στο φως, αλλά στη νύχτα και στις πιο κρυφές περιοχές της. Με έναν τρόπο αυτοί οι άνθρωποι ζουν πολύ ελεύθερα, αλλά ταυτόχρονα πολύ κρυφά. Αυτή η αντίφαση είναι κάτι που με συγκινεί βαθιά.
Με ενδιαφέρει επίσης ότι ο «Ρομπέρτο Τσούκο» είναι το τελευταίο του έργο. Σε όλες τις σκηνές υπάρχουν τίτλοι και υπάρχει μια σκηνή περίπου στη μέση του έργου που ονομάζεται «Λίγο πριν πεθάνει». Την έγραψε λίγο πριν πεθάνει ο ίδιος”.
Πέθανε από Aids έτσι;
Ναι, εκείνη την εποχή δυστυχώς ήταν μια ασθένεια που δεν ήταν χρόνια και ήταν θανατηφόρα.
Νιώθω ότι μιλάει πολύ για αυτή την προσωπική του περιπέτεια μέσα από το έργο. Στη συγκεκριμένη σκηνή υπάρχει το περίφημο τηλεφώνημα στον τηλεφωνικό θάλαμο που δεν λειτουργεί, όπου ο ήρωας λέει: «Θέλω να φύγω. Πρέπει να φύγω αμέσως. Θέλω να φύγω γιατί πρόκειται να πεθάνω».
Είναι σαν να θέτει τα πιο βαθιά ερωτήματα για τη ζωή του. Νιώθεις τον πόνο ενός ανθρώπου που ξέρει ότι τελειώνει και αισθάνεται ότι για ένα μέρος της κοινωνίας είναι κάτι μολυσματικό.
Και ίσως γι’ αυτό ο Κολτές παίρνει την ιστορία ενός πραγματικού serial killer και την μετατρέπει σε κάτι άλλο.
Δεν κάνει ψυχιατρική καταγραφή για το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος. Παίρνει την ιστορία ενός παιδιού που όντως σκότωσε τους γονείς του και τη μετατρέπει σε μια παραβολή για μια μεγαλύτερη περιπλάνηση τύπου Άμλετ.
Υπάρχει μάλιστα κεφάλαιο με τίτλο “Οφηλία” και το έργο ξεκινά με δύο φύλακες, όπως και ο «Άμλετ», που περιμένουν να εμφανιστεί κάτι. Αντί για το φάντασμα, όμως, εμφανίζεται ο Τσούκο, ο οποίος δραπετεύει και ξεκινά τη δική του περιπλάνηση.
Έχει σκοτώσει τη μητέρα του και από εκεί ξεκινά μια περιπλάνηση που ακυρώνει το όνομά του. Η αμέσως επόμενη σκηνή λέει: «Μπορείς να με λες όπως θέλεις». Δεν έχει κανένα όνομα. Θέλει να αποκοπεί από τη ρίζα, αφού έχει σκοτώσει τη ρίζα. Είναι σαν να θέλει να αποκοπεί από τον εαυτό του, από το όνομά του, ακόμη και από το ίδιο του το σώμα.
Είναι σαν να ξεκινά μια περιπλάνηση ζωής, συναντώντας διαφορετικά πρόσωπα και προσπαθώντας να καταλάβει με ποιον τρόπο μπορεί πραγματικά να ενταχθεί στον κόσμο, αλλά και να αφήσει πίσω του αυτό που δεν άντεχε να είναι. Και τελικά καταλήγει μόνος του να παραδοθεί.
Και υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση: ενώ σε όλο το έργο αναιρεί το όνομά του, ενώ έχει πει ότι είναι μυστικός πράκτορας και διάφορα άλλα, ενώ κυκλοφορεί και μένει σε χώρους με σεξ-εργάτριες, ενώ δεν μιλάει ποτέ με αποτέλεσμα όλοι να αναρωτιούνται αν έχει φωνή, το μεγάλο του όνειρο είναι να γίνει διάφανος, να μπορούν οι άνθρωποι να κοιτάζουν πίσω από αυτόν χωρίς να τον βλέπουν.
