ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΗΣ ΤΙΛΝΤΑ ΣΟΥΙΝΤΟΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ
Η Τίλντα Σουίντον με αφορμή την έκθεση Tilda Swinton – Ongoing που παρουσιάζεται στο στο νέο Onassis Ready μιλά για τη μνήμη και τα φαντάσματα που κουβαλάμε, τους σπουδαίους συνοδοιπόρους της, τη μόδα, το σινεμά και την τέχνη ως πράξη βαθιάς συντροφικότητας.
Η Τίλντα Σουίντον δεν ήθελε ποτέ να κάνει μια «αναδρομική» έκθεση. Αυτό η σπουδαία ηθοποιός το έκανε ξεκάθαρο από τις πρώτες τις κουβέντες. Δεν ήθελε να σταθεί απέναντι στο ίδιο της το έργο σαν να είχε ολοκληρωθεί. «Δεν ήμουν έτοιμη να κλείσω την ιστορία μου», είπε στην Συνέντευξη Τύπου που έδωσε τη Δευτέρα στο Onassis Ready με αφορμή την έκθεση Tilda Swinton – Ongoing, εξηγώντας πως όταν το Eye Filmmuseum του Άμστερνταμ της πρότεινε αρχικά μια έκθεση, το μόνο που μπορούσε να φανταστεί ήταν «παλιά αποσπάσματα ταινιών, παλιά κοστούμια, αφίσες και φωτογραφίες». Κι αυτό της φαινόταν σαν ένα είδος αποχαιρετισμού. Μια χειρονομία τέλους.
Η έκθεση Tilda Swinton – Ongoing, όμως, που παρουσιάζει η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στο νέο Onassis Ready, δεν έχει τίποτα το μουσειακά νεκρό. Δεν είναι ένα «best of» μιας μεγάλης καριέρας ούτε ένας ναρκισσιστικός καθρέφτης μιας σταρ. Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, πιο ανθρώπινο και τελικά πιο συγκινητικό: μια έκθεση για τη φιλία, τη μνήμη, τη συνεργασία, τα φαντάσματα που κουβαλάμε και τις συνομιλίες που δεν τελειώνουν ποτέ.
Κι αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς μπαίνοντας στον χώρο: ότι η Σουίντον δεν παρουσιάζει τον εαυτό της ως «μύθο». Τον αποδομεί. Τον επιστρέφει στους ανθρώπους του. Στους φίλους της. Στους συνοδοιπόρους της. Στους καλλιτέχνες με τους οποίους συνδέθηκε βαθιά τα τελευταία σαράντα χρόνια. Στον Ντέρεκ Τζάρμαν, τον Τζιμ Τζάρμους, τον Λούκα Γκουαντανίνο, τον Πέδρο Αλμοδόβαρ, την Τζοάνα Χογκ, τον Απιτσατπόνγκ Βιρασεθακούν, τον Τιμ Γουόκερ, τον Ολιβιέ Σαγιάρ.
Αυτή ακριβώς είναι και η αίσθηση που αποκομίζει κάποιος παρακολουθώντας την περφόρμανς «Α Biographical Wardrobe». Mία παράσταση που μοιάζει με ένα ημερολόγιο ζωής — όχι μόνο της δικής της, αλλά και των προγόνων της. Γραμμένο με λέξεις πάνω σε λευκές σελίδες, με κλωστές, υφάσματα, φθορές και χρώματα. Με μεταξωτά καφτάνια, μωρουδιακά λινά, χίπικα μάξι φορέματα, σκωτσέζικα κιλτ, ανδρικά σακάκια και οικογενειακά παλτά που κουβαλούν ακόμη τη θερμοκρασία των σωμάτων που τα φόρεσαν. Αυτή η «βιογραφική γκαρνταρόμπα» μετατρέπεται σταδιακά σε μια άτυπη οικογενειακή αφήγηση δυόμισι αιώνων. Μόνο που τίποτα εδώ δεν λειτουργεί γραμμικά. Η μνήμη δεν παρουσιάζεται σαν τακτοποιημένο αρχείο αλλά σαν θραύσματα ζωής που επιστρέφουν απρόσμενα: ένα φόρεμα οδηγεί σε μια ανάμνηση, μια υφή σε έναν άνθρωπο, ένα σακάκι σε μια εποχή. Και κάπως έτσι, μέσα από τα ρούχα, η Σουίντον αφηγείται τη ζωή της ξαναπιάνοντάς την από την αρχή, σαν ύφασμα που συνεχίζει ακόμη να ράβεται.
