“ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΛΕΙΨΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ”: ΣΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ROM-COM “PAPERPLANES”
Με την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, “Paperplanes”, η Σελήνη Παπαγεωργίου αφηγείται ένα κινηματογραφικό ρομάντσο – στην καρδιά του λοκντάουν. Το NEWS24/7 βρέθηκε στα γυρίσματα.
«Για μένα αυτή η ταινία είναι ένας τρόπος να συνομιλήσω με όλες εκείνες τις ρομαντικές κομεντί που όρισαν το πώς βλέπουμε τον έρωτα», μας λέει η σκηνοθέτρια Σελήνη Παπαγεωργίου ανάμεσα στις λήψεις.
Μπροστά στην κάμερα, στη μπάρα του Σπιρτόκουτου στα Πετράλωνα, εκτυλίσσεται ένα από αυτά τα κλασικά κινηματογραφικά meet-cute που τόσο έχουμε αγαπήσει μέσα από τις καλύτερες ρομαντικές κομεντί. Ένα κορίτσι, ένα αγόρι, ποτά στο χέρι, αμήχανο banter, γλυκιά χημεία, μπόλικο χιούμορ.
Υπάρχει μεγάλη μαεστρία στο πώς υπηρετούνται οι κώδικες του κάθε κινηματογραφικού είδους, κι αυτό συμπεριλαμβάνει φυσικά τις ρομαντικές κομεντί – διαχρονικά ένα από τα πιο παρεξηγημένα είδη, που επιπλέον τα τελευταία χρόνια περνάει μεγάλη κρίση. Για πολλά πράγματα λέμε συχνά γελώντας πως «δεν τα φτιάχνουν πια όπως παλιά», αλλά για τις rom-com αυτό ισχύει απόλυτα.
Κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά γενικότερα. Είναι ένα είδος σε κρίση. Όμως εμείς ως θεατές, δεν πάψαμε ποτέ να θέλουμε να ονειρευόμαστε.
«Μου αρέσει πολύ αυτό το είδος, γιατί έχει ζωή. Μου έχει λείψει να βλέπω ανθρώπους να ερωτεύονται, να ζουν την αγάπη», λέει η πρωταγωνίστρια της ταινίας Μαριάμ Ρουχάτζε, που στην ταινία παίζει τη Νεφέλη, κι η οποία τονίζει πως αγαπά το είδος, ειδικά από τη στιγμή που, όπως λέει, «έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε πιο σκοτεινά πράγματα στην εποχή μας».
«ΤΟ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΡΟΜΑΝΤΣΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ»
Το Paperplanes ακολουθεί τη Νεφέλη, μια φωτογράφο γάμων που είναι πολύ ρομαντική ψυχή. «Πιστεύει πάρα πολύ στον έρωτα, στο “για πάντα”, στη μοίρα και στα σημάδια», όπως το θέτει η Σελήνη Παπαγεωργίου.
«Λίγο πριν ξεσπάσει η καραντίνα γνωρίζει έναν τύπο σε ένα μπαρ. Περνούν ένα βράδυ μαζί και εκείνη ερωτεύεται. Εκείνος πάει να φύγει, αλλά εμφανίζει πυρετό και δεν μπορεί να πετάξει, οπότε εγκλωβίζεται σπίτι της. Και έτσι η Νεφέλη αρχίζει να μεταφράζει τα σημάδια της καραντίνας σαν σημάδια της μοίρας – σαν κάτι που τους θέλει μαζί».
Για τη Ρουχάτζε, η ταινία διαπραγματεύεται πάρα πολύ το αν υπάρχει μοίρα. «Αν είναι όλα γραφτά ή αν είναι όλα επιλογές. Και ίσως η απάντηση είναι κάπου στη μέση. Σίγουρα πολλά πράγματα είναι τυχαία, αλλά εννοείται ότι οι επιλογές μας μάς πάνε εκεί που πάμε», τονίζει.
«Ουσιαστικά είναι μια καθυστερημένη ιστορία ενηλικίωσης. Μέσα από αυτή τη σχέση αρχίζει να ξαναμαθαίνει τον έρωτα, να πατάει λίγο περισσότερο στα πόδια της και να βρίσκει έναν πιο ενήλικο τρόπο να αντιμετωπίζει τη ζωή και την αγάπη», προσθέτει η σκηνοθέτρια της ταινίας.
