ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου αναμετριέται με το δυστοπικό σύμπαν του Τζορτζ Όργουελ σε ένα απαιτητικό one man show, όπου ο φόβος, η χειραγώγηση και η απώλεια της ελευθερίας αποκτούν ανησυχητικά σύγχρονο πρόσωπο.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να αναμετρηθεί κανείς θεατρικά με το «1984» του Τζορτζ Όργουελ, το μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1948 και κατάφερε να ξεπεράσει κατά πολύ την εποχή του και να μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά και δυστοπικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ακόμη δυσκολότερο είναι να επιχειρήσει να χωρέσει κάποιος αυτό το τεράστιο σύμπαν σε έναν μόνο ηθοποιό.
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου το τόλμησε και το στοίχημα που έθεσε στον εαυτό του είναι διπλό: από τη μία να φέρει το έργο του Όργουελ στη σκηνή και, από την άλλη, να ενσαρκώσει σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο του μόνος του.
Ο Γουίνστον Σμιθ, η Τζούλια, ο Μεγάλος Αδερφός, η Αστυνομία Σκέψης, η Καινογλώσσα, το Υπουργείο Αλήθειας, ο Θάλαμος 101. Ένας ολόκληρος μηχανισμός εξουσίας, φόβου και χειραγώγησης συμπυκνώνεται σε ένα σώμα επί σκηνής που δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως η ιστορία ενός δυστοπικού μέλλοντος. Γιατί το πραγματικά ανησυχητικό με τον Όργουελ σήμερα είναι ακριβώς πόσο οικείες ακούγονται ορισμένες από τις λέξεις του.
Ένα έργο που δεν χρειάζεται πια να φανταστείς τόσο πολύ
Ο Ουίνστον Σμιθ προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο στον οποίο η εξουσία δεν αρκείται να ελέγχει τη συμπεριφορά, θέλει να κατακτήσει και τη σκέψη. Η πληροφορία ξαναγράφεται, η μνήμη διαγράφεται, η γλώσσα συρρικνώνεται. Η πραγματικότητα δεν είναι εκείνο που βλέπεις ή θυμάσαι, αλλά εκείνο που σου επιβάλλεται ως πραγματικό.
Αυτό ήταν πάντοτε το τρομακτικότερο κομμάτι του «1984». Η διαρκής επιτήρηση, η χειραγώγηση της πληροφορίας, η κατασκευή διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας, η σταδιακή παράδοση της ιδιωτικότητας και η δύναμη των μηχανισμών που αποφασίζουν τι βλέπουμε και τι όχι δεν ανήκουν πλέον αποκλειστικά στη σφαίρα της λογοτεχνικής δυστοπίας.
Και αυτή ακριβώς είναι μία από τις μεγάλες δυνάμεις –αλλά και μία από τις μεγάλες δυσκολίες– της συγκεκριμένης παράστασης: να αναδείξει αυτή την τρομακτική επικαιρότητα χωρίς να μετατρέψει τον Όργουελ σε ένα εύκολο σχόλιο για το σήμερα.
Για κάποιο λόγο, τα τελευταία χρόνια επιστρέφω σχυνά στο «1984». Σαν να υπάρχει κάτι μέσα σε αυτό το έργο που κάθε φορά ζητά να το ξαναδιαβάσεις, να το ξανακούσεις, να το ξανασκεφτείς από την αρχή. Πριν από λίγους μήνες το άκουσα σε αφήγηση του Ορφέα Αυγουστίδη και βρέθηκα ξανά βυθισμένη σε αυτό το παράξενο, ασφυκτικό σύμπαν σχηματίζοντας τις δικές μου εικόνες για τον Γουίνστον, για την Ωκεανία, για τον Μεγάλο Αδερφό, για εκείνον τον κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ασφαλές – ούτε καν η ίδια σου η σκέψη.
Γι’ αυτό και μπήκα στην παράσταση του Γιώργου Παπαγεωργίου έχοντας ήδη μέσα μου ένα πολύ συγκεκριμένο, προσωπικό «1984». Κι όμως, για κάποιον περίεργο λόγο, το δικό του σκηνικό σύμπαν δεν με ξένισε καθόλου, τουναντίον λειτούργησε σαν μια άλλη εκδοχή του – πιο σωματική, πιο ωμή, πιο αγχώδης. Σαν να άνοιγε ακόμη μία πόρτα μέσα στον ίδιο εφιάλτη.
Μια διασκευή που δεν κάνει εκπτώσεις στον Όργουελ
Η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου αναλαμβάνει ίσως το δυσκολότερο κομμάτι πριν ακόμη αρχίσει η παράσταση: να μετατρέψει ένα σύνθετο, πυκνό μυθιστόρημα σε θεατρικό υλικό. Η διασκευή της δεν επιχειρεί να «εκλαϊκεύσει» τον Όργουελ. Δεν στρογγυλεύει τα νοήματα, δεν εξηγεί διαρκώς στον θεατή τι πρέπει να καταλάβει, ούτε δημιουργεί έναν εύκολο δραματουργικό οδηγό μέσα στον κόσμο του βιβλίου.
Αυτό διατηρεί την πνευματική πυκνότητα του έργου, όμως, έχει και ένα κόστος. Ένας θεατής που γνωρίζει το «1984», τη δομή του και τις βασικές έννοιες του οργουελικού σύμπαντος μπορεί να παρακολουθήσει τις μεταβάσεις και τα επίπεδα της αφήγησης πολύ πιο εύκολα.