Αυτό ενέχει και μια ειρωνεία, γιατί σε αυτό το έργο είναι ο μόνος που έχει όνομα. Στην κοινωνία του έργου υπάρχουν μόνο ρόλοι και κοινωνικές ταυτότητες. Ο πατέρας, η μητέρα, η αδερφή, ο επιθεωρητής, η πάτρωνα, ο νταβατζής.
Και είναι σαν να περιγράφει μια κοινωνία που δεν μπορεί καθόλου να βγει από την τροχιά της και λειτουργεί πολύ κανονιστικά και, για μένα, απάνθρωπα απέναντι στις “ανθρώπινες” ιδιότητες. Και ο ίδιος προσπαθεί να δει κατά πόσο αυτό το τόσο τακτοποιημένο και ακίνητο σύστημα μπορεί να κουνηθεί ή όχι.
Να τα πάρουμε λίγο από την αρχή. Αυτό που είπες, ότι θέλει να κόψει τις ρίζες του. Κόβοντας τις ρίζες μας απελευθερωνόμαστε;
Σκέφτομαι ότι υπάρχει η φράση στο έργο: «Είναι φυσιολογικό να σκοτώνουμε τους γονείς μας». Ωστόσο, νομίζω ότι ο άνθρωπος που είναι μόνιμα προσκολλημένος στη ρίζα του, που μπορεί να έχει βολευτεί πίσω από το “έχω τραύματα και γι’ αυτό δεν μπορώ να προχωρήσω”, κάποια στιγμή πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη του εαυτού του.
Ωστόσο κάποιοι μπορεί να μην είναι δυνατό να τα καταφέρουν, να μην αντέχουν να κάνουν το άλμα, να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους. Ταυτόχρονα, ακόμη κι όταν αποκοπτόμαστε από τη ρίζα μας, είτε συμβολικά είτε πρακτικά — όταν πεθαίνουν οι γονείς μας — πάντα υπάρχει μια μνήμη και ένα στοίχημα.
Στην παράσταση αυτό γίνεται πιο καθαρό γιατί ο Τσούκο αφού τους σκοτώσει, τα ίδια πρόσωπα τα συναντά ξανά σε τελείως άλλους ρόλους. Και αυτό που κάναμε ήταν συνειδητό.
Ο Κολτές θεωρεί την οικογένεια σαν ένα συμπαγές σχήμα, σαν να λέμε ότι ο πατέρας, η μητέρα, η αδερφή, ο αδερφός είναι η οικογένεια – η κάθε οικογένεια που μοιάζει με όλες τις οικογένειες . Και το κάνει με έναν τρόπο που μπορεί να σε οδηγήσει σε μια πολύ μεγαλύτερη ποιητική και φιλοσοφική αναζήτηση. Και επειδή η γραφή του δεν είναι ρεαλιστική, σε μετατοπίζει σε πράγματα του εαυτού πολύ πιο καταχωνιασμένα.
Μου δείχνει φωτογραφίες από το σκηνικό της παράστασης και του λέω αμέσως. “Μοιάζει σαν να μπαίνεις στο μυαλό του ήρωα”.
Εντελώς. Το σκηνικό μας νιώθω πως έχει μέσα όλη την πορεία ενός ανθρώπου δεν αντέχει να είναι στην κοινωνία, αλλά προσπαθεί να ενταχθεί και καταλαβαίνει στην πορεία ότι θα πεθάνει.
Έχει μέσα το επείγον ενός ετοιμοθάνατου, το επείγον της εξομολόγησης ενός ανθρώπου που θέλει να πει τις τελευταίες του σκέψεις πριν πεθάνει.
Ένας αποχαιρετισμός στην ανθρωπότητα, ας πούμε. Και αυτό θέλει μια λεπτότητα και μια ποίηση, την οποία ευτυχώς με τη Μαρία την Πανουργιά που κάνει το σκηνικό μας την έχουμε βρει πολύ ωραία.
