Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821 Lux Orbis/24 Media - Γρηγόρης Κολλάρος

ΠΩΣ ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821

Το συγκλονιστικό πόρισμα της επιτροπής που όρισε ο Όθωνας και οδήγησε στην απόσχιση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αναλύει ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής.

Δώδεκα έτη μετά τον επαναστατικό ξεσηκωμό του 1821 και ελάχιστες μόλις εβδομάδες μετά την άφιξη του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο (6 Φεβρουαρίου 1833) συγκροτήθηκε μια ειδική επταμελής επιτροπή υπό τον πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Τρικούπη και με την ενεργό συμμετοχή του λογίου Θεόκλητου Φαρμακίδη. Στόχος της επιτροπής ήταν να παρουσιάσει ένα πόρισμα για την κατάσταση, τα προβλήματα και τις παθογένειες της Εκκλησίας, προτείνοντας σχετικές λύσεις. Μέλη της επταμελούς επιτροπής ήταν, μεταξύ των υπολοίπων, οι Σπυρίδων Τρικούπης, Θεόκλητος Φαρμακίδης και Σκαρλάτος Βυζάντιος.

Το άγνωστο για τους περισσότερους πόρισμα της ειδικής επιτροπής που συστάθηκε υπό τον Όθωνα, έρχεται τώρα στο φως μέσα από το σύγγραμμα “Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821” που κυκλοφορεί από τη σειρά βιβλίων Lux Orbis των εκδόσεων iWrite. Τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής καταρρίπτουν μια σειρά από εθνικούς μύθους που διαμορφώθηκαν κατά τις επόμενες δεκαετίες, κυρίως σε ό,τι αφορά τη σχέση κλήρου και παιδείας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας του Αγώνα. Το σημαντικό στοιχείο είναι επίσης πως το πόρισμα οδήγησε επί της ουσίας στον πλήρη διαχωρισμό της Ελλαδικής Εκκλησίας από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (Αυτοκέφαλο), κάτι που ήρθε ως “αναγκαίο κακό” για να ελεγχθεί η Εκκλησία από το Κράτος ώστε να πάψει ο μέχρι τότε ρόλος της.

Η έκδοση της “Έκθεσης των Επτά” από τη Σειρά Lux Orbis προλογίζεται από τον Καθηγητή Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, κ. Αριστείδη Χατζή, με τον οποίο είχαμε και τη χαρά να συνομιλήσουμε. Μεταξύ άλλων αναλύεται η “επικινδυνότητα” του Κλήρου που διέβλεπε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, η επικαιρότητα της έκθεσης των επτά, αλλά και το αν θα μπορούσε να υπάρξει μια αντίστοιχη πρόταση σήμερα και ένας εντέλει ουσιαστικός διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, κάτι που καμία κυβέρνηση δεν έχει τολμήσει.

– Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τη Σειρά Lux Orbis των εκδ. iWrite το βιβλίο με τίτλο “Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821” το οποίο και προλογίζετε. Μπορείτε να μας μιλήσετε εν συντομία για το περιεχόμενό του;

Όταν οι Οθωμανοί εκτέλεσαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε ´ έκαναν ένα μεγάλο πολιτικό λάθος. Απέκοψαν ακαριαία τους επαναστάτες από μια πολιτική αρχή με την οποία, οι Οθωμανοί, θα μπορούσαν κάπως να ελέγξουν τους επαναστατημένους πληθυσμούς. Οι Πατριάρχες που τον διαδέχθηκαν ήταν όμηροι και όργανα του Σουλτάνου και αυτό το γνώριζαν οι Έλληνες. Όχι μόνο δεν τους σέβονταν και δεν τους εμπιστεύονταν αλλά είχαν διακόψει κάθε επαφή μαζί τους. Αυτό απελευθέρωσε τους Έλληνες από τον έλεγχο του Πατριαρχείου, αποδυνάμωσε πολιτικά την Εκκλησία και διευκόλυνε την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της Επανάστασης και την ιδεολογική σύνδεσή της μ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε Δύση. Το 1822 οι επαναστάτες προσπάθησαν να προσεγγίσουν ακόμα και τον Πάπα και να προτείνουν τη διοικητική ένταξη τής ντε φάκτο αυτοκέφαλης εκκλησίας στο Βατικανό. Δεν προχώρησε αυτή η πρωτοβουλία για διάφορους λόγους.