Η ίδια μας μιλά συνεχώς για τη δημιουργία όχι ως ατομικό κατόρθωμα αλλά ως συλλογική εμπειρία. «Η σχέση είναι ο κορμός του δέντρου, η συζήτηση είναι το κλαδί. Και η ταινία ή η περφόρμανς ή το άρθρο είναι απλώς το φύλλο. Το φύλλο είναι αναλώσιμο. Η διαδικασία είναι το σημαντικότερο μέρος» αναφέρει.
Αυτή ακριβώς η ιδέα διατρέχει ολόκληρη την έκθεση. Το έργο δεν παρουσιάζεται ως «αποτέλεσμα», αλλά ως ίχνος σχέσεων. Ως αποτύπωμα μιας συντροφικότητας που συνεχίζεται.
Και κάπως έτσι το Ongoing καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρον και οικείο, γιατί στην πραγματικότητα μιλά για πράγματα απολύτως καθημερινά: ένα σπίτι, ένα τραπέζι κουζίνας, ένα παλιό παλτό, μια φθαρμένη μοκέτα, μια φιλία που αντέχει δεκαετίες.
Από τις πιο συγκινητικές ενότητες της έκθεσης είναι το Flat 19, η ανακατασκευή του λονδρέζικου διαμερίσματος όπου έζησε η Σουίντον τη δεκαετία του ’80, με την παιδική της φίλη και σκηνοθέτιδα Τζοάνα Χογκ. Η ίδια μίλησε γι’ αυτό σαν να μιλά για έναν ζωντανό οργανισμό. «Δεν είναι σκηνικό. Είναι πραγματικά εκείνο το σπίτι. Μια χρονοκάψουλα», είπε. Και συνεχίζοντας περιέγραψε πώς μπήκε σε εκείνο το διαμέρισμα μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο και έφυγε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ως μητέρα διδύμων. Εκεί γνώρισε τον Ντέρεκ Τζάρμαν, εκεί επέστρεφε μετά τα γυρίσματα του “The Last of England”, εκεί διαμορφώθηκε ολόκληρη η καλλιτεχνική και προσωπική της ταυτότητα.
Το πιο όμορφο, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλά για τη μνήμη. Όχι σαν κάτι εξιδανικευμένο ή μουσειακό. Αλλά σαν κάτι απολύτως υλικό και ανθρώπινο. Μιλώντας για την performance “A Biographical Wardrobe”, που παρουσίασε μαζί με τον ιστορικό μόδας Ολιβιέ Σαγιάρ, εξήγησε πως τα ρούχα της οικογένειάς της δεν αντιμετωπίζονται ως «κειμήλια». “Δεν είναι μουσειακά αντικείμενα. Δεν είναι “α, αυτό είναι το παλτό του παππού σου, μην το αγγίξεις ποτέ”. Είναι ένα πραγματικά ζεστό παλτό. Το φοράς. Φτιάχτηκε το 1935. Είναι σχεδόν εκατό χρονών και παραμένει υπέροχα ζεστό. Αυτό το αίσθημα της χρησιμότητας, αυτής της αμετάβλητης ανθρώπινης χρήσης, είναι κάτι στο οποίο ανταποκρίνομαι βαθιά. Είναι απλώς άνθρωποι που φορούν ρούχα, όπως ακριβώς κι εμείς τώρα.
