ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ ΑΓΛΑΪΑ ΠΑΠΠΑ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ
Είδαμε τις “Ευτυχισμένες Ημέρες” που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Τάρλοου στο θέατρο Πορεία με την Αγλαΐα Παππά στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Γουίνι και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Υπάρχει κάτι σχεδόν αφόρητο στο χαμόγελο της Αγλαΐας Παππά στις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ. Στην αρχή είναι πλατύ, φωτεινό, σχεδόν καθησυχαστικό. Το χαμόγελο μιας γυναίκας που ξυπνά αποφασισμένη να περάσει άλλη μία υπέροχη ημέρα. Μόνο που βρίσκεται θαμμένη μέχρι τη μέση στην άμμο. Δεν μπορεί να φύγει, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα και, όσο περνά η ώρα, ο κόσμος της στενεύει ασφυκτικά.
Κι όμως, εκείνη εξακολουθεί να χαμογελά. Όσο περισσότερο βυθίζεται, τόσο πιο ανατριχιαστικό γίνεται το χαμόγελό της.
Πόσο σύγχρονη μοιάζει αυτή η εικόνα. Μια γυναίκα που χάνει σταδιακά κάθε δυνατότητα κίνησης, αλλά συνεχίζει να οργανώνει την ημέρα της, να περιποιείται τον εαυτό της, να αναζητά μικρές χαρές και να επαναλαμβάνει πως όλα είναι υπέροχα.
Πόσο απέχει αυτή η συνθήκη από τη δική μας καθημερινότητα; Από την επίμονη ανάγκη να δηλώνουμε καλά, ακόμη κι όταν όλα γύρω μας καταρρέουν;
Η ακινησία ως σκηνοθετική επιλογή – Επιταγή του Μπέκετ
Η παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου δεν επιχειρεί να επανεφεύρει τις «Ευτυχισμένες Μέρες». Ακολουθεί πιστά τις αυστηρές σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα, επιλέγοντας τη λιτότητα αντί της σκηνοθετικής επίδειξης.
Η ακινησία εδώ δεν είναι αδυναμία της σκηνοθεσίας. Είναι η ίδια η ουσία του έργου. Ο Μπέκετ εγκλωβίζει τη Γουίνι μέσα στο σκηνικό της. Στην πρώτη πράξη μπορεί ακόμη να κινεί τα χέρια της. Στη δεύτερη, η άμμος έχει φτάσει μέχρι τον λαιμό της. Της απομένουν μόνο το πρόσωπο, τα μάτια και η φωνή.
Ο ρυθμός, οι παύσεις, οι επαναλήψεις είναι σχεδόν μαθηματικά καθορισμένα από τον συγγραφέα. Ο Τάρλοου σέβεται αυτή την αυστηρότητα, παραδίδοντας μια προσεγμένη, σχεδόν ασκητική παράσταση.
Μια βαλίτσα που ενώνει δύο γενιές του ελληνικού θεάτρου.
Η παράσταση αυτή κουβαλά και μια ξεχωριστή θεατρική ιστορία. Το 1966, η Χριστίνα Τσίγκου – σπουδαία και πρωτοπόρος Ελληνίδα ηθοποιός, μεταφράστρια και σκηνοθέτιδα με τεράστια προσφορά στο διεθνές και ελληνικό αβάν-γκαρντ θέατρο, η οποία συνδέεται άρρηκτα με τον Σάμιουελ Μπέκετ, παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τις «Ευτυχισμένες Μέρες» στο θέατρο Βεργή- υπογράφοντας τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία και ερμηνεύοντας τη Γουίνι. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε μάλιστα σχεδιάσει ο Γιάννης Τσαρούχης.
Λίγο πριν πεθάνει – πέθανε στην Αθήνα το 1973, στα 53 της χρόνια, πάμπτωχη και μόνη- η ηθοποιός άφησε στη Μαρίνα Καραγάτση ένα καφέ δερμάτινο βαλιτσάκι με σημειώσεις, την περούκα της και αντικείμενα από εκείνη την παράσταση.
Το βαλιτσάκι παρέμεινε στην οικογένεια και, δεκαετίες αργότερα, αποτέλεσε την αφορμή για να επιστρέψει ο Δημήτρης Τάρλοου στο έργο. Μαζί με την Αγλαΐα Παππά προχώρησαν σε νέα μετάφραση, αξιοποιώντας τις σημειώσεις της Χριστίνας Τσίγκου. Δεν επιχείρησαν να αναπαραστήσουν την ιστορική εκείνη παράσταση, αλλά να συνομιλήσουν με τη μνήμη της.