Έχεις συνεργάτες πολύ σταθερούς, με τους οποίους μια λέξη ή ένα βλέμμα αρκεί για την επικοινωνία σας. Και με τον Δημήτρη Καπουράνη που θα ενσαρκώσει τον Τσούκο, δέσατε πολύ ωραία στο Cleansed.
Και δέσαμε απρόσμενα. Ο Ρομπέρτο Τσούκο ήταν ένα μεγάλο αίνιγμα. Όλο αυτό το «πώς θα γίνει» με συνέδεσε τρομερά και κάπως νομίζω ότι αυτό θα φανεί.
Ο Δημήτρης είναι από τους ηθοποιούς που δεν κάνει την υποκριτική lifestyle. Το λέω επειδή η εποχή μας έχει τόσες σειρήνες και δεν ξέρεις πια τι σημαίνει «είμαι ηθοποιός». Αν θα παίξει κάποιος σε μια σειρά, θα του τονώσει τον Instagram λογαριασμό, άρα θα κάνει και διαφημίσεις και παράλληλα θα κάνει και άλλες σειρές και θα βρίσκει και δύο μέρες για πρόβα.
Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους που θέλουν να βρουν τον τρόπο να επιβιώσουν, γιατί δεν είναι απλό. Ο Δημήτρης είναι ένας ηθοποιός που με το «Μια άλλη Θήβα» και μόνο κέρδισε την εκτίμηση του περισσότερου κόσμου.
Δεν είναι ένα πρόσωπο που έρχεται με την έπαρση «εγώ το έχω». Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί δυστυχώς συναντώ την έπαρση και την επιπολαιότητα. Ηθοποιοί σαν τον Δημήτρη Καπουράνη δεν γεννιούνται κάθε μέρα . Η ηθική του και το εύρος της αντίληψής του σπανίζει, ιδίως στους νέους ηθοποιούς.
Εσύ πιστεύεις πως “το χεις” στη σκηνοθεσία;
Εγώ δεν μπορώ να νιώσω ποτέ ότι το έχω. Γιατί αν νιώθεις ότι «το έχεις», σημαίνει ότι δεν έχεις πια ερώτημα. Και αν δεν έχεις ερώτημα, δεν έχεις κίνητρο. Τι κάνεις τότε; Απλώς στήνεις μια παράσταση. Και το πιο βαρετό πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς είναι να στήσει μια παράσταση.
Στην εποχή του Instagram, τελικά μπορείς απλώς να φτιάξεις μια «Instagramική τελειότητα» και πολλοί να είναι ευχαριστημένοι.
Αυτό που λες είναι αυτό που εγώ το λέω κάπως και εύκολη διασκέδαση. Δεν είναι ότι δεν χρειάζεται — προφανώς και χρειάζεται.
Αλλά νομίζω ότι έχουν γίνει όλα λίγο ένας μύλος. Για μένα είναι διαφορετικό ένα θέατρο που προσπαθεί να σε μετακινήσει, να σε βάλει μέσα σε μια διαδρομή και να γίνεις κι εσύ μέρος της αναζήτησης, από ένα θέατρο που σου λέει: «Κάτσε εδώ και θα τα κάνω όλα εγώ για σένα. Θα σου βάλω τη μουσική που χρειάζεται, θα σου δείξω ακριβώς τι πρέπει να νιώσεις».
Επίσης, νομίζω ότι γίνεται συχνά μια παρερμηνεία. Υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν ασχολούνται καθόλου με την υποκριτική. Εγώ θεωρώ ότι η υποκριτική είναι απόλυτα δραματουργικό στοιχείο. Γι’ αυτό και εκνευρίζομαι, για παράδειγμα, με μια κριτική που μπορεί να λέει ότι ήταν ωραία η σκηνοθεσία αλλά κακές οι ερμηνείες ή, αντίστροφα, ότι όλοι έπαιζαν καλά αλλά η παράσταση δεν ήταν καλή. Κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν γίνεται.
Όταν οι άνθρωποι δεν έχουν συνεννοηθεί, δεν μπορεί να υπάρξει καλή ερμηνεία. Μια καλή ερμηνεία σημαίνει πυρηνική εμπλοκή, προσωπική κατάθεση, χημεία.