Μου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό κλασικές ρομαντικές κομεντί σαν το Serendipity. «100%!», φωτίζει το πρόσωπο της Παπαγεωργίου. «Όλες αυτές οι ταινίες όρισαν το πώς βλέπουμε τον έρωτα, τι σημαίνει “για πάντα”, τι σημαίνει “άλλο μισό”. Αυτές οι ταινίες ήταν πολύ μέσα μου, οπότε κάπως προσπαθώ και να τις αποτινάξω αλλά και να συνομιλήσω μαζί τους», εξηγεί.
«Οι ρομαντικές κομεντί είναι αυτές που μου αρέσουν περισσότερο, μαζί με τις ταινίες ενηλικίωσης. Οπότε προσπάθησα να φτιάξω έναν συνδυασμό αυτών των δύο πραγμάτων. Ήθελα πραγματικά να κάνω μια ταινία που θα ήθελα εγώ να δω. Μια ταινία που νιώθω ότι μου λείπει από το ελληνικό σινεμά».
Ο ηθοποιός Γιάννης Καράμπαμπας που στην ταινία παίζει τον Χάρη, δεν έχει ο ίδιος μεγάλη ιστορία με την ρομαντική κομεντί αλλά τονίζει με ενθουσιασμό πως «είναι πραγματικά πολύ ευχάριστο να δοκιμάζονται στο ελληνικό σινεμά και είδη που δεν τα έχουμε συνηθίσει. Μου άρεσε πολύ αυτό σε αυτή την ταινία».
«Αυτό ήταν και το μεγάλο ζήτημα όσο ψάχναμε συμπαραγωγούς», μας λέει η παραγωγός Ηρώ Αηδόνη της Marni Films. «Η συνηθισμένη ατάκα που ακούγαμε ήταν ότι η ταινία “δεν είναι ούτε αρκετά εμπορική ούτε αρκετά καλλιτεχνική”, σα να μην ήξερε κανείς ακριβώς πού να τη τοποθετήσει. Παρόλα αυτά υπήρχε ταυτόχρονα και μια αίσθηση ότι χρειαζόμαστε τέτοιες ταινίες. Ότι λείπουν λίγο πιο ευχάριστες ταινίες, ακόμα και από τα φεστιβάλ».
«Και θεωρούμε επίσης ότι το να βλέπεις ένα ωραίο ρομάντσο είναι πάντα επίκαιρο, με έναν τρόπο», τονίζει.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
«Η ιδέα ξεκίνησε το 2020. Τότε είχε γίνει ένας διαγωνισμός που έψαχνε ιστορίες με θέμα το τέλος του κόσμου. Ήμασταν όλοι μέσα στο σπίτι, σε καραντίνα, και σκέφτηκα να γράψω κάτι για να συμμετέχω», θυμάται η Παπαγεωργίου. «Έκατσα μια μέρα και σκέφτηκα μια ιστορία που διαδραματιζόταν επίσης μέσα στην καραντίνα: δυο άγνωστοι συναντιούνται ενώ έρχεται το τέλος του κόσμου».
«Ζητήσαμε από τον κόσμο να μας στείλει ιστορίες που να έχουν θέμα το τέλος του κόσμου και που να μπορούν ταυτόχρονα να γυριστούν σε συνθήκες καραντίνας», εξηγεί η Αηδόνη, που με τη Μίνα Ντρέκη – μαζί με την οποία υπογράφουν την παραγωγή της ταινίας – είχαν διοργανώσει έναν διαγωνισμό στην Marni Films. Μια εταιρεία παραγωγής με εξαιρετικό σώμα δουλειάς, από μεγάλου μήκους ταινίες σαν το Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου μέχρι πλειάδα μικρού μήκους όπως την Μίτση, που βραβεύτηκε στο φετινό φεστιβάλ Δράμας.
«Μας είχαν στείλει καμιά εκατοστή σενάρια, ανάμεσά τους το Paperplanes της Σελήνης, που ήταν το καλύτερο που διαβάσαμε τότε. Ήταν το μόνο που έδινε μια πιο φωτεινή αίσθηση για το “τέλος του κόσμου”. Υπήρχε μεν το στοιχείο ότι ο κόσμος πάει κατά διαόλου, αλλά υπήρχε και μια πρωταγωνίστρια που επέλεγε να παραμένει και στον δικό της κόσμο, πολύ ρομαντικά», θυμάται η παραγωγός.