Νομίζω πως αυτός είναι ένας τρόπος να συνδεόμαστε με τους προγόνους μας. Να θυμόμαστε ότι κι εκείνοι απλώς προσπαθούσαν να κάνουν το καλύτερο που μπορούσαν. Ειδικά οι γονείς μας. Πρέπει να θυμόμαστε πως έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Δεν είναι εύκολο. Το καταλαβαίνεις ιδιαίτερα όταν γίνεσαι κι εσύ γονιός.
Αλλά το ανθρώπινο μέγεθος των ρούχων τα κάνει απτά για εμάς. Το να φοράς τα ρούχα τους, να χρησιμοποιείς τα μαντίλια τους, να περπατάς με τα παπούτσια τους, είναι μια μορφή πνευματικής επαφής. Και το συνιστώ ανεπιφύλακτα” ανέφερε.
Και κάπου εκεί η έκθεση αποκτά κάτι το ιαματικό, γιατί μιλά για την απώλεια όχι ως τέλος, αλλά ως συνέχεια παρουσίας. «Αυτή η έκθεση είναι γεμάτη φαντάσματα», είπε. «Μιλά για το πώς συνεχίζουμε να ζούμε μαζί τους, να συνομιλούμε μαζί τους».
Δεν είναι τυχαίο ότι μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς ήταν όταν μίλησε για τον Μπέλα Ταρ και τους νεκρούς καλλιτέχνες που συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας. «Δεν χρειάζεται να αισθανόμαστε την απώλεια γιατί παραμένουν μαζί μας. Έχουμε όχι μόνο τα έργα τους, αλλά και το παράδειγμα του τρόπου που έζησαν». Και πρόσθεσε κάτι σχεδόν παρηγορητικό: «Οι καλλιτέχνες είναι εκεί για να σου κρατούν το χέρι και να σου λένε “δεν είσαι ο μόνος που σκέφτηκε έτσι”».
Αυτή η ιδέα της κοινότητας βρίσκεται στον πυρήνα του Ongoing. Η Σουίντον μίλησε με αγωνία για τους νέους καλλιτέχνες που σήμερα πιέζονται να λειτουργούν ως brands. «Ενθαρρύνεσαι να αποκοπείς. Να χτίσεις τον εαυτό σου ως προϊόν», είπε. Και εξήγησε πως οι περισσότεροι νέοι δημιουργοί που συναντά παγκοσμίως της μιλούν πια για την ψυχική υγεία και το κοινωνικό άγχος. Για τον φόβο της απομόνωσης. Για την ανάγκη να δημιουργούν μέσα σε κοινότητες.
Η έκθεση αυτή προτείνει έναν άλλο τρόπο ύπαρξης, όπου η τέχνη γεννιέται μέσα από συνομιλίες, φιλίες και συλλογικότητα και όχι μέσα από τη μοναχική αυτοπροβολή. Και ίσως εκεί να βρίσκεται και το σπουδαιότερο επίτευγμά της: στο γεγονός ότι η Τίλντα Σουίντον, μια γυναίκα που θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατρέψει τον εαυτό της σε μουσείο, επιλέγει ακριβώς το αντίθετο. Επιλέγει να μιλήσει για τους άλλους. Να θυμηθεί τους ανθρώπους της. Να δείξει τα σημάδια της φθοράς. Να αφήσει τους τοίχους «λίγο πιο βρόμικους», όπως είπε γελώντας όταν ανακατασκεύαζαν το Flat 19.
Κι έτσι, φεύγοντας από το Onassis Ready, έχεις την αίσθηση ότι πέρασες λίγο χρόνο μέσα στη ζωή κάποιου ανθρώπου. Μέσα στις φιλίες του. Στις απώλειές του. Στις κουζίνες του. Στα ρούχα του. Στα φαντάσματά του. Και ίσως αυτό τελικά να σημαίνει το Ongoing. Ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά. Οι άνθρωποι συνεχίζουν μέσα στις ιστορίες, στα αντικείμενα, στις φωνές, στις εικόνες, στα σπίτια, στις ταινίες και στους άλλους ανθρώπους που αγάπησαν.
«Δεν είναι φινάλε», λέει η ίδια. «Είναι ένας σταθμός σε ένα ταξίδι που συνεχίζεται».