Η συνεργασία τους έχει, άλλωστε, και προσωπικό παρελθόν: υπήρξαν συμφοιτητές στη δραματική σχολή και συναντιούνται ξανά έπειτα από χρόνια, έχοντας διαγράψει τις δικές τους καλλιτεχνικές διαδρομές.
Αυτή η εμπιστοσύνη είναι εμφανής στη σκηνή. Ο Δημήτρης Τάρλοου αφήνει χώρο στην Αγλαϊα Παππά να αναμετρηθεί με τον Μπέκετ. Και εκείνη τον αξιοποιεί στο έπακρο.
Η συγκλονιστική Αγλαΐα Παππά
Η Αγλαΐα Παππά είναι μια ηθοποιός με βαθιά και ουσιαστική σχέση με τον θεατρικό λόγο, αξιοθαύμαστη υποκριτική πειθαρχία και μια σπάνια ικανότητα να διαχειρίζεται τον σκηνικό χρόνο, δίνοντας βαρύτητα ακόμη και στην πιο ανεπαίσθητη παύση.
Εδώ, όμως, αποκαλύπτει κάτι ακόμη: μια απροσδόκητη ελαφρότητα, μια σχεδόν παιδική ζωντάνια που κάνει τη σταδιακή συντριβή της Γουίνι ακόμη πιο οδυνηρή.
Η Γουίνι της δεν είναι μια γυναίκα που υποφέρει από την πρώτη στιγμή. Είναι φιλάρεσκη, ευγενική, αστεία, με μικρές συνήθειες και μια πεισματική ανάγκη να χαρεί τη ζωή. Χτενίζεται, βάφεται, θυμάται, αστειεύεται. Μετατρέπει τα λιγοστά αντικείμενα του βαλιτσακίου της σε πολύτιμους συμμάχους απέναντι στον χρόνο.
Η Αγλαΐα Παππά κάνει κάθε μικρή κίνηση σημαντική. Μια παύση, μια ανάσα, μια αλλαγή στη φωνή αποκτούν τη βαρύτητα ενός ολόκληρου γεγονότος.
Πάνω απ’ όλα, όμως, συγκλονίζει το χαμόγελό της.
Ένα χαμόγελο που δεν σβήνει όσο η κατάσταση χειροτερεύει, αλλά μεταμορφώνεται. Γίνεται άλλοτε άμυνα, άλλοτε συνήθεια, άλλοτε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της κανονικότητας.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ερμηνείας της: η Γουίνι δεν είναι ούτε απλώς δυστυχισμένη ούτε αφελώς αισιόδοξη. Είναι ταυτόχρονα αστεία και τραγική, δυνατή και εύθραυστη, γεμάτη ζωή και τρομαγμένη από το τέλος της.
Στη δεύτερη πράξη, όταν το σώμα της έχει σχεδόν εξαφανιστεί, η Αγλαΐα Παππά διαθέτει μόνο το πρόσωπο και τη φωνή της. Κι όμως, με ένα βλέμμα, μια αλλαγή στον τόνο, μια ανεπαίσθητη έκφραση, κατορθώνει να αφηγηθεί όσα δεν μπορούν πια να ειπωθούν με το σώμα.
Και δίπλα της, ο Δημήτρης Μπίτος υποδύεται τον Γουίλι, με μια παρουσία εξαιρετικά περιορισμένη, ίσως περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Ωστόσο, η σχεδόν μόνιμη σιωπή του υπογραμμίζει τη βαθιά μοναξιά της Γουίνι.
Γιατί η Γουίνι δεν μιλά ασταμάτητα επειδή έχει πολλά να πει. Μιλά γιατί χρειάζεται κάποιον να την ακούει. Ακόμη και η πιθανότητα πως υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα της, αρκεί για να συνεχίσει.
Αξίζει να δει κανείς αυτές τις «Ευτυχισμένες Μέρες»;
Ναι γιατί ο Δημήτρης Τάρλοου παραδίδει μια προσεγμένη, πιστή στον Μπέκετ παράσταση. Η Αγλαΐα Παππά, όμως, τη μετατρέπει σε μια συγκλονιστική εμπειρία.
Και αυτό που μένει είναι το χαμόγελό της. Ένα χαμόγελο που γίνεται ολοένα πιο σπαρακτικό καθώς η Γουίνι βυθίζεται. Πόσο ανατριχιαστικά επίκαιρο: να χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου και να υποχρεώνεσαι να δηλώνεις ευτυχισμένος.
Η Αγλαΐα Παππά δεν ερμηνεύει απλώς αυτή την αντίφαση. Την κάνει να πονά.
Και τελικά, εκείνο το χαμόγελο δεν είναι παρά μια κραυγή που κανείς δεν ακούει.