Και εκεί, νομίζω, βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε κάτι που είναι απλώς τέλειο και σε κάτι που γίνεται προσωπικό και, τελικά, διαπεραστικό.
Φοβάσαι μήπως δεν αγγίξεις το κοινό;
Αυτό ξεκινά από το αν θέλεις να κάνεις κάτι για να αρέσει σε όλους ή αν το κάνεις επειδή έχεις ένα προσωπικό ερώτημα.
Όταν αρχίζω να σκέφτομαι μια δραματουργία, θέλω να νιώθω ότι είμαι συνεπής με αυτό που σκέφτομαι και με αυτό που παράγουμε μαζί με τους άλλους. Και στην πρόβα όλο αυτό κάπως μας πηγαίνει κάπου.
Γιατί όταν ξεκινάω πρόβες, μπορεί να ξέρω τι θέλω να κάνω, αλλά δεν ξέρω πώς ακριβώς θα είναι στο τέλος. Μπορεί να έχω κάποιες κατευθύνσεις, αλλά όχι ένα έτοιμο αποτέλεσμα στο μυαλό μου.
Στην πορεία καταλαβαίνω και το συνολικό ύφος. Αλίμονο αν το ήξερα όλο από πριν. Προτιμώ να είμαι συνεπής στον εαυτό μου, στη σκέψη μου και στην πεποίθησή μου, από το να πω «τώρα πρέπει να κάνω κάτι που να είναι λαοφιλές».
Και όσα έγιναν λαοφιλή δεν τα προκάλεσα να γίνουν, όπως δεν προκάλεσα και όσα δεν έγιναν. Το ίδιο πράγμα έκανα κάθε φορά.
Τώρα, με τον «Τσούκο», δεν σε αγχώνει ότι το «Ρομπ» έχει ήδη κάνει τόσο μεγάλη επιτυχία και έχει γυρίσει όλο τον κόσμο; Δεν έχει τελειώσει αυτός ο ήρωας μέσα σου;
Όχι, γιατί είναι άλλος ήρωας. Ο Ευθύμης Φιλίππου είχε γράψει κάτι άλλο.
Τώρα θα δούμε όμως όλες τις διαθλάσεις του μυαλού του. Αυτός ο ήρωας, για μένα, καταφέρνει να θέσει πολύ βαθιά και πολύ ποιητικά όλη τη σαθρότητα της κοινωνίας, χωρίς να την καταγγέλλει ευθέως. Είναι σαν να μπαίνεις στα πιο υπόγεια στρώματά της.
Και, αν πετύχει να σε χτυπήσει, το κάνει ακριβώς πάνω σε αυτό: στο ποια είναι η δομή της κοινωνίας και στο πόσο αδιαπέραστη είναι.
Νομίζεις ότι αποδρά, αλλά κάθε φορά πέφτει πάνω σε έναν επόμενο τοίχο. Και μετά σε έναν ακόμη. Και κατά κάποιον τρόπο η μόνη λύση είναι η εξαΰλωση.
Και εκεί μπαίνει ο Άμλετ. Ο πρώτος του μονόλογος είναι ακριβώς το πώς θα μπορούσε αυτή η τόσο στέρεη ύλη να λιώσει, για να μπορέσει να αντέξει.
Θέλω να πω ότι και οι δύο, και ο Άμλετ και ο Τσούκο — και για μένα δεν είναι τυχαίο ότι τους πιάνω και τους δύο την ίδια χρονιά — ζητούν μια απελευθέρωση από τα πολύ στενά δεσμά της ζωής.
Και στα δύο έργα μπλέκονται πολύ έντονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν καθορίζει τη συνέχεια. Άρα ο χρόνος είναι το τώρα, αλλά το τώρα είναι ταυτόχρονα και αυτό που προηγήθηκε και αυτό που πρόκειται να συμβεί.