«Η αλήθεια είναι ότι όσο γράφαμε την ταινία, όλοι έρχονταν και μας έλεγαν: “Γιατί να κάνετε μια ταινία για την καραντίνα; Κανείς δεν θα θέλει να ξανακούσει για τον κορονοϊό”», λέει γελώντας η Παπαγεωργίου. «Αλλά εγώ ήθελα να δώσω μια άλλη οπτική σε αυτή την κατάσταση που περάσαμε. Πρακτικά ο κορονοϊός και η καραντίνα λειτουργούν σαν αφηγηματικό μέσο για να πούμε την ιστορία αυτής της κοπέλας».
«Μου κέντρισε το ενδιαφέρον η συνθήκη του Covid στην ταινία», ξεκαθαρίζει ο Γιάννης Καράμπαμπας, έτερος πρωταγωνιστής του Paperplanes, που στην ταινία παίζει τον Χάρη.
«Περάσαμε όλοι λίγο από αυτό και κάπως το αφήσαμε πίσω μας. Καλά κάναμε. Αλλά μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον γιατί ήταν μια στιγμή, νομίζω για όλους, που ήρθαμε αντιμέτωποι με τους εαυτούς μας. Και πόσο μάλλον όταν έχεις να κάνεις και με έναν άλλο άνθρωπο. Οπότε ανακάλυπτες πολλές πτυχές του εαυτού σου που δεν ήξερες», εξηγεί.
ΟΤΑΝ Ο ΧΑΡΗΣ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗ ΝΕΦΕΛΗ
Ο Χάρης είναι λοιπόν το έτερον ήμισυ αυτής της ιστορίας. «Ζει στον Βόλο με την οικογένειά του. Είναι άφραγκος, πληροφορικάριος, και θέλει να αλλάξει τη ζωή του, να βρει κάτι να κάνει, να βγάλει κάποια λεφτά, να ζήσει μόνος του, να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του. Οπότε βρίσκει μια δουλειά στην Ολλανδία και έτσι ξεκινάει από τον Βόλο, πάει στην Αθήνα για να πετάξει, να κάνει το ταξίδι του» εξηγεί ο Καράμπαμπας.
«Και το βράδυ πριν πετάξει έρχεται εδώ, στο μπαράκι που είμαστε τώρα, να πιει μια μπύρα και γνωρίζει τη Νεφέλη. Και το άλλο πρωί τον βρίσκουν με πυρετό. Εκεί αρχίζει το στόρι μας. Τα παιδιά μένουν μαζί, κλείνονται μέσα, περνάνε καραντίνα, αρχίζουν να δένονται. Ο Χάρης είναι αρκετά συναισθηματικός. Κι ενώ έχει εμπλακεί συναισθηματικά με τη Νεφέλη, έρχεται στο δίλημμα του τι να κάνει».
«Από τη μία είναι η δουλειά στην Ολλανδία. Ξέρεις, αυτός είναι ο στόχος του εξαρχής, “πρέπει να το κάνω, είναι το στοίχημα που έχω βάλει στη ζωή μου”. Και από την άλλη είναι αυτός ο νέος άνθρωπος, με τον οποίο έχει συνδεθεί και έχει συναισθήματα», λέει ο ηθοποιός. «Ο Covid βάζει στον Χάρη ένα χοντρό φρένο. Του κόβει τα όνειρα, τους στόχους του. Και εκεί έρχεται η Νεφέλη και του ανοίγει μια άλλη πόρτα. Του λέει ότι “κοίτα, υπάρχει και αυτό, υπάρχει και αυτή η πλευρά”».
Από την άλλη πλευρά έχουμε λοιπόν τη Νεφέλη, μια κοπέλα γεμάτη ελπίδα, ενθουσιασμό, καλοσύνη και μια γενικότερα καλοπροαίρετη στάση απέναντι σε ό,τι συναντά στη ζωή της. «Είναι μια κοπέλα που αγαπάει την αγάπη και τον έρωτα και θέλει να ερωτευτεί. Θέλει να δώσει, θέλει να πάρει αγάπη. Δεν έχει αυτό το συνηθισμένο χαρακτηριστικό που μας “φοράει” κάπως η κοινωνία τώρα τελευταία, το “κοίτα τον εαυτό σου και άσε τους υπόλοιπους”. Νοιάζεται για τους άλλους», εξηγεί η Ρουχάτζε που παίζει την ηρωίδα.
Η Νεφέλη όταν την γνωρίζουμε είναι φωτογράφος γάμων, κάτι σημαντικό και για τον χαρακτήρα της. «Της αρέσει να βλέπει τους ανθρώπους να παντρεύονται, να ενώνονται, να αγαπιούνται. Κάτι που εμένα μου φαίνεται σπάνιο. Δηλαδή ούτε εγώ είμαι έτσι. Δεν θα πήγαινα σε έναν γάμο και θα έλεγα “Θεέ μου, τι ωραία”. Θα έλεγα “ΟΚ… θα αντέξει αυτό;”», παραδέχεται γελώντας η Ρουχάτζε. «Ουσιαστικά είναι μια κοπέλα που θέτει δικά της πλαίσια, έχει δική της ιδέα για το πώς συμβαίνουν τα πράγματα σε αυτή τη ζωή, σε σχέση με την αγάπη, με τη φιλία, με όλα.»
«Θέλει τόσο πολύ να νιώσει μια έντονη αγάπη, που την ψάχνει παντού. Και αυτό ίσως είναι λίγο επικίνδυνο για εκείνη. Ουσιαστικά είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, γιατί μαθαίνει πλέον ότι δεν είναι όλα αγγελάκια, φτερωτά και έρωτες και καρδούλες. Υπάρχουν και πιο σκληρά πράγματα στη ζωή, οπότε χρειάζεται και μια προσοχή μερικές φορές. Αλλά το ότι δεν χάνει την όρεξή της για τη ζωή μετά από όσα περνάει και συνεχίζει, είναι κι αυτό ελπιδοφόρο. Δεν αλλάζει τελείως».
«Αλλάζει, ωριμάζει, αλλά παραμένει ο ίδιος άνθρωπος», καταλήγει η ηθοποιός.
«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΔΩ ΚΙ ΕΓΩ»
Για το Paperplanes ένας από τους βασικούς στόχους ήταν εξαρχής το να αναπνέει μια αστική αλήθεια. «Θέλαμε η ταινία να είναι τοποθετημένη στο κέντρο της Αθήνας. Νιώθαμε ότι βλέπουμε συνέχεια μια πολύ ωραιοποιημένη Αθήνα, που δεν είναι όμως τα μέρη όπου ζούμε εμείς», μας λέει η Ηρώ Αηδόνη.
«Είμαστε άνθρωποι τριάντα κάτι χρονών, κάνουμε συγκεκριμένες δουλειες, έχουμε συγκεκριμένους μισθούς, οπότε αποφασίσαμε όλη η ταινία να κινηθεί μέσα σε αυτή την πραγματικότητα», ξεκαθαρίζει.
«Η Αθήνα γράφει φανταστικά στην κάμερα. Και επειδή έχουμε πολύ καλούς συνεργάτες – τον διευθυντή φωτογραφίας Κωνσταντίνο Κουκουλιό και την ομάδα σκηνογραφίας Rectifier – έγινε τρομερή δουλειά ώστε να φαίνεται ότι ναι, αυτά είναι πραγματικά σπίτια στο κέντρο της Αθήνας, αλλά δεν είναι μόνο γκρι και κεραίες. Κάτω Πατήσια, Εξάρχεια, Πετράλωνα… παντού», λέει η υποψήφια για βραβείο Ίρις παραγωγός.
Σήμερα, η περιπλάνηση μας φέρνει σε αυτό το μπαρ στα Πετράλωνα. Όπου η Νεφέλη κι ο Χάρης γνωρίζονται σε μια στιγμή κινηματογραφικού χρόνου που συμβαίνει στο τώρα αλλά και σε μια αέναη άνοιξη του 2020. Η σκηνή που γυρίζεται σήμερα είναι στην ουσία η αρχή του love story, μέσα από έναν “από μηχανής θεό”, όπως το περιγράφει κι η Σελήνη Παπαγεωργίου: «Ένας ηλικιωμένος άντρας χορεύει μόνος του στο μπαρ – και ουσιαστικά οδηγεί τη Νεφέλη στο “άλλο της μισό”».
Η διαδικασία των γυρισμάτων έχει μεγάλο ενδιαφέρον, ειδικά από τη στιγμή που, σε μια ταινία του συγκεκριμένου είδους, τόσα πολλά πράγματα περνάνε από τη χημεία των ηθοποιών και από το vibe των χαρακτήρων. Οι σκηνές προβάρονται, δοκιμάζονται με παραλλαγές, με μικρές αλλαγές στο timing, στην τοποθέτηση των ηρώων, σε λεπτομέρειες στις αντιδράσεις τους.
Μοιάζει με κάτι το πολύ οργανικό και συνεργατικό, και ξαφνικά φτάνει μια στιγμή που τα πάντα κλικάρουν, η σκηνή ξεκλειδώνει και τα πάντα βγάζουν νόημα.
Είναι για την Παπαγεωργίου η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, ύστερα από μικρού μήκους δουλειές με πιο πρόσφατη την υπέροχη Μέρα Που Γίναμε Ήρωες – ένα φιλμ για το οποίο γράφαμε από το φετινό φεστιβάλ Δράμας πως είναι «γλυκό αλλά και σοβαρό την ίδια στιγμή», λέγοντας «μέσα από μια α λα Στάσου Πλάι Μου αφήγηση ηρωικής παιδικής αθωότητας και ανακάλυψης, μια ιστορία για τη συλλογικότητα και για το να στέκεσαι πλάι στον άλλο άνθρωπο».
«Δεν είναι εύκολο γενικά να κάνεις πρώτη ταινία στην Ελλάδα και ειδικά όταν είναι μια ρομαντική κομεντί και όχι μια “κλασική ελληνική ταινία”, όπως την περιμένει ο κόσμος. Οπότε αυτό ήταν μια πρόκληση», καταλήγει η Αηδόνη. «Από την άλλη όμως, η Σελήνη φαινόταν ότι ξέρει πάρα πολύ καλά τι θέλει να κάνει και είχε πολύ ξεκάθαρες αναφορές. Ο τρόπος που διάλεξε τους ηθοποιούς, τις τοποθεσίες, όλο αυτό μάς ενέπνευσε πολύ και μας έκανε να την εμπιστευτούμε».
Για την ίδια την Παπαγεωργίου, ίσως τα πράγματα να ήταν τελικά απλά. «Ήθελα να κάνω μια ταινία που νιώθω ότι μου λείπει», μας λέει. «Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα ήθελα να δω κι εγώ».
PAPERPLANES
Σενάριο, Σκηνοθεσία: Σελήνη Παπαγεωργίου | Παραγωγοί: Ηρώ Αηδόνη, Μίνα Ντρέκη | Executive Producer: Θεοδώρα Βαλεντή Πικρού | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός | Μοντάζ: Ιωάννα Πογιαντζή | Production Design: Rectifier | Kοστούμια: Ευαγγελία Δελένδα | Ηχοληψία: Αλέξης Κουκιάς Παντελής | Μακιγιάζ και Μαλλιά: Νίκη Οβάκογλου | Πρωτότυπη Μουσική: Κάκια Γκουδίνα | Διευθυντής Παραγωγής: Ευθύμης Μιχελουδάκης, Κωστής Μαρίνης | Line Producer: Ευθύμης Μιχελουδάκης | Μακενίστας: Κωνσταντίνος Χαρατζόγλου | Gaffer: Γιάννης Νέλσον Εσκίογλου | Α’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ζαμπέλα Χαβιάρα | Script: Μιχάλης Μαθιουδάκης | Color Grading: Μάνθος Σάρδης | Ηθοποιοί: Μαριάμ Ρουχάτζε, Γιάννης Καράμπαμπας, Άλκηστις Ζιρώ, Αλίκη Αλεξανδράκη, Δώρα Μασκλαβάνου κ.α. | Παραγωγή: Marni Films | Με την υποστήριξη των: Media Creative Europe, ΕΚKΟΜΕΔ, ERT ΑΕ.