ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΧΟΚΝΕΪ: Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ
Αποτύπωσε τις χαρές, τις αντιφάσεις και την καθημερινότητα της εποχής μας με χιούμορ, τρυφερότητα και αστείρευτη καλλιτεχνική τόλμη. Ο Βρετανός καλλιτέχνης που μετέτρεψε τις πισίνες της Καλιφόρνιας, τα πορτρέτα και το φως σε σύγχρονα εικαστικά σύμβολα πέθανε στα 88 του χρόνια.
Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ο Βρετανός ζωγράφος με τα χρωματιστά κοστούμια, τα στρογγυλά γυαλιά και την αστείρευτη όρεξη για ζωή και πειραματισμό, πέθανε την Πέμπτη στο Λονδίνο σε ηλικία 88 ετών.
Την είδηση επιβεβαίωσε η εκπρόσωπός του, Έρικα Μπόλτον. Ακούραστος μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Χόκνεϊ συνέχισε να εργάζεται αδιάκοπα μέχρι τις τελευταίες του ημέρες. Με την υγεία του επιβαρυμένη και κινούμενος πλέον με αναπηρικό αμαξίδιο συνέχισε να ζωγραφίζει καθημερινά στο στούντιό του στο Λονδίνο.
Οι γεμάτοι χρώμα παραστατικοί πίνακές του κινούνται ανάμεσα στην παράδοση και την ανατροπή, αμφισβητώντας την κυριαρχία της αφηρημένης τέχνης που χαρακτήρισε τα μέσα του 20ού αιώνα.
Ο Χόκνεϊ πρότεινε νέους τρόπους να βλέπουμε τον κόσμο. Είτε ζωγράφιζε το Γκραν Κάνιον και τους κυματιστούς λόφους του γενέθλιου Γιορκσάιρ, είτε τον Χάρι Στάιλς ή ακόμη και τους ίδιους του τους γονείς, ο Βρετανός καλλιτέχνης διατηρούσε ένα απολύτως αναγνωρίσιμο ύφος και μια ακούραστη περιέργεια που παρέμειναν ζωντανά ως το τέλος.
Λίγοι καλλιτέχνες πειραματίστηκαν με τόση επιμονή όσο ο Χόκνεϊ. Για επτά δεκαετίες ακολούθησε το παράδειγμα του μεγάλου του ειδώλου, του Πάμπλο Πικάσο, δουλεύοντας με ακρυλικά, υδατογραφίες, φωτογραφικά κολάζ, χαρακτικά, σχέδιο και ψηφιακά μέσα. Υπήρξε από τους πρώτους καλλιτέχνες που αγκάλιασαν τις νέες τεχνολογίες, εκπλήσσοντας το κοινό με σχέδια δημιουργημένα σε iPad και καθηλωτικές εγκαταστάσεις. Οι εκθέσεις του γνώριζαν τεράστια ανταπόκριση.
Ο Χόκνεϊ υπήρξε πρωτοπόρος και πέρα από τα όρια της τέχνης. Σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία παρέμενε κοινωνικά στιγματισμένη, ζωγράφιζε ανοιχτά την επιθυμία, την οικειότητα και τη συντροφικότητα ανάμεσα σε άνδρες, χωρίς υπαινιγμούς και χωρίς απολογίες. Παράλληλα, υπερασπίστηκε δημόσια την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης απέναντι σε κάθε μορφή λογοκρισίας.
Πολύ πριν η κοινωνία αναγνωρίσει θεσμικά τα ομόφυλα ζευγάρια, ο Χόκνεϊ παρουσίαζε την αγάπη και την καθημερινή ζωή μεταξύ ανδρών ως κάτι απολύτως φυσικό. Με ηρεμία, τρυφερότητα και βαθιά ανθρωπιά, δημιούργησε εικόνες που σήμερα μοιάζουν αυτονόητες, τότε όμως ενίσχυαν την ορατότητα.
Προερχόταν από μία «ριζοσπαστική εργατική οικογένεια»
Γεννημένος στο Μπράντφορντ του Δυτικού Γιορκσάιρ το 1937, ο Χόκνεϊ ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά μιας οικογένειας που ο ίδιος περιέγραφε ως «ριζοσπαστική εργατική οικογένεια».
Πατέρας του ήταν ο Κένεθ Χόκνεϊ, τεχνίτης που επισκεύαζε παιδικά καροτσάκια και δραστήριος ακτιβιστής του κινήματος κατά των πυρηνικών όπλων. Η μητέρα του, Λόρα Χόκνεϊ, υπήρξε ένα από τα αγαπημένα του πρόσωπα και εμφανίστηκε συχνά στους πίνακές του. Ο Χόκνεϊ διατήρησε στενούς δεσμούς με τους γονείς του σε όλη τη ζωή του και συνήθιζε να επιστρέφει κάθε χρόνο για τα Χριστούγεννα στο οικογενειακό σπίτι.
Οι αξίες με τις οποίες μεγάλωσε τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή: η πίστη στην κοινωνική δικαιοσύνη που χαρακτήριζε την οικογένειά του και ο ακλόνητος ειρηνισμός του πατέρα του.
Το καλλιτεχνικό του ταλέντο φάνηκε από πολύ νωρίς. Σπούδασε στο Bradford College of Art και πούλησε τον πρώτο του πίνακα, ένα πορτρέτο του πατέρα του, έναντι 10 λιρών στην έκθεση Yorkshire Artists Exhibition το 1957.
Ένα σύντομο ταξίδι στη Νέα Υόρκη το 1961 στάθηκε αρκετό για να γεννήσει μια σχέση που θα κρατούσε μια ζωή. Σε μια Βρετανία που παρέμενε συντηρητική, η Αμερική τού φάνηκε ένας τόπος μεγαλύτερης προσωπικής και σεξουαλικής ελευθερίας.
Επηρεασμένος από αυτή την εμπειρία, δημιούργησε μια σειρά χαρακτικών εμπνευσμένων από το έργο «A Rake’s Progress» του Γουίλιαμ Χόγκαρθ. Ο Χόκνεϊ μετέφερε τη γνωστή ηθικοπλαστική ιστορία του 18ου αιώνα στη σύγχρονη εποχή, ακολουθώντας έναν νεαρό άνδρα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, στα πάρκα, στα γκέι μπαρ και τελικά στη φυλακή.
Ο Χόκνεϊ δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος. Με τα καρό κοστούμια, τα χοντρά γυαλιά και τα ξανθά μαλλιά του, είχε ήδη μετατραπεί σε μια αναγνωρίσιμη φιγούρα της λονδρέζικης καλλιτεχνικής σκηνής. Το χρυσό μετάλλιο αποφοίτησης από τη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών και η συνεργασία του με γκαλερί της πόλης επιβεβαίωναν ότι ένα νέο μεγάλο ταλέντο είχε μόλις εμφανιστεί.
Στην Αμερική
Το 1963 η Νέα Υόρκη τού επιφύλασσε μια γνωριμία που θα αποδεικνυόταν καθοριστική. Ο Χένρι Γκέλντζαλερ, επιμελητής του Μητροπολιτικού Μουσείου, έγινε στενός φίλος και πολύτιμος σύμμαχος στην πορεία του Χόκνεϊ προς την αμερικανική αναγνώριση.
Ο Σλέσινγκερ έγινε μούσα, μοντέλο και πρωταγωνιστής σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του Χόκνεϊ. Η σχέση τους αποτυπώθηκε σε δεκάδες πίνακες και σχέδια, δημιουργώντας ένα μοναδικό εικαστικό ημερολόγιο της κοινής τους ζωής. Ο χωρισμός τους το 1971 σημάδεψε βαθιά τον καλλιτέχνη και βρέθηκε αργότερα στον πυρήνα της ταινίας «A Bigger Splash» του Τζακ Χάζαν, η οποία δανείστηκε τον τίτλο της από έναν από τους πιο γνωστούς πίνακές του.
Ο Χόκνεϊ άλλαζε πόλεις, σπίτια και ατελιέ, ποτέ όμως συνήθειες. Ξυπνούσε και δούλευε. Για δεκαετίες αναζητούσε νέους τρόπους να ζωγραφίσει, να φωτογραφίσει ή να δει τον κόσμο, με την ίδια ανυπομονησία που είχε ως νεαρός φοιτητής τέχνης.
Η ζωγραφική βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1960, περίοδο κατά την οποία δημιούργησε μερικά από τα σημαντικότερα διπλά πορτρέτα της καριέρας του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το πορτρέτο του συγγραφέα Κρίστοφερ Ίσεργουντ και του συντρόφου του Ντον Μπακάρντι στο σπίτι τους στη Σάντα Μόνικα, εκείνο του επιμελητή Χένρι Γκέλντζαλερ με τον σύντροφό του Κρίστοφερ Σκοτ στη Νέα Υόρκη, καθώς και το πορτρέτο των συλλεκτών τέχνης Φρεντ και Μάρσια Βάισμαν στον κήπο γλυπτών της κατοικίας τους στο Λος Άντζελες.
Στα έργα αυτά φάνηκε μια από τις μεγάλες αρετές του Χόκνεϊ: η ικανότητά του να παρατηρεί τους ανθρώπους. Μέσα από ένα βλέμμα, μια στάση του σώματος ή την απόσταση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, κατάφερνε να αποτυπώσει ολόκληρες σχέσεις και ιστορίες με σπάνια ευαισθησία.
Κανείς δεν βλέπει τον κόσμο από μία μόνο γωνία
Ο Χόκνεϊ δεν έπαψε ποτέ να ψάχνει νέους τρόπους να κοιτάζει τον κόσμο. Από τη δεκαετία του 1970 άρχισε να δουλεύει με τη φωτογραφία σαν να κρατούσε πινέλο, ενώνοντας δεκάδες διαφορετικές λήψεις του ίδιου προσώπου, ενός τοπίου ή μιας καθημερινής στιγμής σε ενιαίες συνθέσεις. Οι εικόνες του έδιναν την αίσθηση πως βλέπεις το ίδιο θέμα από πολλές πλευρές ταυτόχρονα, σαν ο χρόνος και ο χώρος να χωρούν στο ίδιο κάδρο. Αυτή η ακούραστη περιέργεια τον οδήγησε από τα φωτογραφικά κολάζ και τις Polaroid στα ψηφιακά μέσα, επιβεβαιώνοντας κάτι που χαρακτήριζε ολόκληρη τη διαδρομή του: την ανάγκη να ανακαλύπτει ξανά, κάθε φορά από την αρχή, τι σημαίνει να βλέπεις.
Πίσω από όλες αυτές τις αναζητήσεις βρισκόταν μια απλή αλλά βαθιά πεποίθηση: ότι κανείς δεν βλέπει τον κόσμο από μία μόνο γωνία. Επηρεασμένος από τον κυβισμό, αλλά και από την κινεζική ζωγραφική που θαύμαζε, ο Χόκνεϊ αμφισβήτησε την παραδοσιακή προοπτική και αναζήτησε τρόπους να αποτυπώσει την εμπειρία της πραγματικής όρασης, όπως τη ζούμε καθημερινά. Φανταζόταν τον θεατή να περιπλανιέται μέσα στην εικόνα, να ανακαλύπτει λεπτομέρειες και να αισθάνεται μέρος της. Η ίδια περιέργεια, η ίδια διάθεση να δοκιμάζει, να αμφιβάλλει και να ξεκινά ξανά από την αρχή, έμεινε ζωντανή σε όλη τη διαδρομή του και αποτέλεσε ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της προσωπικότητας και του έργου του.
Η δημιουργικότητα του Χόκνεϊ δεν περιορίστηκε στη ζωγραφική. Σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για θέατρο και όπερα, υπογράφοντας μερικές από τις πιο πολυσυζητημένες παραγωγές της εποχής του, από το «A Rake’s Progress» του Στραβίνσκι μέχρι έργα των Πουτσίνι και Βάγκνερ.
Παράλληλα, υπήρξε μια ανήσυχη και συχνά αντισυμβατική φωνή στον κόσμο της τέχνης. Υπερασπίστηκε τη σημασία της ανθρώπινης μορφής στη ζωγραφική και προκάλεσε έντονες συζητήσεις με τη θεωρία του ότι πολλοί ζωγράφοι της Αναγέννησης χρησιμοποιούσαν οπτικά βοηθήματα, όπως καθρέφτες και πρίσματα, για να πετύχουν τον ρεαλισμό στα έργα τους. Τις απόψεις αυτές ανέπτυξε στο βιβλίο «Secret Knowledge», που κυκλοφόρησε το 2001.
Ο Χόκνεϊ υπήρξε από τους πρώτους μεγάλους καλλιτέχνες που είδαν τις νέες τεχνολογίες ως δημιουργικό πεδίο και όχι ως απλό εργαλείο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 πειραματιζόταν με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φωτοτυπικά μηχανήματα και αργότερα με ψηφιακές εφαρμογές σχεδίου στο iPad.
Το 1989 έστειλε ολόκληρο έργο με φαξ για την Μπιενάλε του Σάο Πάολο, επιβεβαιώνοντας τη διάθεσή του να δοκιμάζει διαρκώς νέους τρόπους δημιουργίας και παρουσίασης της τέχνης του.
Στη διάρκεια της καριέρας του πραγματοποίησε περισσότερες από 400 ατομικές εκθέσεις. Ανάμεσά τους ξεχώρισε η μεγάλη αναδρομική έκθεση που διοργάνωσε η Tate Britain το 2017 για τα 80ά γενέθλιά του. Η έκθεση ταξίδεψε στη συνέχεια στο Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης και στο Μουσείο Τέχνης της Κομητείας του Λος Άντζελες.
Ο μνημειακός πίνακάς του Portrait of an Artist (Pool with Two Figures – 1972) πωλήθηκε το 2018 από τον οίκο Christie’s έναντι 90,3 εκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας τότε παγκόσμιο ρεκόρ για έργο εν ζωή καλλιτέχνη σε δημοπρασία και παραμένοντας μέχρι σήμερα ο ακριβότερος πίνακας εν ζωή ζωγράφου που έχει πουληθεί σε δημοπρασία
Πέρα από το έργο του, ο Χόκνεϊ κέρδισε την αγάπη του κοινού για τον ανεπιτήδευτο χαρακτήρα του, το ιδιαίτερο προσωπικό του στιλ και την αφοσίωση στην προσωπική του “υπογραφή”, χωρίς να ακολουθεί τάσεις ή συμβάσεις. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, όταν εμφανιζόταν σε εγκαίνια εκθέσεων με αναπηρικό αμαξίδιο, σπάνια τον έβλεπε κανείς χωρίς τη χαρακτηριστική του τραγιάσκα, μια πολύχρωμη ζακέτα ή ένα καρό κοστούμι και τα στρογγυλά γυαλιά που έγιναν σήμα κατατεθέν του.
Αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ακοής και χρησιμοποιούσε ακουστικά βοηθήματα, ενώ μεγάλη συντροφιά τού κρατούσαν τα αγαπημένα του σκυλάκια, στα οποία είχε ιδιαίτερη αδυναμία.
Ο καλλιτέχνης συνήθιζε να κλείνει τα γράμματά του με μια φράση που συμπύκνωνε τη στάση του απέναντι στον κόσμο: «Να αγαπάς τη ζωή. David Hockney»,
*Με πληροφορίες από Guardian, ArtNews, Times.