Με έναν τρόπο, είναι δύο ήρωες που έχουν δει πολύ βαθιά το ανέφικτο της ανθρωπότητας. Και όταν το έχεις δει τόσο βαθιά, σπαρταράς προσπαθώντας να βρεις πώς θα καταφέρεις να αναπνεύσεις.
Τι εννοείς όταν λες «το ανέφικτο της ανθρωπότητας»; Στον Τσούκο, ας πούμε;
Ο Τσούκο σκοτώνει μια οικογένεια και αμέσως μετά εμπλέκεται με την Παιδούλα, η οποία ζει σε μια άλλη οικογένεια. Και βλέπουμε μια άλλη οικογένεια που κουβαλάει πάλι τις ίδιες ρίζες της δυστυχίας.
Οπότε, ακόμη κι αν νομίζεις ότι σκοτώνεις κάτι από αυτό, θα το ξαναβρείς μπροστά σου με άλλη μορφή. Η ίδια η οικογένεια που μιλάει για το πώς θα αποφύγει τη δυστυχία ζει βουτηγμένη μέσα σε αυτήν. Και ενώ υποτίθεται ότι προστατεύει τη μικρή αδερφή, είναι η ίδια η οικογένεια που τελικά θα την εκπορνεύσει.
Γίνονται διαρκώς κύκλοι που σου λένε ότι πίσω από αυτή την ωραία επιφάνεια υπάρχουν βαθιές παθογένειες. Αυτό εννοώ με το ανέφικτο της ανθρωπότητας.
Και στον Άμλετ υπάρχει αυτό;
Ναι. Ο Άμλετ σχεδόν τα βάζει με ένα ολόκληρο καθεστώς.
Ξεκινά βαθιά επικριτικός απέναντι σε αυτό που βλέπει, χωρίς ακόμη να γνωρίζει το μέγεθός του. Και όταν συνειδητοποιεί πόσο βαθιά είναι η σήψη, είναι σαν να μην μπορεί να δράσει. Γιατί ακόμη κι αν κάνει κάτι για να το αλλάξει, ξέρει ότι είναι τόσο βαθιά ριζωμένο που δεν αλλάζει εύκολα. Και αυτή, για μένα, είναι η τραγωδία του.
Δεν αναβάλλει απλώς επειδή έχει κατάθλιψη ή επειδή είναι μελαγχολικός. Έχω ακούσει διάφορες τέτοιες ερμηνείες. Νομίζω ότι είναι κάτι άλλο: όταν φτάσεις να δεις πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του κακού, καταλαβαινεις ότι ακόμη κι αν κόψεις ένα κεφάλι του, αυτό θα συνεχίσει να βγαίνει.
Ε τώρα δεν μπορώ να μη σχολιάσω την άνοδο της Ακροδεξιάς, ειδικά στη Γερμανία…
Αυτό είναι το τέλος μας. Μια τραγωδία. Και αυτό που έγινε στο Βερολίνο, το οποίο πέρασε κάπως στο ντούκου μέσα στο καλοκαίρι, με την τρομοκρατική επίθεση στο ρολόι του Βερολίνου, ήταν πολύ χαρακτηριστικό. Χτυπήθηκε ένα μέρος που θεωρείται διεθνώς τόπος ελευθερίας.
Και ο «Άμλετ» σε εμάς τελειώνει με τη φράση «έρχονται τρομερά πράγματα στον κόσμο». Υπάρχει και συνέχεια στο έργο, αλλά εμείς δεν προχωράμε πιο πέρα.
Αυτή είναι η τελευταία φράση που ακούγεται, όταν πια κάποιος κάνει την κίνηση να εκδικηθεί και τελικά γίνεται και ο ίδιος θύμα αυτής της κίνησης.
Θα δούμε στον ρόλο του Άμλετ μία γυναίκα, τη Στεφανία Γουλιώτη…
Όταν έπιασα να διαβάσω τον Άμλετ και να παρασύρομαι στη δίνη όλου αυτού του ιλίγγου που είναι ο Άμλετ, άρχισε να μου εμφανίζεται μια φωνή όχι αντρική. Για να είμαι ειλικρινής, μια φωνή που δεν έχει φύλο. Δεν μένεις στο φύλο, αλλά στην ποιητική της μαεστρία.
Και μου εμφανίστηκε η Στεφανία Γουλιώτη, μια γυναίκα ηθοποιός, σπουδαία, που έχει αυτή τη χαμαιλεοντική ικανότητα να φαίνεται πολύ ή να σβήνει απόλυτα. Να κάνει θόρυβο ή να μένει στο σκοτάδι. Ό,τι απαιτεί κάθε φορά η σκηνική αναμέτρησή της. Ακριβώς σαν τον Άμλετ και τις μεταμορφώσεις του. Δεν στέκεσαι στο φύλο, αλλά στην πράξη, στη σκέψη, στο υπαρξιακό ενδιάμεσο όπου βρίσκεται αυτό που λέμε Άμλετ.
Είναι και όλος αυτός ο κύκλος της βίας που είδαμε και στην «Άλκηστη» το καλοκαίρι, τον βλέπουμε και στον «Άμλετ», τον βλέπουμε και στην πραγματικότητα.
Και προσωπικά νομίζω ότι καταπιάνομαι με αυτά γιατί προσπαθώ να δω πώς μπορείς να αντέξεις. Αν μη τι άλλο, πρέπει να αφήσεις κάποιες σκέψεις να ακουστούν, να ξύσεις κάποιες περιοχές που μπορεί τελικά και να σε παρηγορήσουν.
Να πεις ότι, παρότι ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται — που λέει και ο Άμλετ — θα κάνω μια προσπάθεια να τον τορπιλίσω. Να πω ότι δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό.
Πάντως τον Σαίξπηρ τον επισκέπτεσαι συχνά.
Ναι, αν και τον φοβάμαι. Ο Σαίξπηρ μου φαίνεται η πιο δύσκολη πίστα. Αλλά ο «Άμλετ» είναι εκεί και σε “κοιτάει” και έρχεται κάποια στιγμή που λες «πάμε». Δεν είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας ο Σαίξπηρ. Τον βρίσκω όμως τεράστιο και το ότι δεν είναι αγαπημένος μου με κάνει να θέλω να τον επεξεργαστώ.
Έχω καταλάβει ότι αν δεν υπάρχει ένας υψηλός βαθμός δυσκολίας και ρίσκου, δεν νιώθω ζωντανός μέσα στη δουλειά. Κάνω πολλές παραστάσεις, αλλά δεν θέλω να κάνω παραστάσεις απλώς για να κάνω παραστάσεις.
Αυτή την περίοδο, μάλιστα, δεν έχω σκεφτεί καθόλου τι θα κάνω του χρόνου — και δεν θέλω ακόμη να το σκεφτώ. Είμαι τόσο μέσα σε αυτά τα δύο έργα, που νιώθω ότι μετά θα χρειαστώ μια αποφόρτιση.
Αν φτάσω εκεί που θέλω με αυτά, κάτι μέσα μου θα έχει εξαντληθεί δημιουργικά και θα χρειάζεται χρόνο πριν αντλήσει ξανά.
Μπορεί όντως να μην κάνω τίποτα την επόμενη χρονιά. Ξέρω όμως ότι το επόμενο πράγμα που θέλω να δοκιμάσω είναι μια διασκευή μυθιστορήματος.
Θα μας πεις ποιο;
Έχω ενθουσιαστεί με τις «Ανθρώπινες πράξεις» της Χαν Κανγκ. Είναι ένα μυθιστόρημα για μια εξέγερση στην Κορέα, όπου έχασαν τη ζωή τους πολλοί φοιτητές και ανήλικοι, και κάθε κεφάλαιο δίνει τη φωνή σε ένα διαφορετικό πρόσωπο — σε ζωντανούς, συγγενείς, ακόμη και νεκρούς.
Και το λέω γιατί, παρότι επιστρέφει ξανά στη βία και στον θάνατο, η φόρμα είναι τελείως διαφορετική. Μάλλον αυτό είναι που βλέπω γύρω μου και δεν μπορώ να μην το βλέπω.