Για κάποιον που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο, τα πράγματα είναι σαφώς δυσκολότερα. Υπάρχουν σημεία όπου η πυκνότητα της δραματουργίας, οι συνεχείς εναλλαγές προσώπων και η απουσία ενός πιο καθαρού αφηγηματικού νήματος δημιουργούν απόσταση. Χρειάζεται εγρήγορση και εξοικείωση, διαφορετικά ο θεατής κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον μηχανισμό πριν προλάβει να αντιληφθεί πλήρως τι ακριβώς τον συνθλίβει.
Αυτό δεν αφαιρεί από τη δύναμη της παράστασης. Περιορίζει, όμως, κάπως τη δυνατότητά της να ανοίξει το «1984» προς εκείνον που δεν έχει ήδη περάσει από τις σελίδες του.
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ένα ακραίο σκηνικό στοίχημα
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου αυτοσκηνοθετείται και ταυτόχρονα αναλαμβάνει μόνος του ένα ερμηνευτικό εγχείρημα που βρίσκεται στα όρια της σωματικής και φωνητικής αντοχής.
Η σκηνοθεσία του είναι λιτή ως προς τα μέσα, αλλά όχι φτωχή σε ιδέες. Δεν επιχειρεί να κατασκευάσει μια κυριολεκτική Ωκεανία. Δημιουργεί περισσότερο έναν ψυχικό χώρο εγκλεισμού, όπου το σώμα του ηθοποιού γίνεται το βασικό πεδίο πάνω στο οποίο ασκείται η βία.
Σαν ηθοποιός γνωρίζει πολύ καλά τα εργαλεία του. Ξέρει το σώμα του, τη φωνή του, τον ρυθμό του. Ξέρει πώς να κινηθεί σε μια σκηνή και πώς να γεμίσει τον χώρο όταν δεν υπάρχει κανένας άλλος ηθοποιός δίπλα του για να του επιστρέψει ενέργεια.
Αλωνίζει κυριολεκτικά στη σκηνή, μεταπηδά από πρόσωπο σε πρόσωπο, από κατάσταση σε κατάσταση, αλλάζει φωνές, σώματα και διαθέσεις. Έχει κινησιολογική ακρίβεια, φαντασία και εξαιρετικό έλεγχο της φωνής του. Χρησιμοποιεί με ευρηματικότητα τα σκηνικά αντικείμενα και δημιουργεί εικόνες εκεί όπου η παράσταση θα μπορούσε πολύ εύκολα να παγιδευτεί σε έναν ατελείωτο μονόλογο.
Η μουσική δεν συνοδεύει – απειλεί
Καθοριστικός συμπρωταγωνιστής του Γιώργου Παπαγεωργίου είναι η μουσική του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη, η οποία ερμηνεύεται ζωντανά από τέσσερις μουσικούς επί σκηνής και δε λειτουργεί διακοσμητικά ούτε έρχεται απλώς να υπογραμμίσει το συναίσθημα, αποτελεί κομμάτι του ίδιου του μηχανισμού της αφήγησης.
Θραύσματα μνήμης συνυπάρχουν με υπόκωφους ρυθμούς, στρατιωτικές αναφορές και ηχητικές εκρήξεις. Άλλοτε γίνεται η ανάμνηση ενός κόσμου που χάθηκε και άλλοτε μοιάζει με τον ίδιο τον βόμβο της εξουσίας που παρακολουθεί, πιέζει και εισβάλλει.
Το τετραμελές μουσικό σχήμα βρίσκεται διαρκώς εκεί, σχεδόν σαν ένας ακόμη μηχανισμός επιτήρησης.
Μέσα σ’ έναν τερατώδη κόσμο, πώς δεν γίνεσαι τέρας;
Συμπέρασμα
Ο Γουίνστον Σμιθ, η Τζούλια, ο Μεγάλος Αδερφός, η Αστυνομία Σκέψης, η Καινογλώσσα και ο Θάλαμος 101 δεν λειτουργούν απλώς ως σύμβολα μιας φανταστικής τυραννίας στην παράσταση που στήνει ο Γιώργος Παπαγεωργίου. Γίνονται κομμάτια ενός κόσμου που αναγνωρίζουμε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε.
Η παράσταση είναι πυκνή, απαιτητική και σε σημεία σχεδόν προϋποθέτει τη γνώση του μυθιστορήματος. Από την άλλη πλευρά έχει νεύρο, σκηνική φαντασία και έναν ερμηνευτή που ρίχνεται με εντυπωσιακή γενναιότητα σε ένα σχεδόν ακραίο θεατρικό στοίχημα. Κυρίως, όμως, έχει κάτι που μια παράσταση του «1984» οφείλει να έχει: προκαλεί δυσφορία και δε σε αφήνει να κοιτάξεις τον κόσμο του Όργουελ με την ασφάλεια ότι αφορά κάποια άλλη εποχή, κάποιο άλλο καθεστώς, κάποια μακρινή κοινωνία.
Και η περίφημη φράση «Ο Μεγάλος Αδερφός σε παρακολουθεί» παύει να ακούγεται σαν λογοτεχνική προειδοποίηση, αλλά περισσότερο σαν διαπίστωση.
George Orwell – «1984 – Ο τελευταίος άνθρωπος»
Απόδοση – Θεατρική διασκευή: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Μουσική: Αλέξανδρος-Δράκος Κτιστάκης
Σκηνικά / Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Ματζιάρης
Ερμηνεία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Μουσικοί επί σκηνής: Βανέσσα Αθανασίου (Νάσια Σιαμέτη), Αναστασία Μηλιώρη, Έλενα Μήτσα, Γρηγόρης Καρκάνης
Θέατρο Δίπυλον – Μαύρη Αίθουσα
Σαμουήλ Καλογήρου 2, Αθήνα
Παραστάσεις: Δευτέρα & Τρίτη, 21:00
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/1984-george-orwell-athina/