Η εκκρεμότητα παρέμεινε μέχρι το 1833, όταν οι Βαυαροί αποφάσισαν να δώσουν μια λύση στο ζήτημα, αποφασιστικά και με συνοπτικές διαδικασίες – όπως έκαναν και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Συνεργάστηκαν με μια ομάδα φιλελεύθερων διανοούμενων, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης (που κάλυψε πολιτικά την πρωτοβουλία) και ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (που την κάλυψε θεολογικά). Το αποτέλεσμα ήταν να κηρυχθεί η αυτοκεφαλία. Βραχυπρόθεσμα φαίνεται να πέτυχαν αλλά μακροπρόθεσμα αποδείχτηκε ότι αυτή η αποκοπή δεν ήταν βιώσιμη – μεταξύ των άλλων γιατί παραβίαζε το κανονικό δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο περίπλοκη καθώς η διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης προσέθετε συνεχώς νέα εδάφη με διαφορετικά εκκλησιαστικά καθεστώτα, για πάνω από έναν αιώνα.

Στο βιβλίο που προλογίζω και εκδίδεται με πρωτοβουλία του Μηνά Παπαγεωργίου και της σειράς Lux Orbis, ανατυπώνεται το κείμενο της έκθεσης που ετοίμασε μια επταμελής επιτροπή στην οποία κυριάρχησε ο Φαρμακίδης και η οποία παρουσιάζει την κατάσταση της Εκκλησίας αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, o οποίος, θυμίζω, κράτησε πάνω από 11 χρόνια – αν συμπεριλάβουμε και τις εμφύλιες συρράξεις. Η επιτροπή, πού σίγουρα δεν ήταν αντιπροσωπευτική, πρότεινε την αυτοκεφαλία. Το κείμενο έχει μεγάλο ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων για την τόλμη του να θίξει όλα τα κακώς κείμενα. Στον πρόλογο που έγραψα θα διαβάσετε και μια συνοπτική ιστορία του εκκλησιαστικού ζητήματος από το 1821 έως το 1833.

– Αρχικά, όπως επισημαίνεται στον πρόλογο του βιβλίου, η ελλαδική Εκκλησία ελέγχθηκε από το παλάτι γιατί θεωρήθηκε “επικίνδυνη” η ανεξαρτησία της. Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, θεωρήθηκαν κοινώς, “αναγκαίο κακό”, σε πρώτη τουλάχιστον, φάση. Ποιοι όμως ήταν οι ακριβείς λόγοι αυτής της “επικινδυνότητας” που διέβλεπε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (μετέπειτα γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος) και οι συνεργάτες του; Υπάρχουν χαρακτηριστικά αυτής της “επικινδυνότητας” που διαιωνίζονται μέχρι σήμερα;

Ο Φαρμακίδης ήταν ένας φιλελεύθερος ιερωμένος, με ριζοσπαστικές πολιτικές ιδέες, επηρεασμένος από τον προτεσταντισμό και με απέχθεια προς τη Ρωσία. Ήταν προοδευτικός αλλά ήταν και φανατικός, θαρραλέος αλλά και εμμονικός. Αυτός κυριάρχησε στην Επιτροπή και επειδή ήταν και καλός θεολόγος, ξεπέρασε εύκολα, στη συνέχεια, τις αντιρρήσεις των επισκόπων με έναν συνδυασμό θεολογικών επιχειρημάτων και καθαρού bullying. Έπαιξε, μάλιστα, αρχικά και ρόλο επιτηρητή της Ιεράς Συνόδου. Ο Φαρμακίδης είχε μια αρνητική εικόνα για πολλά πρόσωπα και πράγματα. Θεωρούσε ότι η αμάθεια και η δεισιδαιμονία κυριαρχούσαν στην Εκκλησία και, ως φιλελεύθερος, ήθελε καταρχάς μορφωμένους κληρικούς αλλά ακόμα και μια εκδημοκρατικοποίηση στη διοίκησή της Εκκλησίας.

Η μοναδική πρότασή του που δεν υιοθετήθηκε, ήταν εκείνη για την εκπροσώπηση πρεσβύτερων στην Ιερά Σύνοδο. Συμφωνούσε με τον κρατικό έλεγχο της Εκκλησίας γιατί πίστευε πως έτσι η παθογένεια της Εκκλησίας θα δεν μπορούσε να βλάψει το Έθνος και να εμποδίσει το διαφωτιστικό πρόγραμμα το οποίο αυτός πιστά υπηρετούσε. Έλπιζε πως ο ασφυκτικός κρατικός έλεγχος θα διευκόλυνε μεταρρυθμίσεις στους κόλπους της Εκκλησίας και την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των κληρικών. Η πρώην πανίσχυρη Εκκλησία τότε ευνουχίστηκε και ελέγχθηκε εύκολα. Τώρα, για το πόσο επικίνδυνη είναι μια αυτόνομη από το κράτος Εκκλησία, το βλέπουμε και σήμερα, σχεδόν καθημερινά. Θα αναφέρω μόνο το πρόσφατο παράδειγμα: μερικοί ακραίοι ιεράρχες και κληρικοί κατόρθωσαν να τρομοκράτησαν πάρα πολλά μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου, πριν και μετά την ψήφιση του νόμου για τον γάμο και τη γονεϊκότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ζευγαριών.

– Ενώ η έκθεση πρότεινε να παρέχεται η μισθοδοσία των επισκόπων και των αξιωματούχων τους από το κράτος και του κατώτερου κλήρου από τις κοινότητες, καθώς και εξορθολογισμό των μοναστηριών, σήμερα έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα, με τον Κλήρο να μην διαχωρίζεται πλήρως μισθολογικά από το Κράτος. Πού οφείλεται αυτή η διολίσθηση στο πέρασμα των χρόνων;

Μεταξύ των άλλων οφείλεται στη σταδιακή απαλλοτρίωση (με διάφορες μορφές) της εκκλησιαστικής περιουσίας από το κράτος αλλά και την πολιτική, κοινωνική και οικονομική αποδυνάμωση των κοινοτήτων, ιδίως της περιφέρειας. Αλλά και με τη διαχρονική τάση του ελληνικού κράτους να κρατικοποιεί τα πάντα.

– Πόσο επίκαιρη θεωρείτε πως είναι η Έκθεση των Εφτά; Θα μπορούσαν άραγε πτυχές της να εφαρμοστούν και σήμερα, σε μια εποχή που ατόλμως ακόμη μιλάμε στην Ελλάδα για τον όποιο διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας;

Η Ελλάδα είχε τότε μια φιλελεύθερη και ριζοσπαστική δυναμική που αργότερα εξασθένισε και τελικώς εξατμίστηκε. Δεν έχω αμφιβολία πως μια παρόμοια επιτροπή σήμερα, αν αποτελείτο από προοδευτικά και φιλελεύθερα μέλη, θα είχε την τόλμη να εξετάσει την κατάσταση της Εκκλησίας και να προτείνει με παρρησία τολμηρές μεταρρυθμίσεις. Αλλά δεν νομίζω πως η Πολιτεία θα διανοηθεί να κάνει κάτι τέτοιο. Έχουμε Ιεράρχες μισαλλόδοξους, Ιεράρχες με λόγο σχεδόν φασιστικό, Ιεράρχες που κηρύσσουν μίσος (τι ειρωνεία!) και η Ελληνική Πολιτεία συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει με σεβασμό ή κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει.

Επιπλέον, σε ορισμένα μοναστήρια θα βρει κανείς πολύ σκοτεινούς πολιτικά και θρησκευτικά πυρήνες. Ο Φαρμακίδης και τα άλλα μέλη της Επιτροπής προσπάθησαν να τους εξουδετερώσουν και εν μέρει το πέτυχαν. Σας θυμίζω ότι όσες προσπάθειες έγιναν από το 1975 και μετά (π.χ. η αποτυχημένη απόπειρα Τρίτση-Παπαστάθη) να ελεγχθεί κάπως η Εκκλησία, δεν είχαν καλή τύχη. Ακόμα και για κάτι απλό, την αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, έγινε ολόκληρο ζήτημα.

Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821
Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821 Lux Orbis

– Η συμβολή ορισμένων ιεραρχών στον Αγώνα σημειώνεται και στην Έκθεση των Εφτά, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο, αν και παράλληλα τονίζεται η αρνητική συνεισφορά της Εκκλησίας ως προς την πνευματική προετοιμασία των Ελλήνων στο πλαίσιο του αγώνα για την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς. Ωστόσο, είναι δεδομένο πως η ιστορική αλήθεια για τον ρόλο της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας το 1821 θα χάνεται πάντοτε σε θολούς διαδρόμους. Κατά την κρίση σας, η λειτουργία της Εκκλησίας εν συνόλω στα επαναστατικά χρόνια κινήθηκε με γνώμονα το καλό του λαού που πρέσβευε, ή κατά βάση εξυπηρέτησε τα δικά της συμφέροντα και κεκτημένα;

Η Εκκλησία ήταν και είναι ένας γραφειοκρατικός οργανισμός, με τα δικά της συμφέροντα, στοχοθεσία, εσωτερική πολιτική και προτεραιότητες. Όπως κάθε οργανισμός τέτοιου τύπου, ήταν και είναι συντηρητικός. Βέβαια, εκείνη την εποχή, υπήρχαν πολλοί φωτισμένοι ιεράρχες που έπαιξαν κομβικό ρόλο στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Θα αναφέρω, εντελώς ενδεικτικά, τον Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη, τον μεγάλο Ευγένιο Βούλγαρη αλλά και διανοούμενους ιερωμένους όπως ο Ιώσηπος Μοισιόδακας και αυτή η φοβερή προσωπικότητα, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ένας άνθρωπος με εντυπωσιακή ευρύτητα γνώσεων και τόσο προωθημένες φιλελεύθερες ιδέες που ακόμα και σήμερα μας εντυπωσιάζουν. Και πάρα πολλοί άλλοι βέβαια.

Όταν, όμως, ξεκίνησε η Επανάσταση, η Εκκλησία ήταν απούσα ως τέτοια. Ήταν ακέφαλη, δεν μπορούσε να δράσει ως σώμα ή ως συγκροτημένη πολιτική δύναμη ή έστω ομάδα πίεσης. Υπήρχαν αρχιερείς με πολιτική δύναμη, π.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, υπήρχαν περιπτώσεις μοναδικές, όπως εκείνη του Παπαφλέσσα, υπήρχαν όμως και πολλοί γνήσιοι επαναστάτες, ατρόμητοι πολεμιστές, φιλάνθρωποι ιερείς, ταπεινοί κληρικοί. Η συμβολή των ανθρώπων της Εκκλησίας στην Επανάσταση δεν πρέπει να υποτιμάται. Π.χ. ιεράρχες ξεσηκώνουν την Ανατολική Ρούμελη. Οι δε απλοί κληρικοί δίνουν μεγάλο φόρο αίματος.

– Πόσο μακριά είμαστε από έναν πλήρη διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή που μιλάμε;

Φαίνεται να είμαστε πολύ μακριά. Από την άλλη οι μεταρρυθμίσεις έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις. Πρόσφατα αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ από μια συντηρητική κυβέρνηση με σχετικά ευρεία συναίνεση. Η ίδια κυβέρνηση πέτυχε να πλήξει ακόμα και το αυταρχικό πατερναλιστικό άρθρο 16 (ένα άρθρο για το οποίο πρέπει να ντρέπεται η Ελληνική Δημοκρατία), χωρίς να ανοίξει μύτη. Δεν θεωρώ απίθανο να δούμε να συμβαίνει κάτι ανάλογο και για την Εκκλησία στα επόμενα πέντε χρόνια. Δεν μπορώ να πω ότι το προβλέπω, δεν έχω καμία ένδειξη. Το ελπίζω και το εύχομαι.

-Κατά την προσωπική σας εκτίμηση, μπορεί ποτέ ένα σύγχρονο Κράτος να στρέψει μια Εκκλησία προς πιο προοδευτικές ρητορικές; Και αν ναι, με ποιον τρόπο;

Ένα κράτος έχει πολλά εργαλεία. Αρκεί να είναι διατεθειμένο να τα χρησιμοποιήσει και να το κάνει για καλό σκοπό. Και να μην επιτρέψει να ελεγχθεί από τον ελεγχόμενο. Θα αναφερθώ σε μια έννοια που εισήγαγε ο καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, George Stigler, Νομπελίστας Οικονομικών. Όταν το κράτος επιχειρεί να ρυθμίσει έναν κλάδο με ισχυρούς οικονομικά παίκτες, συνήθως η ισχυρή οικονομική εξουσία «καταλαμβάνει τον ρυθμιστή» (regulatory capture). Αντί ο ρυθμιστής να εποπτεύει και να ρυθμίζει γίνεται όργανο αυτού που υποτίθεται ελέγχει.

Αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε στην Ελλάδα σε πολλές περιπτώσεις αλλά και στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους. Πού βρίσκεται το κράτος όταν άνθρωποι που μισθοδοτούνται από αυτό, απειλούν βουλευτές;

– Εν κατακλείδι, αν κρίνουμε από τον ρόλο της Εκκλησίας και την εξέλιξη της ελληνικής πολιτείας στο πέρασμα των αιώνων, πόσο αλήθεια “ανήκομεν εις την δύσιν” στην πραγματικότητα;

Σήμερα που σας απαντώ βρίσκομαι στην Επίδαυρο. Είναι το μέρος όπου οι Έλληνες επαναστάτες αποφάσισαν πως το (επαναστατικό) κράτος που ίδρυσαν εδώ την 1η Ιανουαρίου 1822, θα ανήκει σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε Δύση και μάλιστα όχι στην Ευρώπη γενικά αλλά στη φωτισμένη Ευρώπη. Αυτή η κεντρική γεωπολιτική τοποθέτηση δεν τέθηκε ποτέ σε σοβαρή αμφισβήτηση σε επίπεδο ηγεσιών. Ανήκουμε στη Δύση και είμαστε μια από τις πρώτες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Αλλά όχι της καλύτερης ποιότητας. Δεν αποτελούμε υπόδειγμα για τους άλλους αλλά αντικείμενο κριτικής για την ποιότητα του κράτους δικαίου.

Μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού θαυμάζει δικτάτορες όπως ο Πούτιν ενώ η Βουλή μας πρέπει να κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ δημοκρατικής βουλής με τόσους θαυμαστές δικτατόρων. Όχι μόνο του Πούτιν, αλλά και του Μάο, του Κάστρο, του Στάλιν, του Παπαδόπουλου, ακόμα και του Χίτλερ σε κάποια φάση. Δεν άξιζε αυτή η εξέλιξη στους ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας. Αλλά δεν θέλω να είμαι αφοριστικός και απαισιόδοξος. Η Ελλάδα συνολικά αποτελεί ένα επιτυχημένο κράτος, σε πολλούς τομείς. Ακόμα και στους θεσμούς. Θα μπορούσε, όμως, να τα πάει πολύ καλύτερα.

Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821
Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821 Lux Orbis

Ο Αριστείδης Χατζής είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Info:

Το βιβλίο “Η Εκκλησία μετά την Επανάσταση του 1821” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite, Lux Orbis σε όλα τα βιβλιοπωλεία

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα