Des Willie/BBC/Ink Factory

THE NIGHT MANAGER: ΟΥΤΕ ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΟΥΤΕ ΤΖΕΙΣΟΝ ΜΠΟΡΝ, ΑΛΛΑ Ο “ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ” ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙ…

Δέκα χρόνια αφότου εμφανίστηκε ως ένα από τα πιο κομψά και απολαυστικά δείγματα σύγχρονης τηλεοπτικής κατασκοπείας, το The Night Manager επιστρέφει με τις ίδες μεγάλες φιλοδοξίες, εντυπωσιακές ανατροπές και την ίδια συνταγή εθιστικού σασπένς – ο ορισμός δηλαδή του καλού home entertainment.

Πριν ακριβώς δέκα χρόνια, πάνω που είχαμε ολοκληρώσει με τα αριστουργήματα της πρώτης περιόδου της «χρυσής τηλεοπτικής εποχής» (Sopranos, The Wire, Mad Man, Six Feet Under και λοιπά essentials) ήρθε περίπου από το πουθενά μια κατασκοπευτική σειρά να μας πείσει ότι η καλή τηλεόραση δεν είναι απαραίτητο να διερευνά κάθε διαθέσιμο υπαρξιακό, ούτε να «ανατέμνει το αμερικάνικο όνειρο», πιθανώς φέρνοντας τούμπα «διαχρονικά μοτίβα αρρενωπότητας». 

Μπορεί να είναι απλά καλογυρισμένη, κοσμοπολίτικη, όσο αφελής συνεπάγεται ο όρος spy thriller αλλά όχι τόσο ώστε να σε κλοτσάει μακριά, Να είναι με δύο λόγια premium. Και το βασικό συστατικό κάθε premium προϊόντος είναι να μην το βαριέσαι, να σε κάνει να θες κι άλλο. Σαν να λέμε The Night Manager – έσκασε το 2016 ως μίνι σειρά με έξι τραγανά επεισόδια μηδενικού λίπους, βασισμένη στο πρώτο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ μετά την πτώση του Τείχους, με τον Τομ Χίντλστον στον πρωταγωνιστικό ρόλο του τσακισμένου στρατιώτη που αποσύρεται στο Κάιρο ως ρεσεψιονίστ και ξαναμπλέκει ως κατάσκοπος, να δίνει την καλύτερη δυνατή οντισιόν για να πάρει τη δουλειά του Τζέιμς Μποντ. Δίπλα του ο Χιου Λόρι, απολαυστικός κακός μετά τον Dr. House και η Όλιβια Κόλμαν, τρυφερή σύμμαχος πριν τον Λάνθιμο. 

Η σειρά σάρωσε σε κριτικές και βραβεία, έβαλε το λιθαράκι της για να δουλέψει καλύτερα η μίνι φόρμα (αντί για τις δαιδαλώδεις σεζόν των πολλών επεισοδίων) έτσι όπως οδηγούμασταν στην εποχή των streaming wars και μετά… την ξεχάσαμε. Παρότι ήταν ολοφάνερο ότι είχε το potential για επόμενες σεζόν, έμεινε σαν ευχάριστη ανάμνηση κάπως σαν το αριστουργηματικό ντεμπούτο μιας μπάντας που δεν κατάφερε να βγάλει δεύτερο άλμπουμ. 

Des Willie/BBC/Ink Factory

Δέκα χρόνια μετά, ο Τζον Λε Καρέ δεν είναι πια μαζί μας κάθώς έφυγε από τη ζωή στα 89 του το 2020, ο Τομ Χίντλστον δεν απέκτησε ακόμα «άδεια να σκοτώνει» (κι έχει μάλλον χάσει έδαφος στην κούρσα διαδοχής του Ντάνιελ Κρεγκ ως 007), ο Χιου Λόρι έχει καιρό να κάνει κάποιο tweet ελληνικού ενδιαφέροντος (όπως τότε που παρηγορούσε τον Φάνη Γκέκα και πανηγύριζε για τον ΣΥΡΙΖΑ) και η Ολίβια Κόλμαν κοιτάζει στο σαλόνι της και βλέπει το Όσκαρ για την Ευνοούμενη. 

Κι όμως, εξίσου από το πουθενά – έτσι δεν χτυπάνε άλλωστε οι κατάσκοποι; – εμφανίστηκε την Πρωτοχρονιά το πρώτο από τα έξι επεισόδια της δεύτερης σεζόν. Και για να μην έχουμε τα ίδια, το παχύ πορτοφόλι της Amazon υποστηρίζει πια το BBC και η τρίτη σεζόν είναι ήδη στα σκαριά. «Αυτή τη φορά δε θα μας πάρει δέκα χρόνια», καθησυχάζει ο δημιουργός της Ντέιβιντ Φαρ.

Στη δεύτερη σεζόν, ο πρωταγωνιστής μας Τζόναθαν Πάιν υποφέρει από τα ακόμα περισσότερα τραύματα που του άφησε ο πρώτος κύκλος, αλλά δεν αφήνει αυτή τη φορά το πρακτοριλίκι για το χώρο της φιλοξενίας και τα τουριστικά επαγγέλματα. Ηγείται μιας ομάδας περίπου απόβλητων, όπως Slow Horses, που λέγονται «Νυχτόβιοι» κι από κάτι εντελώς τελείως μη fancy γραφεία παρακολουθούν τις ρεσεψιόν των σούπερ fancy ξενοδοχείων του λονδρέζικου City, στη λογικη΄ότι εκεί διαμένουν, συναντιούνται και συνωμοτούν τα όποια μέλη της τρομοκρατικής διεθνούς είναι ικανά να σπείρουν το χάος. 

Des Willie/BBC/Ink Factory

Για να το θέσω όπως το έγραψε ο Guardian, και δεν μπορεί να ειπωθεί καλύτερα, «μετά από μόλις μισό επεισόδιο, η θέα ενός οικείου προσώπου σοκάρει τον Πάιν τόσο πολύ που η επιδερμίδα του αλλάζει από μανόλια σε ελεφαντόδοντο και σύντομα μετατρέπεται ξανά σε πραγματικό κατάσκοπο». Μια σειρά από καραμπόλες κι ανατροπές τον φέρνουν στην Κολομβία να προσπαθεί, περίπου μόνος εναντίον όλων, να αποτρέψει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα (που θα ‘ναι μόνο η αρχή του κακού), να αναμετρηθεί (κλασικά) με τα φαντάσματα του παρελθόντος που ξαφνικά αποκτούν σάρκα και όστα, ε και να σώσει και το κορίτσι, την χυμώδη Καμίλα Μορόνε που υποδύεται μια femme fatale με το εκπληκτικό όνομα Ροξάνα Μπολάνιος που εγκλωβίζεται ως άπληστη ενδιάμεση στις αντιμαχόμενες πλευρές (…ίσως μάλιστα υπάρχει κι ένα αγόρι στην πορεία για να σώσει). 

Η προσπάθειά του αυτή αποκτά χαρακτήρα σταυροφορίας αφού δεν μπορεί να υπολογίζει και σε πολλή βοήθεια από τα μετόπισθεν, οι κακοί έχουν «τρυπήσει» την MI6 που πολύ θα ήθελε να τον δει να βγαίνει από τη μέση. Αντίπαλο δέος του, ο γοητευτικός έμπορος όπλων Τέντι Ντος Σάντος (στον ρόλο ο Ντιέγο Σάλβα από το Narcos: Mexico) με το μπερδεμένο γενεαλογικό δέντρο και την ακόμα πιο μπερδεμένη ψυχούλα. 

Des Willie/BBC/Ink Factory

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της πρώτης σεζόν ήταν ο ίδιος ο ήρωάς της. Ο Πάιν δεν ήταν ένας κατάσκοπος σαν τον αμοράλ στιλίστα Τζέιμς Μποντ ή την ανέκφραστη μηχανή που λέγεται Τζέισον Μπορν. Ήταν τσαλακωμένος, ηθικά αμφίσημος, καταβεβλημένος από τα εσωτερικά ερωτήματα για την αξία του σκοπού του. ΟΚ, ο Χιντλστον έλαμπε στα κοστούμια του, έκανε και μερικά σπουδαία κασκαντεριλίκια, αλλά παίζοντας πολύ και μιλώντας λίγο εξυπηρετούσε το περίγραμμα του ρόλου. 

Στη δεύτερη σεζόν, αυτή η διάσταση λίγο ξεχειλώνει, είναι διάχυτη μια αγωνία να παρουσιαστεί ο Τζόναθαν Πάιν σαν «ευαίσθητος κατάσκοπος», το οποίο εκτός του ότι είναι δομικά αντιφατικό δε συνάδει και πολύ με το πνεύμα του Λε Καρέ, αν αυτό έχει κάποια σημασία (και γιατί να μην έχει, εδώ που τα λέμε). Αν χρειαστεί θα σε βγάλει δηλαδή από τη μέση, αλλά θα προσπαθήσει τουλάχιστον να μη λερώσει όσο διαρκεί η διαδικασία. Κι ο Χιντλστον για να το υπηρετήσει παθαίνει λίγο Κάρμι στο The Bear, προσπαθεί δηλαδή πάρα πολύ να είναι ε-κ-φ-ρ-α-σ-τ-ι-κ-ό-ς. Αλλά μην ανησυχείτε, η σειρά δε βγαίνει τον δρόμο της. Το σασπένς παραμένει, τόσο μαεστρικά στημένο που οι νυχοκόπτες σας θα ξεκουραστούν για λίγες μέρες, το σαπόρτινγκ καστ είναι κατά βάση εξαιρετικό, τα τοπία υπέροχα, η συνταγή της επιτυχίας δηλαδή τηρείται όσο κι αν δεν μπορείς να κάνεις δεύτερη φορά την ίδια καλή πρώτη εντύπωση. 

Το Night Manager είναι ο ορισμός του καλού home entertainment. Αυτό ακριβώς το «ελαφρύ, διασκεδαστικό αλλά και ποιοτικό» που θέλουμε στο τέλος μιας ακόμα κουραστικής ημέρας. Θα μειώσει λίγο το screen time σας, θα σας βάλει ευχαριστημένους για ύπνο κι αυτή τη φορά υπόσχεται ότι δε θα αργήσει να επιστρέψει. Κάποιοι λογαριασμοί μένουν, προφανώς, ανοιχτοί…

Info:

The Night Manager – η δεύτερη σεζόν στριμάρει στο Prime Video.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα